Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2021

Αλμπέρ Καμύ, Σημειωματάρια | Βιβλίο πρώτο [Μάιος 1935 – Φεβρουάριος 1942] – Αποσπάσματα

 


*

17 Νοεμβρίου.

[...]

     Για έναν άνθρωπο «ευγενούς καταγωγής», το να είσαι ευτυχισμένος σημαίνει να ξαναπαίρνεις το πεπρωμένο όλων, όχι με τη βούληση της άρνησης, αλλά με τη βούληση της ευτυχίας. Για να είσαι ευτυχισμένος, χρειάζεται χρόνος, πολύς χρόνος. Η ευτυχία είναι κι αυτή μια μακροχρόνια υπομονή. Κι όσο για τον χρόνο, μας τον κλέβει η ανάγκη του χρήματος. Ο χρόνος αγοράζεται. Όλα αγοράζονται. Το να είσαι πλούσιος σημαίνει να έχεις χρόνο για να είσαι ευτυχισμένος, όταν είσαι άξιος να είσαι ευτυχισμένος. (Τετράδιο ΙΙ | 1937 - 1939)

*

     «Γίνεται πολύς λόγος σήμερα για την αξιοπρέπεια της εργασίας, για την αναγκαιότητά της. [...]

   Αλλά πρόκειται για απάτη. Αξιοπρέπεια εργασίας υπάρχει μόνο στην εργασία που κάποιος αποδέχτηκε δίχως να τον υποχρεώσουν. Μονάχα η οκνηρία είναι ηθική αξία, γιατί μπορεί να χρησιμεύσει για να κρίνουμε τους ανθρώπους. Δεν αποβαίνει μοιραία παρά μόνο στους ασήμαντους. Αυτό είναι το μάθημα και το μεγαλείο της. Η εργασία, απεναντίας, συντρίβει το ίδιο τους ανθρώπους. Δεν στηρίζει μια κρίση. Θέτει σε ενέργεια μια μεταφυσική της ταπείνωσης. Οι καλύτεροι δεν καταφέρνουν να επιζήσουν κάτω από τη μορφή της σκλαβιάς που δίνει στην εποχή μας η κοινωνία των ορθώς σκεπτόμενων...

    Προτείνω να αντιστρέψουμε τον κλασικό τύπο και να μετατρέψουμε την εργασία σε καρπό οκνηρίας. Υπάρχει μια αξιοπρέπεια της εργασίας στα «βαρελάκια» που φτιάχνουν τις Κυριακές. Εδώ η δουλειά συναντά το παιχνίδι, και το παιχνίδι υπακούοντας στην τεχνική αγγίζει το έργο τέχνης και όλη τη δημιουργία... Γνωρίζω κάποιους που εκστασιάζονται και αγανακτούν. Ε! Τι λέτε, οι εργάτες μου κερδίζουν 40 φράγκα τη μέρα... [...]» (Τετράδιο ΙΙ | 1937 - 1939)

*

     Παρακμή! Οι αιτίες της παρακμής! Ο 3ος αιώνας προ Χριστού είναι ένας αιώνας παρακμής για την Ελλάδα. Δίνει στον κόσμο τη γεωμετρία, τη φυσική, την αστρονομία και την τριγωνομετρία με τον Ευκλείδη, τον Αρχιμήδη, τον Αρίσταρχο και τον Ίππαρχο. (Τετράδιο ΙΙΙ | 1939 - 1942)

*

     Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που συγχέουν τον ατομικισμό με την επιθυμία να έχεις προσωπικότητα. Αυτό σημαίνει πως ανακατεύουν δύο πεδία: το κοινωνικό και το μεταφυσικό. «Διασκορπίζεστε». Πηγαίνοντας από ζωή σε ζωή, σημαίνει ότι δεν έχετε το δικό σας πρόσωπο. Αλλά το να έχεις το δικό σου ιδιαίτερο πρόσωπο είναι μια ιδέα που ανήκει ειδικά σε μια κάποια μορφή πολιτισμού. Αυτό μπορεί να φαντάζει σε άλλους σαν το χειρότερο κακό. (Τετράδιο ΙΙΙ | 1939 - 1942)

*

     Αντίφαση στον σύγχρονο κόσμο. Στην Αθήνα, ο λαός δεν μπορούσε πραγματικά να εξασκήσει την εξουσία του γιατί της αφιέρωνε τον περισσότερο χρόνο του, και οι σκλάβοι έκαναν καθημερινά τις δουλειές που απέμεναν να γίνουν. Από τη στιγμή που καταργήθηκε η δουλεία, δουλεύει όλος ο κόσμος. Και την εποχή που η προλεταριοποίηση του Ευρωπαίου είναι στο ζενίθ της, το ιδεώδες της λαϊκής κυριαρχίας γίνεται πιο ισχυρό: πράγμα που είναι αδύνατο. (Τετράδιο ΙΙΙ | 1939 - 1942)


___________________________

Πηγές:

α) Αλμπέρ Καμύ, Σημειωματάρια | Βιβλίο πρώτο Μάιος 1935 – Φεβρουάριος 1942, μτφ. Νίκη Καρακίτσου-Dougé & Μαρία Κασαμπαλόγλου-Roblin, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2017.

β) Για την εικόνα: εδώ



Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2018

Oscar Wilde, De profundis (Εκ βαθέων) – Αποσπάσματα



Ο μυθιστοριογράφος, ποιητής, κριτικός και θεατρικός συγγραφέας Όσκαρ Ουάιλντ γεννήθηκε στο Δουβλίνο στις 16 Οκτωβρίου 1854. Ο πιο αναγνωρίσιμος καλλιτέχνης της βικτοριανής εποχής, αντισυμβατικός και ιδιοφυής, έζησε την κολακεία και την τεράστια φήμη, αλλά και την κατασυκοφάντηση, τη φυλακή, την εξορία.



Θεωρείται ένας από τους κύριους εκπροσώπους του αισθητισμού, κίνημα που αναπτύχθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στη Βρετανία και θεωρείται κατά κάποιο τρόπο το αγγλικό παρακλάδι του γαλλικού συμβολισμού. Υπερασπίστηκε το δόγμα της τέχνης για την τέχνη, αρνούμενος την αναγκαιότητα ύπαρξης μιας ηθικής παραμέτρου στην τέχνη.

Το 1881 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή (Poems) και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη για μία σειρά θεωρητικών διαλέξεων για το αισθητικό κίνημα στη Βρετανία. Στη συνέχεια, ο Ουάιλντ μάγεψε το Παρίσι ενώ αργότερα οι διαλέξεις συνεχίστηκαν και σε Βρετανία και Ιρλανδία.

Το 1884 παντρεύτηκε την Κόνστανς Λόυντ και μαζί απέκτησαν δύο γιους. Ο Ουάιλντ εργάστηκε σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες της εποχής, παρέχοντας δημοσιογραφικά κείμενα και κριτικές. Μάλιστα, την περίοδο 1887-1889 ανέλαβε και την έκδοση ενός περιοδικού, του The Lady's World, το οποίο μετονόμασε σε The Woman's World.

Το 1888 εκδόθηκε το έργο του «Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας και άλλα παραμύθια». Η λογοτεχνική του δόξα όμως έφτασε στο αποκορύφωμα το 1891 με το μοναδικό του μυθιστόρημα «Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι». Πολλοί αναγνωρίζουν αυτοβιογραφικά στοιχεία σε αυτό, ενώ το ίδιο βιβλίο χρησιμοποιήθηκε και κατά τη διάρκεια της δίκης του το 1895. Ο Ουάιλντ κατηγορήθηκε για ομοφυλοφιλία. Συγκεκριμένα, ο 9ος Μαρκήσιος του Κουίνσμπερυ, πατέρας του ποιητή Λόρδου Άλφρεντ Ντάγκλας με τον οποίο συνδεόταν ο Ουάιλντ, του επιτέθηκε προσωπικά για την ομοφυλοφιλία του. Ο Ουάιλντ υπέβαλε μήνυση αλλά η κίνηση αυτή στράφηκε εναντίον του, καθώς βρέθηκε ο ίδιος κατηγορούμενος. Στις 25 Μαΐου του 1895 καταδικάστηκε σε καταναγκαστικά έργα δύο ετών.

Κατά την παραμονή του στη φυλακή, υπό άθλιες συνθήκες που επιβάρυναν την υγεία του, έγραψε την «Μπαλάντα της φυλακής του Ρέντιγκ», το τελευταίο σπουδαίο έργο του, που ανήκει στα σημαντικότερα ποιήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και καταγράφει τις εμπειρίες του στη φυλακή. Εκεί έγραψε επίσης και ένα γράμμα προς τον Άλφρεντ Ντάγκλας, ο οποίος δημοσίευσε ένα μέρος του το 1905, μετά το θάνατο του Όσκαρ Ουάιλντ, υπό τον τίτλο De Profundis (Εκ βαθέων).

Μετά την αποφυλάκισή του, ο Ουάιλντ αυτοεξορίστηκε και μόλις τρία χρόνια αργότερα πέθανε, στις 30 Νοεμβρίου του 1900, σε ένα παρισινό ξενοδοχείο. Στην κηδεία του παρέστησαν μόλις δεκατέσσερα άτομα. Σύμφωνα με τον βιογράφο του Ρίτσαρντ Έλμαν, ο θάνατος του ποιητή οφειλόταν σε σύφιλη, ωστόσο ο Μέρλιν Χόλαντ, επίσης βιογράφος και εγγονός του Ουάιλντ, θεωρεί πως η ερμηνεία αυτή αποτελεί παρανόηση συνδέοντας τη μηνιγγίτιδα που τον προσέβαλε με μία χειρουργική επέμβαση που είχε προηγηθεί. Ο τάφος του βρίσκεται στο Παρίσι και επάνω είναι γραμμένοι στίχοι από την «Μπαλάντα της φυλακής του Ρέντιγκ»: Γι' αυτόν, η τσακισμένη λήκυθος του οίκτου θα γεμίζει με ξένα δάκρυα. Γιατί θα τονε θρηνούν οι απόκληροι της ζωής κι οι απόκληροι πάντα κλαίνε. 

Ακολουθούν κάποια αποσπάσματα από το De profundis (Εκ βαθέων):

[...] Υπάρχουν πολύ περισσότερα μπροστά μου. Έχω πολύ πιο απότομους λόφους ν' ανεβώ, κοιλάδες πιο σκοτεινές να περάσω. Κι όλα αυτά πρέπει να τα καταφέρω μονάχος μου. Ούτε η Θρησκεία ούτε η Ηθική ούτε η Λογική μπορούν να με βοηθήσουν.

Η Ηθική δε με βοηθάει. Γεννήθηκα αντινομιστής. Είμαι ένας από κείνους που είναι πλασμένοι για την εξαίρεση και όχι για τον νόμο. Αλλά ενώ βλέπω πως δεν υπάρχει τίποτε κακό σε ό,τι κάνει κανείς, βλέπω πως υπάρχει κάτι κακό σε ό,τι κανείς γίνεται. Καλό είναι να το γνωρίζουμε τούτο.

Η Θρησκεία δε με βοηθάει. Την πίστη που άλλοι δίνουν στο αόρατο, εγώ τη δίνω σε ό,τι μπορεί ν' αγγίξει κανείς και να κοιτάξει. Οι θεοί μου κατοικούν σε ναούς χειροποίητους και η πίστη μου σ' αυτούς διαμορφώθηκε κι ολοκληρώθηκε μέσα στον κύκλο της πραγματικής εμπειρίας. Ίσως μάλιστα η ολοκλήρωσή της να είναι πιο σφαιρική από άλλων σαν και μένα, γιατί, ενώ εκείνοι έχουν τοποθετήσει τον Ουρανό τους σ' αυτήν τη γη, εγώ βρήκα μέσα της όχι μονάχα την ομορφιά του Ουρανού, αλλά και τη φρίκη της Κόλασης. Όταν τυχαίνει να σκέφτομαι τη Θρησκεία, νιώθω πως θα 'θελα να ιδρύσω ένα τάγμα για κείνους που δεν μπορούν να πιστέψουν. Θα μπορούσε να τ' ονομάσει κανείς Αδελφότητα των Αθέων (Σ.τ.Μ.: Fatherless: των ορφανών, των χωρίς πατέρα). Εκεί, πάνω σ' έναν βωμό, όπου δε θα 'καιγαν λαμπάδες, ένας παπάς που στην καρδιά του δε θα φώλιαζε η ειρήνη, θα μπορούσε να λειτουργεί με ανευλόγητο άρτο και άδειο δισκοπότηρο. Καθετί, για να είναι αληθινό, πρέπει να γίνει θρησκεία. Κι ο αγνωστικισμός, όχι λιγότερο από την πίστη, θα 'πρεπε να έχει το τελετουργικό του. Έχει σπείρει τους μάρτυρές του, θα 'πρεπε να 'χει θερίσει τους αγίους του και να δοξάζει τον Θεό καθημερινά επειδή κρύβει το πρόσωπό Του από τον άνθρωπο. Αλλά είτε για πίστη πρόκειται είτε για αγνωστικισμό, τίποτε για μένα δεν πρέπει να 'ρχεται απέξω. Τα σύμβολά του πρέπει να 'ναι δικό μου δημιούργημα. Μονάχα ό,τι είναι πνευματικό πλάθει τη δική του μορφή. Αν δεν μπορέσω να βρω το μυστικό του μέσα μου, δε θα το βρω ποτέ. Αν δεν το έχω ήδη καταχτήσει, ποτέ δε θα 'ρθει να με βρει.

Η Λογική δε με βοηθάει. Μου λέει ότι οι νόμοι, κάτω απ' τους οποίους καταδικάστηκα, είναι κακοί και άδικοι νόμοι, και το σύστημα, κάτω από το οποίο υπέφερα, κακό και άδικο σύστημα. Όπως και να 'ναι όμως, υποχρεώθηκα να κάνω και τα δυο αυτά πράγματα σωστά και δίκαια για μένα. ... Βρέθηκα στην ανάγκη ν' αποδεχτώ ό,τι μου έτυχε και να το κάνω καλό για μένα. Το σανιδένιο κρεβάτι, την αηδιαστική τροφή, ..., τη σιωπή, τη μοναξιά, την ντροπή –το καθένα απ' αυτά και όλα μαζί αναγκάστηκα να τα μεταμορφώσω σε πνευματική εμπειρία. Δεν υπάρχει ούτε ένας υποβιβασμός του σώματος που να μην πρέπει να προσπαθήσω να τον μεταβάλω σε αποπνευμάτωση της ψυχής. ... Το σημαντικό για μένα, εκείνο που στέκει μπροστά μου, εκείνο που πρέπει να κάνω, για να μη μείνω στο υπόλοιπο της ζωής μου ακρωτηριασμένος, παραμορφωμένος και ατελής, είναι ν' αφομοιώσω στον χαρακτήρα μου όλα όσα έχω πάθει, να τα κάνω μέρος του εαυτού μου, να τα δεχτώ χωρίς παράπονο, φόβο ή δισταγμό. Το μεγαλύτερο ελάττωμα είναι η επιπολαιότητα. Καθετί που συνειδητοποιούμε είναι για καλό. [...]

[...] Ενώ όμως το να σκοπεύει κανείς να γίνει καλύτερος άνθρωπος είναι μια μη επιστημονική παρόρμηση, το να γίνει κανείς βαθύτερος αποτελεί προνόμιο εκείνων που έχουν πονέσει. Και τέτοιος νομίζω πως έχω γίνει. ...

Αν, βγαίνοντας από δω, ένας φίλος μου έκανε μια γιορτή και δε με προσκαλούσε, λίγο θα μ' ένοιαζε. Μπορώ μια χαρά να είμαι ευτυχισμένος και μόνος μου. Έχοντας ελευθερία, βιβλία, μουσική και το φεγγάρι, ποιος δε θα μπορούσε να είναι ευτυχισμένος; Άλλωστε οι γιορτές δεν είναι πια για μένα. ... Αν όμως, βγαίνοντας από δω, ένας φίλος μου είχε κάποια λύπη και δε μου επέτρεπε να τη μοιραστώ μαζί του, θα ένιωθα πάρα πολύ πικραμένος. Αν μου έκλεινε κατάμουτρα τις πόρτες του σπιτιού του που πενθούσε, θα γύριζα και θα ξαναγύριζα εκεί και θα παρακαλούσα να με δεχτούν, για να μπορέσω να μοιραστώ κάτι που έχω δικαίωμα να το μοιραστώ. Αν με θεωρούσε ανάξιο, ακατάλληλο να κλάψω μαζί του, θα το 'νιωθα σαν τη χειρότερη ταπείνωση, σαν τον πιο φοβερό τρόπο που θα μπορούσε κανείς να με προσβάλει. Αλλά αυτό δε θα μπορούσε να γίνει. Έχω δικαίωμα να συμμετέχω στη Λύπη˙ κι εκείνος που μπορεί να κοιτάζει την ομορφιά του κόσμου, να παίρνει μέρος στις λύπες του και να καταλαβαίνει κάτι από το θαυμαστό που έχουν και τα δύο, βρίσκεται σε άμεση επαφή με τα θεϊκά πράγματα κι έχει πλησιάσει το μυστικό του Θεού όσο μπορεί κανείς να το πλησιάσει. [...]




Frederic Rzewski, De profundis (ζωντανή ηχογράφηση, Παρίσι 2009)


___________________________


Πηγές: 

α) Για τον Όσκαρ Ουάιλντ, εδώ
β) Για την εικόνα: εδώ 
γ) Για τα αποσπάσματα: Όσκαρ Γουάιλντ, De profundis (Εκ βαθέων), μετάφραση Λουκάς Θεοδωρόπουλος, εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1981.



Πέμπτη 15 Μαρτίου 2018

Eduardo Galeano, Το ταγκό




Mi noche triste (*)

Μουσική: Samuel Castriota
Στίχοι: Pascual Contursi
Ερμηνεία: Carlos Gardel
(δεύτερη ηχογράφηση, Odeon 24 Απριλίου 1930)


Το ταγκό

Γεννήθηκε στον ποταμό Λα Πλάτα, στις κακόφημες συνοικίες. Οι άνδρες το χόρευαν αναμεταξύ τους, για να διασκεδάσουν τους πελάτες που περίμεναν, ενώ οι γυναίκες εξυπηρετούσαν άλλους πελάτες στο κρεβάτι. Ο ήχος του, διακεκομμένος, αργός, χανόταν μέσα στα δρομάκια όπου βασίλευε το μαχαίρι και η θλίψη.

Το ταγκό είχε τη στάμπα της καταγωγής του στο μέτωπο, που ήταν τα καταγώγια, η ρέμπελη ζωή, γι' αυτό του είχαν απαγορεύσει να βγει πέρα από την επικράτειά του.

Όμως εκείνο, παρότι απαράδεκτο στην εμφάνιση, άνοιξε την πόρτα. Το 1917 ο Κάρλος Γκαρδέλ το πήρε από το χέρι, και το ταγκό διέσχισε τους δρόμους του Μπουένος Άιρες, ανέβηκε μέχρι τη σκηνή του θεάτρου Εσμεράλδα, και παρουσιάστηκε με το όνομά του. Ο Γκαρδέλ τραγούδησε το «Mi noche triste» και το κοινό τον καταχειροκρότησε. Το ταγκό έπαψε να βρίσκεται στην εξορία. Η φιλήσυχη μικροαστική τάξη, με δάκρυα στα μάτια, του έκανε θερμή υποδοχή και του έδωσε πιστοποιητικό καλής διαγωγής.

Ήταν το πρώτο ταγκό που ο Γκαρδέλ ηχογράφησε σε δίσκο. Συνεχίζει να το τραγουδά, και κάθε μέρα ακούγεται καλύτερα. Τον Γκαρδέλ τον αποκάλεσαν Μάγο. Και δεν είναι καθόλου υπερβολή.

Eduardo Galeano, Καθρέφτες / Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία, μετάφραση Ισμήνη Κανσή, εκδόσεις Πάπυρος 2009.


(*) Λίγα λόγια για το τραγούδι (πηγή)

Τη μουσική του συνέθεσε το 1915 στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής ο Σαμουέλ Καστριότα. Ήταν ένα ορχηστρικό ταγκό που αρχικά πήρε τον τίτλο «Lita». Λίγο αργότερα ο Πασκουάλ Κοντούρσι στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης πρόσθεσε χωρίς την άδεια του συνθέτη στίχους και τιτλοφόρησε το τραγούδι «Percanta que me amuraste». Το τραγούδι αυτό άκουσε ο Κάρλος Γκαρδέλ και το παρουσίασε στο θέατρο Εσμεράλδα του Μπουένος Άιρες στις 3 Ιανουαρίου 1917. Ήταν η πρώτη φορά που το ταγκό αποκτούσε στίχους και μπορούσε να τραγουδηθεί. Ο Γκαρδέλ ηχογράφησε το τραγούδι για πρώτη φορά στην Αργεντινή με την ετικέτα της Odeon στις 9 Απριλίου 1917 με τον Χοσέ Ρικάρντο στην κιθάρα, και μια ακόμη φορά με την ίδια ετικέτα στις 24 Απριλίου 1930 με τους Γκιγιέρμο Μπαρμπιέρι, Χοσέ Μαρία Αγκιλάρ και Άνχελ Ντομίνγκο Ριβερόλ στις κιθάρες.


Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

Αλμπέρ Καμύ [Albert Camus] - Γράμμα στον δάσκαλό του




Το 1957 ο Αλμπέρ Καμύ [Albert Camus], ο διάσημος γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας, τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Λίγο αργότερα έγραψε μια επιστολή για να εκφράσει τις ευχαριστίες του στον δάσκαλό του του δημοτικού σχολείου. Την επιστολή τη βρήκα μεταφρασμένη στα αγγλικά εδώ και την παραθέτω μαζί με τη δική μου (παρακαλώ, φανείτε επιεικείς) μετάφραση από τα αγγλικά στα ελληνικά.

19 November 1957

Dear Monsieur Germain,

I let the commotion around me these days subside a bit before speaking to you from the bottom of my heart. I have just been given far too great an honour, one I neither sought nor solicited.

But when I heard the news, my first thought, after my mother, was of you. Without you, without the affectionate hand you extended to the small poor child that I was, without your teaching and example, none of all this would have happened.

I don’t make too much of this sort of honour. But at least it gives me the opportunity to tell you what you have been and still are for me, and to assure you that your efforts, your work, and the generous heart you put into it still live in one of your little schoolboys who, despite the years, has never stopped being your grateful pupil. I embrace you with all my heart.

Albert Camus

~~~~~~~~~~~~~~~~~

19 Νοεμβρίου 1957

Αγαπητέ κύριε Ζερμέν,

Άφησα να κοπάσει λιγάκι η φασαρία σχετικά με εμένα αυτόν τον καιρό, προτού σας μιλήσω απ' τα βάθη της καρδιάς μου. Μου έγινε μόλις μια υπερβολικά μεγάλη τιμή, την οποία ούτε επεδίωξα ούτε ζήτησα.

Όμως όταν πληροφορήθηκα τα νέα, η πρώτη μου σκέψη, μετά τη μητέρα μου, ήταν η δική σας. Δίχως εσάς, δίχως το στοργικό χέρι που απλώσατε στο μικρό φτωχό παιδί που ήμουν, δίχως τη δική σας διδαχή και το παράδειγμά σας, τίποτε απ' όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί.

Δεν δίνω και πολλή σημασία σε τέτοιου είδους τιμές. Αλλά τουλάχιστον αυτή μου δίνει την ευκαιρία να σας πω τι υπήρξατε κι εξακολουθείτε να είστε για μένα, και να σας διαβεβαιώσω πως οι προσπάθειές σας, η δουλειά σας και η καρδιά που τόσο γενναιόδωρα βάλατε σ' αυτήν ακόμα παραμένουν ζωντανά σ' ένα από τα μικρά σας σχολιαρόπαιδα που, παρά τα χρόνια που πέρασαν, δεν έπαψε ποτέ να είναι ο ευγνώμων μαθητής σας. Σας κλείνω στην αγκαλιά μου μ' όλη μου την καρδιά.

Αλμπέρ Καμύ


Σημείωση:

Ο Αλμπέρ Καμύ γεννήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 1913 στην Αλγερία από πολύ φτωχούς γάλλους γονείς. Ο πατέρας του, Λυσιέν Καμύ, είχε πάει να εργαστεί εκεί, σε ένα οινοποιητικό εργοστάσιο, αλλά επιστρατεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 1914 και στις 17 Οκτωβρίου 1914 πέθανε μετά από τραυματισμό την ώρα της μάχης. Ο Αλμπέρ ήταν μόλις έντεκα μηνών όταν έχασε τον πατέρα του, τον οποίο γνώρισε μόνο μέσα από μια φωτογραφία και την αφήγηση μιας οικογενειακής ιστορίας η οποία περιέγραφε την έντονη αποστροφή που έδειξε ο πατέρας του μπροστά στο θέαμα μιας εκτέλεσης.

Η οικογένεια μετά τον θάνατο του Λυσιέν εγκαταστάθηκε στο Αλγέρι. Εκεί η αγράμματη και μερικώς κωφή μητέρα του μεγάλωσε τα αγόρια της σε συνθήκες υπερβολικής φτώχειας έχοντας μόνο τη βοήθεια της πιεστικής γιαγιάς τους. Ήταν χάρις στην ενθάρρυνση του αγαπημένου δασκάλου του στο σχολείο που έλαμψε ο Καμύ, γι' αυτό και πάντα τον ευγνωμονούσε.

________________

Πηγές:

Επιστολή και κάποια βιογραφικά στοιχεία: εδώ και εδώ
Φωτογραφία: εδώ


Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010

Ράινερ Μαρία Ρίλκε - Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή (Μέρος δεύτερο)





Συνεχίζω το αφιέρωμα στον Ρίλκε και το βιβλίο "Γράμματα σ' ένα νέο Ποιητή" με τη δημοσίευση ενός ακόμη γράμματος.
VII
Ρώμη, 14 του Μάη 1904
Αγαπητέ μου Κύριε Kappus,

Πέρασε τόσος καιρός από τότε που πήρα το τελευταίο γράμμα σας!... Μη με συνεριζόσαστε: δουλειά στην αρχή, καθημερνές έγνοιες έπειτα, κακοδιαθεσίες τέλος, μ' εμπόδιζαν ολοένα να σας γράψω˙ κι ήθελα η απάντησή μου νά 'ναι καρπός καλών και γαλήνιων ημερών. Τώρα νιώθω πάλι κάπως καλύτερα (νιώσαμε κι εδώ έντονα τις απότομες κι οδυνηρές εναλλαγές που φέρνει πάντα η άνοιξη στην ψυχική μας διάθεση), κι έρχομαι να σας σφίξω το χέρι και να σας πω, όσο μπορώ πιο καλά (και μ' όλη μου την καρδιά), τόσα και τόσα γύρω στο τελευταίο σας γράμμα.
Βλέπετε: έχω αντιγράψει εδώ το σονέτο σας, επειδή βρίσκω πως είναι όμορφο κι απλό και πως η φόρμα, όπου το ποίημά σας γεννήθηκε, του επιτρέπει να πορεύεται με τόσο γαλήνια σεμνότητα. Οι στίχοι αυτοί είν' οι καλύτεροί σας — απ' όσους έχω διαβάσει ως σήμερα. Και τώρα σάς στέλνω τούτο το αντίγραφο, επειδή ξέρω πόσο σπουδαίο, πόσο διδαχτικό είναι να ξαναβρίσκεις το έργο σου γραμμένο από ξένο χέρι. Διαβάστε αυτούς τους στίχους, σα νά 'ταν ξένοι, και θα νιώσετε μέσ' στα εσώτατα βάθη σας πόσο είναι δικοί σας.
Χαιρόμουν αληθινά σαν διάβαζα και ξαναδιάβαζα το σονέτο αυτό και το γράμμα σας. Σας ευχαριστώ και για τα δυο.
Μην αφήσετε να σας κυριέψει στη μοναξιά σας ανησυχία και ταραχή, επειδή νιώθετε μέσα σας έναν αόριστο πόθο να ξεφύγετε απ' τη μόνωσή σας. Ίσα-ίσα, αυτός ο πόθος — αν τον μεταχειριστείτε γαλήνια και στοχαστικά, σα μέσο για κάποιο σκοπό — θα σας βοηθήσει ν' απλώσετε τη μοναξιά σας σε πιο πλούσιο και πιο πλατύ χώρο. Οι άνθρωποι έχουν βρει για το κάθε τι την ευκολότερη (συμβατική) λύση, την ευκολότερη απ' όλες τις εύκολες λύσεις. Είναι, ωστόσο, φανερό πως πρέπει να στεκόμαστε στο Δύσκολο˙ κάθε ζωντανή ύπαρξη σ' αυτό στέκεται. Το κάθε τι στη φύση αξαίνει κι "αμύνεται" κατά το δικό του τρόπο˙ από μέσα του ξεπηδάει μια ατομικότητα ολότελα δική του, που μάχεται να μείνει δική του με κάθε μέσο κι ενάντια σ' όλα τα εμπόδια. Λίγα πράματα ξέρουμε˙ όμως, για το ότι πρέπει να στεκόμαστε στο Δύσκολο, θά 'μαστε πάντα σίγουροι. Είναι γόνιμη η μοναξιά, επειδή είναι δύσκολη. Ένας παραπάνω λόγος για να επιχειρήσουμε κάτι, πρέπει νά 'ναι η δυσκολία που το κάτι αυτό παρουσιάζει.
Γόνιμος είναι κι ο έρωτας: επειδή κι ο έρωτας είναι δύσκολος. Έρωτας του ανθρώπου για τον άνθρωπο: ίσως αυτό νά 'ναι το δυσκολότερο απ' όσα μάς έταξεν η μοίρα, το πιο απόμακρο, η τελευταία δοκιμασία, το έργο που όλα τ' άλλα δεν είναι παρά προετοιμασία και προπαρασκευή του. Γι' αυτό κι οι νέοι — που είναι "αρχάριοι" στο κάθε τι — δεν ξέρουν ακόμα ν' αγαπούν: πρέπει να διδαχτούν τον έρωτα. Με όλο τους το είναι, με όλες τους τις δυνάμεις συμμαζεμένες γύρω στην ερημική φοβισμένη καρδιά τους, που οι χτύποι της ψηλώνουν ολοένα, πρέπει να μάθουν ν' αγαπούν. Ο καιρός όμως της μαθητείας είναι πάντα καιρός μακρόχρονου "εγκλεισμού". Έτσι είναι, για πολύν καιρό, κι ο έρωτας: μοναξιά, ολοένα και πιο έντονη και πιο βαθιά μόνωση. Έρωτας δε θα πει ν' ανοίγεσαι ευθύς, να δίνεσαι, να ενώνεσαι με κάποιον Άλλον (τι θα ήταν, άλλωστε, η ένωση δυο όντων ακαθόριστων ακόμα, ατέλειωτων, ανοργάνωτων;)˙ είναι μια σπάνια ευκαιρία για να ωριμάσεις, ν' αποχτήσεις μιαν υπόσταση δική σου, να γίνεις εσύ ένας ολόκληρος Κόσμος, για χάρη κάποιου άλλου, αγαπημένου προσώπου˙ είναι μια υψηλή, ακράτητη αξίωση, που σε χρίζει εκλεκτό της και σε σπρώχνει προς τ' απέραντα πλάτη. Μόνο έτσι θά 'πρεπε να μεταχειρίζονται οι νέοι τον έρωτά τους: σαν ένα καθήκον που τους υποχρεώνει να εργάζονται αδιάκοπα στο μέσα τους κόσμο ("ν' ακρομάζονται και να σφυροκοπάνε νύχτα-μέρα"). Δεν είναι ακόμα ώριμοι για το δόσιμο του εαυτού τους, για την εγκατάλειψη και το σβήσιμό τους μέσα σ' ένα άλλο άτομο, για οποιοδήποτε τρόπο Ένωσης. (Πρέπει, πρώτα, και για πολύν-πολύν καιρό, να μαζεύουν και να θησαυρίζουν ολοένα.) Η Ένωση αυτή, το δόσιμο αυτό, είναι το στερνό σκαλοπάτι˙ ίσως η ανθρώπινη ζωή να μη μπορεί ακόμα να το χωρέσει.
Εδώ όμως λαθεύουν οι νέοι τόσο συχνά και τόσο βαριά: ορμάνε ακράτητοι ο ένας προς τον άλλον, όταν τους αγγίξει η αγάπη (είναι στη φύση τους να μη μπορούν να περιμένουν), σκορπίζονται εδώ κι εκεί, ενώ η ψυχή τους είναι γεμάτη ακεφιά, ακαταστασία και ταραχή... Τι μπορεί όμως να βγει απ' αυτό; Τι μπορεί να κάνει η ζωή τούτο το μπερδεμένο σωρό τών μισοσπασμένων υλικών, που αυτοί τα ονομάζουν "ένωσή" τους και πολύ θά 'θελαν να τα ονομάσουν "ευτυχία" τους; Και τι τούς μέλλεται το αύριο; Καθένας τους αφανίζεται για χάρη τού άλλου κι αφανίζει σύγκαιρα τον άλλον κι άλλους πολλούς ακόμα, που ίσως να 'ρχόντουσαν κατόπι. Χάνει το νόημα τής απεραντοσύνης, χάνει όλες του τις δυνατότητες˙ ανταλλάζει το "πήγαιν'-έλα" των σιωπηλών, γεμάτων υποσχέσεις, πραγμάτων, με ένα στείρο ανακάτεμα, απ' όπου δε μπορεί να βγει άλλο τίποτα παρά σιχασιά, απογοήτευση και φτώχεια. Δεν του μένει παρά να γυρέψει σωτηρία σε μιαν απ' τις άπειρες συμβατικές καταστάσεις που είναι παντού στημένες, σα δημόσια καταφύγια, γύρω απ' αυτόν τον επικίνδυνο δρόμο. Καμιά περιοχή τής ανθρώπινης υπόστασης δεν είναι τόσο πολύ γεμάτη από συμβατικότητες, όσο τούτη εδώ: σωσίβια, βάρκες και ναυαγοσωστικά είναι στη διάθεσή του, κάθε είδους βοήθεια που η κοινωνία έχει επινοήσει για τούτο το σκοπό. Για τους ανθρώπους ο έρωτας δεν είναι παρά μια απόλαυση, τον κατάντησαν λοιπόν κάτι εύκολο και φτηνό, ακίνδυνο και σίγουρο, όμοιο με τις απολαύσεις τών δρόμων.
Αλήθεια, πόσοι και πόσοι νέοι στάθηκαν ανίκανοι να βρουν το σωστό δρόμο τής αγάπης, για πόσους τα σύνορα τού έρωτα σταματάνε στο εύκολο, βιαστικό δόσιμο του εαυτού τους! (Οι περισσότεροι, άλλωστε, δε θα προχωρήσουν — σίγουρα — πιο πέρα από κει.) Νιώθουν, πολλοί, να λυγίζουν κάτ' απ' το βάρος αυτού τού λάθους και πασχίζουν να κάνουν βιώσιμη και γόνιμη, με το δικό τους προσωπικό τρόπο, την κατάσταση αυτή όπου βρέθηκαν ριγμένοι. Η φύση τους τούς λέει πως τα προβλήματα του έρωτα — λιγότερο από άλλα, που είναι το ίδιο σημαντικά — δε μπορούν να λυθούν σύμφωνα με τούτον ή εκείνον το γενικό κανόνα που εφαρμόζεται σ' όλες τις περιπτώσεις˙ νιώθουν πως τα προβλήματα αυτά — άμεσα προβλήματα ανθρώπου προς άνθρωπο — χρειάζονται, για κάθε περίπτωση, καινούρια, ιδιαίτερη, αποκλειστικά προσωπική απάντηση. Πώς όμως αυτοί — μια και μπερδεύτηκαν πια έτσι αναμεταξύ τους που δεν ξεχωρίζουν ο ένας απ' τον άλλον, μια και δεν έχουν πια τίποτα Δικό τους — πώς θα μπορούσαν να βρουν μέσα τους κάποιαν έξοδο, για να ξεφύγουν απ' την άβυσσο όπου έχει βουλιάξει η μοναξιά τους;
Έρημοι κι αβοήθητοι, πορεύονται στα τυφλά κι ο ένας κι ο άλλος. Σκορπάνε τις καλύτερες δυνάμεις τους για να γλιτώσουν από συμβατικότητες όπως ο γάμος, και πέφτουν σ' άλλες συμβατικές λύσεις, λιγότερο χτυπητές, το ίδιο όμως θανάσιμες. Επειδή μονάχα για συμβατικότητες είναι άξιοι. Ό,τι βγαίνει απ' αυτές τις βιαστικές κι ανυπόμονες, θολές και ταραγμένες ενώσεις, είναι πάντα συμβατικό. Κάθε σχέση που είναι καρπός αυτής της πλάνης έχει κάτι το συμβατικό, ακόμα κι αν είναι ασυνήθιστη (ή, όπως λέει ο κόσμος, ανήθικη). Κι ο χωρισμός ακόμα θά 'ταν μια συμβατική χειρονομία, μια απρόσωπη τυχαία απόφαση, αδύναμη κι άκαρπη.
Στο δρόμο τού Έρωτα (όπως και στο δρόμο τού Θανάτου, που είναι δύσκολος κι αυτός) δε θα βρεις — άμα τον αντικρύζεις σοβαρά — κανένα φως, καμιάν απόκριση, ούτε σημάδι, ούτε χαραγμένο δρόμο, για να σε βοηθήσουν. Και για τα δυο τούτα καθήκοντα, που κρατάμε κρυμμένα μέσα μας και τα παραδίνουμε στους άλλους χωρίς να φωτίσουμε το μυστικό τους, δεν υπάρχουν γενικοί κανόνες. Όσο όμως πιο πολύ αποζητάμε τη μοναξιά στη ζωή μας, τόσο περισσότερο ζυγώνουμε το μεγάλο νόημα τού έρωτα και τού θανάτου. Οι απαιτήσεις που, τραχύς και δύσκολος, ο έρωτας έχει απ' τη ζωή μας σ' όλη της την πορεία, είναι πάρα πολύ βαριές, κι εμείς, στα πρώτα μας βήματα, είμαστε πολύ αδύναμοι μπροστά τους. Αν όμως σταθούμε καρτερικοί και δεχτούμε τον έρωτα αυτόν σαν τραχιά μαθητεία — αντίς να χανόμαστε σ' όλα εκείνα τα εύκολα και κούφια παιχνίδια, που επινόησε ο άνθρωπος για να μην αντικρύζει κατάματα τη βαθύτερη σοβαρότητα της ζωής — ίσως τότε, κείνοι που θά 'ρθουν καιρό έπειτ' από μάς, να νιώσουν μια κάποια πρόοδο κι ένα ξαλάφρωμα˙ και θά 'ταν σημαντικό τούτο.
Σήμερα μόλις, μπορούμε κι αντικρύζουμε χωρίς προκατάληψη τις σχέσεις τού ενός ανθρώπου με τον άλλον˙ οι προσπάθειές μας να "ζήσουμε" αυτές τις σχέσεις δεν έχουν μπροστά τους κανένα πρότυπο, κανένα παράδειγμα για να τις οδηγήσει. Κι όμως μέσα στο διάβα τού καιρού υπάρχουν μερικά πρότυπα, που άλλο δε θέλουν παρά να βοηθήσουν τα δισταχτικά πρώτα μας βήματα.
Η Νέα Κοπέλα κι η Γυναίκα, στην καινούργια τους, την ατομική τους εξελικτική πορεία, μονάχα για λίγον καιρό θ' αντιγράφουν τις αντρικές συνήθειες, καλές και κακές, μονάχα για λίγον καιρό θα μαϊμουδίζουν τ' αντρικά επαγγέλματα. Άμα περάσει η αβεβαιότητα των μεταβατικών αυτών περιόδων, τότε θ' αποφανεί πως οι γυναίκες διάβηκαν απ' όλα αυτά τα (συχνά γελοία) μασκαρέματα, μόνο και μόνο για να ξεπλύνουν την εσώτατη ύπαρξή τους απ' τις παραμορφωτικές επιδράσεις τού άλλου φύλου. Οι γυναίκες — που μέσα τους κατοικεί μια ζωή πιο αυθόρμητη, πιο γόνιμη, γεμάτη από περισσότερη εμπιστοσύνη — είναι, σίγουρα, πιο ώριμες, πιο "ανθρώπινες" απ' τον άντρα — το φαντασμένο κι ανυπόμονον αρσενικό, που καταφρονάει ό,τι νομίζει πως αγαπάει, επειδή δε γνώρισε ποτέ την τραχιά καρποφορία τών σπλάχνων, που θα του ξάνοιγε (όπως στη γυναίκα) τα μυστικά βάθη τής ζωής. Αυτή η "ανθρωπιά" τής γυναίκας, ωριμασμένη μέσα στον πόνο και την καταφρόνια, θα βγει στο φως τής μέρας, όταν η γυναίκα λυτρωθεί απ' τις κοινωνικές συμβατικότητες, όπου την καταδικάζει η αποκλειστικά θηλυκή υπόστασή της. Κι οι άντρες, που δε νιώθουν ακόμα σήμερα πως η ώρα αυτή ζυγώνει, θα ξαφνιαστούν με τον ερχομό της και θα νικηθούν. Δεν αργεί η μέρα (σίγουρα σημάδια το μαρτυράνε κιόλας, προπάντων στις χώρες του βορρά), δεν αργεί η μέρα που η Νέα Κοπέλα θα υπάρξει, η Γυναίκα θα υπάρξει˙ που οι λέξεις "νέα κοπέλα" και "γυναίκα" δε θα σημαίνουν πια μονάχα το αντίθετο του αρσενικού, μα κάτι ξεχωριστό, που θά 'χει δική του αξία κι υπόσταση, κάτι που δε θά 'ναι απλό συμπλήρωμα άλλου, μα ολοκληρωμένη μορφή τής ζωής και της ύπαρξης — : η γυναίκα-γνήσιος άνθρωπος.
Αυτή η πρόοδος (ενάντια στη θέληση του άντρα, που θα μείνει, στην αρχή, πίσω) θα μεταμορφώσει ριζικά την ερωτική ζωή, πλημμυρισμένην από τόσες πλάνες σήμερα: ο έρωτας δε θά 'ναι πια σχέση άντρα με γυναίκα, αλλά Ανθρώπου με Άνθρωπο˙ θα στέκει πιο κοντά στην ανθρώπινη φύση (γεμάτος άπειρη απαλότητα και σεβασμό, καλός και καθάριος σε όλα κείνα που σμίγει και χωρίζει). Θά 'ναι ο έρωτας που προετοιμάζουμε μ' αγωνία και μόχθο: δυο Μοναχικοί Άνθρωποι, που θα προστατεύουν, θα συμπληρώνουν, θα περιορίζουν και θα σέβονται ο ένας τον άλλον.
Και τούτο ακόμα: μη νομίσετε πως χάθηκε ο μεγάλος έρωτας που σας κυρίεψε κάποτε στα εφηβικά σας χρόνια˙ δε μέστωσαν, τότε, εντός σας τρανοί κι ευγενικοί πόθοι και σχέδια που, σήμερα ακόμα, τροφοδοτούν τη ζωή σας; Πιστεύω πως αυτός ο έρωτας μένει έτσι άφθαρτος και δυνατός μέσα στη θύμησή σας, επειδή στάθηκε η πρώτη σας βαθιά μόνωση, ο πρώτος εσώτερος μόχθος που κάνατε στη ζωή σας.
Σας εύχομαι κάθε καλό, αγαπητέ Κύριε Kappus.
Δικός σας
RAINER MARIA RILKE

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010

Ράινερ Μαρία Ρίλκε - Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή (Μέρος πρώτο)


Φωτογραφία του Rilke όταν ήταν περίπου 25 ετών από εδώ


Εκεί κατά τα τέλη τού φθινοπώρου τού 1902, ο Franz Xaver Kappus, σπουδαστής τής Στρατιωτικής Ακαδημίας τής Wiener Neustadt, καθόταν στο πάρκο τής σχολής και διάβαζε κάτω από τις γέρικες καστανιές. Απορροφημένος καθώς ήταν, δεν αντιλήφθηκε τον καθηγητή και ιερέα τής σχολής, Horaček, που τον πλησίασε, του πήρε το βιβλίο απ' τα χέρια, κοίταξε το εξώφυλλο, το ξεφύλλισε, διάβασε μερικούς στίχους και τελικά είπε: «Έτσι λοιπόν, ο εύελπις René Rilke έγινε ποιητής;»

Άρχισε τότε να αφηγείται στον Franz πως γνώριζε τον Rilke εδώ και δεκαπέντε χρόνια, από τότε που οι γονείς τού τελευταίου τον είχαν στείλει στο Στρατιωτικό Προπαιδευτήριο τού Sankt Pölten, προορίζοντάς τον για αξιωματικό. Ο Horaček ήταν τότε ιερέας εκείνου του σχολείου κι ακόμα θυμόταν τον παλιό μαθητή του. Ένα σιωπηλό, σοβαρό, χαρισματικό αγόρι που του άρεσε να μένει αποτραβηγμένο κι υπέμενε καρτερικά τον ζυγό τού οικοτροφείου. Μετά από τέσσερα χρόνια προβιβάστηκε στην Ανώτερη Σχολή τού Mährisch-Weisskirchen αλλά την εγκατέλειψε για λόγους υγείας κι επέστρεψε στην Πράγα.

Μετά απ' αυτό ο Franz Kappus, εικοσάχρονος εύελπις που κι ο ίδιος είχε βρεθεί ν' ακολουθεί μια καριέρα αντίθετη απ' τους πόθους και τα όνειρά του, αποφάσισε να στείλει τα ποιήματά του στον Rilke που ένιωθε πως ήταν σε θέση να τον καταλάβει περισσότερο απ' οποιονδήποτε άλλον. Τα ποιήματα τα συνόδεψε κι ένα γράμμα στο οποίο ο νεαρός Franz άνοιγε την καρδιά του όσο ποτέ πριν και ποτέ άλλοτε σε κανέναν άλλον.

Αυτό ήταν το ξεκίνημα μιας αλληλογραφίας των δυο τους, που κράτησε ως τα 1908. Στη διάρκειά της δέκα γράμματα έστειλε ο Rilke στον άγνωστό του νέο, που κι αυτός σύντομα παράτησε το στρατιωτικό κι αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία. Τα δέκα αυτά γράμματα εκδόθηκαν για πρώτη φορά στα 1929 με τον τίτλο Briefe an einen jungen Dichter και σ' αυτά ξεδιπλώνεται «μια σύντομη, αλλά ουσιαστική, εικόνα τής "Ποιητικής" τού Ρίλκε και, προπάντων, της καλλιτεχνικής "Ηθικής" του», όπως γράφει στο εισαγωγικό του σημείωμα τής ελληνικής έκδοσης ο Μάριος Πλωρίτης, που μετέφρασε το βιβλίο στη γλώσσα μας.

Από αυτό, λοιπόν, το βιβλίο, το κιτρινισμένο από την πολυκαιρία και την πολυχρησία, (Rainer Maria Rilke, Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή, μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, εκδ. ΙΚΑΡΟΣ) παραθέτω σ' αυτήν και την επόμενη ανάρτησή μου για να μοιραστώ μαζί σας, εκείνα τα γράμματα που με άγγιξαν πιο πολύ και πιο καθοριστικά όταν τα πρωτοδιάβασα εκεί γύρω στα είκοσί μου χρόνια.



I

Παρίσι, 17 του Φλεβάρη 1903

Φίλε Κύριε,

Εδώ και λίγες μέρες πήρα το γράμμα σας. Θέλω να σας ευχαριστήσω για τη μεγάλη και πολύτιμη, για μένα, εμπιστοσύνη που μου δείχνετε. Δε μπορώ όμως να κάνω τίποτα περισσότερο. Δε μπορώ να μπω στην τεχνική των στίχων σας: κάθε είδους κριτική βλέψη είναι κάτι τόσο ξένο από μένα... Η κριτική είναι το χειρότερο μέσο για ν' αγγίξεις ένα έργο τέχνης: καταντάει πάντα σε πετυχημένες, λίγο ή πολύ, παρανοήσεις. Δε μπορούμε όλα να τα συλλάβουμε και να τα εκφράσουμε —όσο κι αν θέλουν πολλοί να μας πείσουν για το αντίθετο. Τα περισσότερα απ' όσα μάς συμβαίνουν δε μπορούμε να τα εκφράσουμε, ξετυλίγονται μέσα σε μια σφαίρα, που ποτέ καμιά λέξη δεν την καταπάτησε. Και απ' όλα πιο αδύνατο είναι να εκφράσουμε τα έργα τής τέχνης, τις μυστηριακές αυτές υπάρξεις που η ζωή τους δε γνωρίζει τέλος, καθώς πορεύεται πλάι στη δική μας την περαστική, την πρόσκαιρη ζωή.

Πρέπει, έπειτ' από τούτη την παρατήρηση, να προσθέσω ακόμα πως οι στίχοι σας δεν έχουν δική τους ατομική έκφραση, κι ωστόσο βρίσκω μέσα κει, δειλό κι αβλάστητο ακόμα, το έμβρυο μιας προσωπικότητας. Το 'νιωσα αυτό εντονότερα στο τελευταίο σας ποίημα: "Η ψυχή μου". Εκεί, κάτι Δικό σας γυρεύει να βρει έκφραση και μορφή. Και μέσ' απ' τ' όμορφο ποίημά σας "Στο Leopardi" αναδίνεται μια κάποια συγγένεια μ' εκείνο τον Μεγάλο Ερημίτη. Ωστόσο, τα ποιήματά σας δεν έχουν δική τους υπόσταση, δεν έχουν αυθυπαρξία —ούτε καν το ποίημα για το Leopardi. Το γράμμα σας, που τα συντρόφευε, δεν παρέλειψε να μου εξηγήσει μια κάποιαν ατέλειά τους, που την ένιωσα διαβάζοντάς τα, χωρίς όμως και να μπορώ να της δώσω ένα όνομα.

Ρωτάτε αν είναι καλοί οι στίχοι σας. Ρωτάτε εμέναν. Ρωτήσατε, βέβαια, κι άλλους πριν. Τους στέλνετε στα περιοδικά. Τους συγκρίνετε μ' άλλα ποιήματα, αναστατωνόσαστε όταν κάποιοι αρχισυντάχτες σάς γυρνάνε πίσω τα ποιητικά σας δοκίμια. Από δω κι εμπρός (μια και μου επιτρέψατε να σας δίνω συμβουλές) σας παρακαλώ να τ' απαρνηθείτε όλ' αυτά. Η ματιά σας είναι γυρισμένη προς τα έξω˙ αυτό, προπάντων, δεν πρέπει να κάνετε τώρα πια. Κανένας δε μπορεί να σας συμβουλέψει ή να σας βοηθήσει, κανένας. Ένας μονάχα δρόμος υπάρχει: βυθιστείτε μέσα στον εαυτό σας, αναζητήστε την αιτία που σας αναγκάζει να γράφετε, δοκιμάστε αν οι ρίζες της φυτρώνουν απ' τις πιο βαθιές γωνιές τής καρδιάς σας. Εξομολογηθείτε στον εαυτό σας: θα πεθαίνατε τάχα, αν σας απαγόρευαν να γράφετε; Τούτο, πρώτ' απ' όλα: αναρωτηθείτε, την πιο σιγηλή ώρα τής νύχτας σας: Πρέπει να γράφω; Σκαλίστε βαθιά μέσα σας, να βρείτε την απόκριση. Κι αν η απόκριση τούτη αντηχήσει καταφατικά, αν απέναντι στο βαθυσήμαντο τούτο ρώτημα μπορείτε να υψώσετε ένα στέρεο κι απλό Πρέπει, τότε πλάσετε τη ζωή σας σύμφωνα μ' αυτή την ανάγκη. Η ζωή σας, ακόμα και στην πιο αδιάφορη, την πιο άδειαν ώρα της, πρέπει να γίνει σημάδι και μάρτυρας αυτής της ορμής. Ζυγώστε, τότε, τη φύση. Πασχίστε, τότε, να πείτε, σα να 'σαστε ο πρώτος άνθρωπος πάνω στη γη, τι βλέπετε, τι ζείτε, τι αγαπάτε, τι χάνετε. Μη γράφετε ερωτικά τραγούδια. Αποφύγετε, πρώτ' απ' όλα, τούτα τα πολύ τρεχούμενα και συνηθισμένα θέματα: είναι τα πιο δύσκολα, κι ο ποιητής πρέπει να φτάσει σ' όλη την τρανή ωριμότητα τής δύναμής του για να μπορέσει να δώσει κάτι δικό του, εκεί όπου, σίγουρη και λαμπερή —κάποιες φορές— η παράδοση παρουσίασε τόσην αφθονία. Μακριά απ' τα μεγάλα γενικά θέματα, σκύψετε σ' εκείνα που σας προσφέρει η καθημερινότητα. Ιστορήστε τις θλίψεις και τους πόνους σας, τους φευγαλέους στοχασμούς σας, την πίστη σας σε κάποιαν ομορφιά —ιστορήστε τα όλα τούτα με βαθιά, γαλήνια, ταπεινή ειλικρίνεια, και μεταχειριστείτε, για να εκφραστείτε, τα πράματα που σας περιτριγυρίζουν, τις εικόνες των ονείρων σας και τις πηγές των αναμνήσεών σας. Αν ίσως η καθημερινότητά σας σάς φαινεται φτωχή, μην την καταφρονήσετε. Καταφρονήστε τον ίδιο τον εαυτό σας, που δεν είναι αρκετά ποιητής και δε μπορεί να καλέσει κοντά του τα πλούτη της. Για το δημιουργό δεν υπάρχει φτώχεια, ούτε φτωχοί κι αδιάφοροι τόποι. Και μέσα σε φυλακή ακόμα αν ήσαστε κλεισμένος, κι οι τοίχοι της δεν αφήνανε τους ήχους τού κόσμου να φτάσουν ως εσάς —δε θα σας έμεναν, ωστόσο, αμόλευτα μέσα σας, τα παιδικά σας χρόνια, ο ακριβός, βασιλικός τούτος πλούτος, ο θησαυρός αυτός των αναμνήσεων; Γυρίστε κατά κει το νου σας. Πασχίστε ν' ανασύρετε, απ' το βυθό αυτών των περασμένων, τις βουλιαγμένες εντυπώσεις. Η προσωπικότητά σας θα δυναμωθεί, η μοναξιά σας δε θα 'ναι πια άδεια και θα σας γίνει ένα καταφύγιο ονείρου, όπου κανένας θόρυβος απ' έξω δε θα φτάνει. Κι αν από τούτη την επιστροφή στον εαυτό σας, από τούτη την καταβύθιση στον δικό σας κόσμο, στίχοι ξεπηδήσουν, δε θα σκεφτείτε να ρωτήσετε τους άλλους αν είναι καλοί στίχοι. Κι ούτε θ' αποζητήσετε να ενδιαφερθούν τα περιοδικά γι' αυτούς: οι στίχοι σας δε θα 'ναι, για σας, παρά ένα αγαπημένο φυσικό σας χάρισμα, ένα κομμάτι κι ένας φθόγγος απ' τη ζωή σας. Ένα έργο τέχνης είναι άξιο μόνο σαν ξεπηδάει από μιαν ανάγκη. Για να το κρίνεις, πρέπει να δεις ποια είν' η πηγή του. Γι' αυτό, φίλε Κύριε, δε μπορώ να σας δώσω παρά τούτη μόνο τη συμβουλή: βυθιστείτε στον εαυτό σας, ψάξτε στα βάθη, απ' όπου πηγάζει η ζωή σας. Εκεί θα βρείτε την απόκριση στο ρώτημα: πρέπει να δημιουργείτε; Δεχτείτε την, όπως θ' αντηχήσει, χωρίς να γυρέψετε το νόημά της. Ίσως βγει πως η Τέχνη σάς καλεί. Τότε, αγκαλιάστε αυτή τη μοίρα, κρατήστε την για πάντα απάνω σας, μ' όλο το βάρος και το μεγαλείο της, χωρίς ποτέ ν' αποζητήσετε καμιάν αμοιβή απ' έξω. Γιατί ο δημιουργός πρέπει να 'ναι ολόκληρος ένας κόσμος για τον εαυτό του, να βρίσκει τα πάντα στον εαυτό του και στη Φύση, που μαζί της είναι δεμένος.

Μπορεί όμως, έπειτ' απ' αυτή την "κάθοδο" μέσα στον εαυτό σας και στον εντός σας "ερημίτη", να πρέπει ν' απαρνηθείτε τη μοίρα τού ποιητή. (Φτάνει, όπως σας είπα, να νιώσει κανένας πως μπορεί να ζήσει και χωρίς να γράφει —κι ευθύς το γράψιμο του είναι απαγορευμένο.) Μα και τότε ακόμα, αυτή η αυτοσυγκέντρωση, που σας ζητώ, δε θα 'χει σταθεί μάταιη. Η ζωή σας θα βρει, δίχως άλλο, μέσ' από κει, τους δικούς της δρόμους˙ κι εύχομαι, περισσότερο απ' όσο δύνονται τα λόγια μου να σας πουν, οι δρόμοι σας τούτοι να 'ναι άξιοι, πλατιοί κι ευτυχισμένοι.

Τι άλλο μπορώ να πω; Νομίζω πως τόνισα ό,τι έπρεπε. Κι ακόμα μια φορά, ένα θέλω να σας συμβουλέψω: ν' αναπτυχθείτε, γαλήνια και σοβαρά, σύμφωνα με το δικό σας νόμο. Θα συνταράζατε, όσο γίνεται πιο βίαια κι ολέθρια, την εξέλιξή σας, αν στρέφατε τη ματιά σας προς τα έξω κι αν προσμένατε απ' έξω απόκριση σε ρωτήματα, όπου μόνο το πιο βαθύ αίσθημά σας, στην πιο χαμηλόφωνη ώρα σας, μπορεί ίσως ν' αποκριθεί.

Με χαρά μου βρήκα το όνομα τού καθηγητή Horaček στο γράμμα σας. Διατηρώ πάντα, από τα χρόνια κείνα, βαθύ σεβασμό κι ευγνωμοσύνη για τον αγαπητόν αυτό σοφό. Θα είχατε την καλοσύνη να του το πείτε; Είναι τόσο καλός που με θυμάται ακόμα, και του χρωστώ χάρη γι' αυτό.

Σας στέλνω πίσω τους στίχους, που φιλικά μού εμπιστευτήκατε. Και σας ευχαριστώ, άλλη μια φορά, για τη μεγάλη κι εγκάρδια εμπιστοσύνη σας. Προσπάθησα, στην ανυπόκριτη τούτη απάντησή μου, γραμμένη όσο δυνόμουν καλύτερα, να φανώ της εμπιστοσύνης αυτής κάπως περισσότερο άξιος απ' ό,τι πραγματικά είμαι, ο ξένος εγώ.

Μ' αφοσίωση και συμπάθεια
RAINER MARIA RILKE

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2009

Doris Lessing, Το πιο γλυκό όνειρο



Το παλιό αρχοντικό των Λένοξ στο Χάμπστεντ στεγάζει την ιστορία μιας οικογένειας, που απλώνεται χρονικά σε σχεδόν ολόκληρο τον εικοστό αιώνα.

Στον ψηλότερο όροφό του κατοικεί η Γιούλια, εκπατρισμένη Γερμανίδα, απόγονος εύπορης, αριστοκρατικής οικογένειας με πατέρα διπλωμάτη και μητέρα μουσικό. Το 1914 η δεκατετράχρονη Γιούλια γνωρίζει τον εικοσιπεντάχρονο Φίλιπ Λένοξ, Άγγλο γραμματέα της πρεσβείας στο Βερολίνο. Οι δυο νέοι ερωτεύονται και συμφωνούν να παντρευτούν μόλις η Γιούλια κλείσει τα δεκάξι της χρόνια. Όμως ο πόλεμος έρχεται ν' ανατρέψει τα σχέδιά τους με την Αγγλία και τη Γερμανία αντιμέτωπες. Ο Φίλιπ πηγαίνει να πολεμήσει, η Γιούλια και η οικογένειά της αντιμετωπίζονται με καχυποψία, αλλά όταν το 1919 ο Φίλιπ αποστρατεύεται, οι δυο ερωτευμένοι παντρεύονται και εγκαθίστανται στο Λονδίνο. Αποκτούν κι ένα παιδί, τον Τζόλιον, ο οποίος αιφνιδίως εγκαταλείπει τις σπουδές του στο Ίτον για να πάει εθελοντής στον Ισπανικό Εμφύλιο ως σύντροφος Τζόνι Λένοξ.

Έχοντας πλήρως ενστερνιστεί τις αρχές του σταλινισμού, ο Τζόνι θεωρεί πως η επανάσταση προηγείται όλων των προσωπικών υποθέσεων και προκειμένου να την υπηρετήσει δε διστάζει να εγκαταλείψει τη σύζυγό του Φράνσις και τους δυο γιους τους Άντριου και Κόλιν. Έτσι στο παλιό αρχοντικό των Λένοξ θα εγκατασταθούν οι τρεις τους κατόπιν προτροπής της Γιούλιας, που δεν αισθάνεται καμιά απολύτως περηφάνεια για το γιο της, την ιδεολογία και τις πράξεις του.

Η Φράνσις αναδεικνύεται σε στοργική μητρική φιγούρα όχι μόνο για τα δικά της παιδιά, αλλά κι όλους τους έφηβους φίλους τους που, χολωμένοι με τις οικογένειές τους, έχουν κάνει σπίτι τους το σπίτι της (προς μεγάλη έκπληξη και δυσαρέσκεια της Γιούλιας) και μαζεύονται γύρω από το διαρκώς επεκτεινόμενο για να τους χωρέσει τραπέζι της κουζίνας της. Έχει ήδη μπει η δεκαετία του εξήντα και το πνεύμα της έχει διαποτίσει τους νέους, που διακαώς επιθυμούν να σπάσουν τους δεσμούς με το παρελθόν και αποζητούν ελευθερία. Κατεστραμμένη γενιά, θεωρεί η Γιούλια και το αποδίδει στους δυο παγκόσμιους πολέμους που προηγήθηκαν. Κι είναι αυτό ακριβώς το τραπέζι, όπου όλοι μαζεύονται τα βράδια για να δειπνήσουν, ν' αστειευτούν, να κομπάσουν για τις επιτυχίες τους στις «απαλλοτριώσεις» (μικροκλοπές βιβλίων και ρούχων από τους «καπιταλιστές» καταστηματάρχες), να συζητήσουν έντονα για τις πολιτικές ιδεολογίες της εποχής που θα οδηγήσουν στον ονειρεμένο καλύτερο κόσμο. Οι σχέσεις των ανθρώπων, έτσι όπως διαμορφώνονται γύρω του, παρέχουν μια κατά πολύ ασφαλέστερη και καλύτερη κατανόηση της ανθρώπινης φύσης απ' όσο θα μπορούσε ποτέ η οποιαδήποτε πολιτική ιδεολογία να προσφέρει.

Η διαρκώς διευρυνόμενη με νέα μέλη «οικογένεια» της Φράνσις θα συμπεριλάβει στους στοργικούς της κόλπους και τη δεκατετράχρονη Τίλυ, προγονή του Τζόνι, κόρη της δεύτερης γυναίκας του από τον πρώτο της γάμο, που είναι ένα ψυχικό ερείπιο. Τη φροντίδα της θ' αναλάβει ο Άντριου αλλά και η Γιούλια που θα εμπλακεί συναισθηματικά σε τέτοιο βαθμό, ώστε να τη θεωρήσει σαν το πραγματικό παιδί της. Είναι η Γιούλια που θα απαλλάξει την κοπέλα από το παιδιάστικο παρατσούκλι της, δίνοντάς της πίσω το πραγματικό της όνομα, Σύλβια, σ' ένα συμβολισμό της «αναγέννησής» της.

Κάποτε οι ονειροπόλοι έφηβοι ενηλικιώνονται. Κάποιοι απ' αυτούς οδηγούνται στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, σπρωγμένοι απ' την ιδεολογία τους. Μολονότι θα ξανασυναντηθούν αργότερα στην αφρικανική ήπειρο, οι συναντήσεις τους δε θα είναι παρά μια παρωδία των αλλοτινών συνευρέσεών τους στο αρχοντικό των Λένοξ. Η δεκαετία του εξήντα με την αθωότητα και τα οράματά της έχει πια παρέλθει και το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό έχει αλλάξει.


Η Ντόρις Λέσινγκ έχει συνθέσει ένα υπέροχο, απολαυστικό μυθιστόρημα με χαρακτήρες αλησμόνητους και με πραγματικό πρωταγωνιστή τη δεκαετία του εξήντα.

Στο σημείωμά της στο βιβλίο γράφει:
«Ελπίζω ότι κατάφερα να ανασυνθέσω το πνεύμα της δεκαετίας του εξήντα, κυρίως –εκείνης της αντιφατικής εποχής που, αν την αντιπαραθέσει κανείς με αυτές που ακολούθησαν, φαντάζει εκπληκτικά ανυποψίαστη. Δεν είχε παρά ελάχιστη από την ανηθικότητα της δεκαετίας του εβδομήντα ή την κυνική απληστία της δεκαετίας του ογδόντα».

Ο αναγνώστης με πίκρα διαπιστώνει (ή μάλλον επιβεβαιώνει) πως «αυτός ο κόσμος δε θ' αλλάξει ποτέ». Πώς αλλιώς, αφού με το πέρασμα στην ενηλικίωση προδίδεται και καταρρέει «το πιο γλυκό όνειρο»;

___________________

Σημείωση : Στη συγγραφέα απονεμήθηκε το 2007 το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για τη συνολική της προσφορά στη λογοτεχνία. Άλλα αξιοσημείωτα έργα της είναι : Το χρυσό σημειωματάριο (The Golden Notebook), Το πέμπτο παιδί (The Fifth Child), Τα παιδιά της βίας (Children of Violence), Ο καλός τρομοκράτης (The Good Terrorist), Αναμνήσεις ενός επιζώντος (The Memoirs of a Survivor) και πολλά άλλα, καθώς είναι πολυγραφότατη.




Τετάρτη 27 Μαΐου 2009

Jonathan Coe - Σαν τη βροχή πριν πέσει

Το «Σαν τη βροχή πριν πέσει» είναι ένα συγκινητικό μυθιστόρημα του Βρεττανού συγγραφέα Τζόναθαν Κόου.



Μια γηραιά κυρία, η Ρόζαμοντ, περιγράφει λεπτομερώς είκοσι ξεθωριασμένες φωτογραφίες. Μέσα από τις περιγραφές αυτές, τις οποίες και μαγνητοφωνεί, ξεδιπλώνεται μια οικογενειακή ιστορία τριών γενεών γυναικών, εγκλωβισμένων στην ίδια τραγική μοίρα, καθώς το φορτίο του πόνου μεταφέρεται ηθελημένα ή αθέλητα από γενιά σε γενιά.

Μυθιστόρημα με πρωτοτυπία και δύναμη στην αφήγηση, βαθιά ανθρώπινο και συγκινητικό.

[...Πήγα να τις βρω, αλλά η Ρεμπέκα δεν στράφηκε όταν άκουσε τα βήματά μου πάνω στα βότσαλα. Σκίασε με το χέρι τα μάτια της, κοίταξε προς τα βουνά και είπε: «Κοίτα αυτά τα σύννεφα. Θα έχουμε καταιγίδα, αν έρθουν προς τα εδώ». Η Τέα άκουσε το σχόλιο. Πάντα αντιλαμβανόταν αμέσως τις μεταβολές της διάθεσης – δεν έπαυε ποτέ να με εκπλήσσει το πόσο ευαίσθητο παιδί ήταν, πόσο τέλεια συντονισμένο με τα συναισθήματα των μεγάλων. Αυτό την έκανε να ρωτήσει: «Γι' αυτό φαίνεσαι λυπημένη;» «Λυπημένη;» είπε η Ρεμπέκα και στράφηκε. «Εγώ; Όχι, δεν με πειράζει η καλοκαιρινή βροχή. Για την ακρίβεια, μου αρέσει. Είναι το αγαπημένο μου είδος». «Το αγαπημένο σου είδος βροχής;» είπε η Τέα. Θυμάμαι πως ήταν συνοφρυωμένη, πως αναλογιζόταν αυτό που είχε ακούσει, κι έπειτα ανακοίνωσε: «Ε λοιπόν, εμένα μου αρέσει η βροχή πριν πέσει». Η Ρεμπέκα χαμογέλασε ακούγοντάς το. Εγώ όμως είπα (με μάλλον υπερβολικό σχολαστικισμό): «Ναι, αγάπη μου, αλλά πριν πέσει δεν είναι πραγματικά βροχή». Είπε η Τέα: «Και τι είναι;» Κι εγώ της εξήγησα: «Στην ουσία, είναι υγρασία. Υγρασία μέσα στα σύννεφα». Η Τέα χαμήλωσε το βλέμμα και φάνηκε να την απορροφά ξανά η τακτοποίηση των βότσαλων στην όχθη: έπιασε δύο κι άρχισε να τα χτυπά μεταξύ τους. Ο ήχος και η αίσθηση φαινόταν να την ευχαριστεί. Εγώ συνέχισα: «Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, δηλαδή, η βροχή πριν πέσει. Πρέπει να πέσει, αλλιώς δεν είναι βροχή». Ήταν ανόητο να λες κάτι τέτοιο σε ένα μικρό παιδί. Έχω μετανιώσει που το ξεκίνησα. Αλλά η Τέα δεν φάνηκε να δυσκολεύεται να συλλάβει το νόημα. Κάθε άλλο, μάλιστα – γιατί ύστερα από λίγες στιγμές με κοίταξε και κούνησε το κεφάλι με οίκτο, σαν να δοκίμαζε την υπομονή της συζητώντας τέτοια θέματα με μια χαζή. «Και βέβαια δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα», είπε. «Γι' αυτό είναι το αγαπημένο μου είδος. Μπορεί κάτι να σε κάνει χαρούμενη ακόμα κι αν δεν είναι αληθινό, έτσι δεν είναι;» Έπειτα έτρεξε προς το νερό, χαμογελώντας πονηρά, ευτυχής που η λογική της της είχε χαρίσει μια τόσο εντυπωσιακή νίκη...]

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, σε μετάφραση Μαργαρίτας Ζαχαριάδου.


________________________


Πηγή για την εικόνα: εδώ