Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2021

Νικηφόρος Βρεττάκος, Το τριαντάφυλλο

 
Το τριαντάφυλλο
 
Ποίηση: Νικηφόρος Βρεττάκος 
Μουσική: Πηγή Λυκούδη 
Απαγγελία: Γιάννης Φέρτης 
Ερμηνεία: Ελένη Πέτα 
Διεύθυνση ορχήστρας ΚΑΜΕΡΑΤΑ – Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής: Αλέξανδρος Μυράτ 
[Από συναυλία της Πηγής Λυκούδη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών] 

Το τριαντάφυλλο 

Είδα στον ύπνο μου, απόψε, πως μίκρυνες. 
Πως έγινες ένα τριαντάφυλλο κόκκινο, 
φρέσκο, σαν άκοπο. Σ' είχα 
στο χέρι μου, τάχα, και πήγαινα, 
πήγαινα – 
               Πέρασα κι άφησα 
δεξιά τον Ταΰγετο. Στάθηκα μόνο, 
τον κοίταξα λίγο, ξαναπήρα τον δρόμο μου κι όλο 
πήγαινα, πήγαινα – 
                              Πού να σε βάλω; 
         Όλη η γης είναι στήθος μου.

Από την ενότητα Παιχνίδια με τα χρώματα της συλλογής του Νικηφόρου Βρεττάκου Το βάθος του κόσμου (1961).

_____________________

Πηγή: Νικηφόρου Βρεττάκου, Τα ποιήματα, τόμος δεύτερος, εκδ. Θεμέλιο | Τρία φύλλα, Αθήνα 1999. 


Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος, Μικρός Τύμβος (17 Νοεμβρίου 1973)



Μικρός Τύμβος
(17 Νοεμβρίου 1973)

Δίχως τουφέκι και σπαθί, με τον ήλιο στο μέτωπο,
υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί. Είστε το Ποίημα.

Απλώνοντας το χέρι μου δε φτάνει ως εκεί
που ωραία λουλούδια σε υψηλό λειμώνα τις μορφές σας
λιτανεύει ο αέρας της αρετής. Ω παιδιά μου,

μπροστά σ' αυτό το Ποίημα μετράει μόνο η σιωπή.


Από την ενότητα Παραλειπόμενα της συγκεντρωτικής συλλογής Τα ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου, εκδόσεις Τρία φύλλα, Αθήνα 1999, τόμος Β.

___________________________


Η φωτογραφία που συνοδεύει το ποίημα είναι του Βασίλη Καραγεώργου και την πήρα από εδώ.


Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Νικηφόρος Βρεττάκος, Τ' αυτί μου εδώ...




Γιώργος Σταυριανός, Le Chant De La Mer / δίσκος: Γιώργος Σταυριανός, Codes (2006)


Τ' αυτί μου εδώ...

Το αυτί μου, εδώ, ιδίως τις νύχτες,
κοχύλι αιώνων που βούιζες
μέσα του. Κι αυτή η μουσική
που θαρρούσα πως έρχονταν
βγαίνοντας μέσ' απ' τα σπλάχνα
του σύμπαντος, διασχίζοντας έτη
και έτη φωτός, τώρα που βάζω
σε τάξη τη μνήμη μου και ξέρω
από φθόγγους, νομίζω πως ήταν
η πιο όμορφη που άκουσα.

Νικηφόρος Βρεττάκος, Συνάντηση με τη θάλασσα, εκδ. Τρία φύλλα, Αθήνα 1991.

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα δεκατέσσερα παιδιά

Βούλα Παπαϊωάννου, Μάθημα σε σχολείο

(Από το ποίημα σε τρία μέρη με τίτλο «Τρία ποιήματα στη γυναίκα με το τσακισμένο χέρι», αφιερωμένο στην Καλλιόπη Αποστολίδη-Βρεττάκου)


ΙΙΙ. Τα δεκατέσσερα παιδιά



«...Εν αρχή ην η αγάπη...» μελωδούσε γιομίζοντας
το γυμνό σου δωμάτιο μια παράξενη άρπα
καθώς σ' έπαιρνε ο ύπνος και το χέρι σου, κρύο,
σαν κλωνί λεμονιάς σε νεκρό, αναπαύονταν
πάνω στο στήθος σου. Κ' έβλεπες
πως άνοιγε τάχα μια πόρτα στον ύπνο σου.
Πως μπαίναν τα δεκατέσσερα παιδιά λυπημένα
και στεκόντουσαν γύρω σου. Τα μάτια τους θύμιζαν
σταγόνες σε τζάμια: «Έλεος! Έλεος! Έλεος!...»
Τινάζοντας τη βροχή και το χιόνι από πάνω τους,
τα ζύγιαζες με το βλέμμα σου σα νάθελες να τους κόψεις
την ευτυχία στα μέτρα τους, ενώ η άρπα συνέχιζεν
απαλά μες στον ύπνο σου: «…Ό,τι θέλει κανείς
μπορεί να φτιάξει με την αγάπη. Ήλιους κι αστέρια,
ροδώνες και κλήματα…»
  Αλλά εσύ προτιμούσες
μποτίτσες φοδραρισμένες με μάλλινο,
πουκάμισα κλειστά στο λαιμό—
γιατί φυσάει πολύ στο Καλέντζι!
Έβλεπες πως ράβεις με τα δυο σου χέρια,
έβλεπες πως ζυμώνεις με τα δυο σου χέρια
κι ονειρευόσουν πως μπαίνεις στην τάξη
με δεκατέσσερις φορεσιές,
με δεκατέσσερα χριστόψωμα στην αγκαλιά σου.

Αλλά ξύπναγες το πρωί κι άκουγες που έβρεχε.
Σε δίπλωνε σα μια λύπη τ' αδιάβροχό σου
κι ο δρόμος για το σχολειό γινόταν πιο δύσκολος.
Βάδιζες κ' είχες σκυμμένο το πρόσωπο
σα νάταν κάποιος απάνω σου και να σ' έκρινε
για τ' άδεια σου χέρια. Σα νάφταιγες μάλιστα,
σ' όλη τη διαδρομή σε μπάτσιζε το χιονόνερο.

Έμπαινες στο σχολειό κι όπως τ' αντίκρυζες
μοιραζόταν σε δεκατέσσερα χαμόγελα το πρόσωπό σου.
Θυμόσουν πως η αγκάλη σου ήταν μισή
κι ανεβαίνοντας πάνω στην έδρα σου
άνοιγες τη λύπη σου και τα σκέπαζες
όπως ο ουρανός σκεπάζει τη γη.

Ώρα 8 και 20΄ ακριβώς.
Το μάθημα αρχίζει κανονικά.
Εσύ πάνω απ' την έδρα κι απ' αντίκρυ σου ο Χριστός,
απαλός και γλυκύς μες στο κάδρο του,
δίνετε τα χέρια πάνω από τα κεφάλια τους
να τους κάμετε μια στέγη από ζεστασιά
γιατί σας ήρθανε και σήμερα μουσκεμένα
κ' η λύπη περπατάει μες στα μάτια τους
όπως ο σπουργίτης πάνω στο φράχτη.

Το καλαμπόκι δεν ψώμωσε το περσινό καλοκαίρι
κι ακούς το ψωμάκι που κλαίει μες στις μπόλιες τους.
Ώρα 10 και 20΄. Το μάθημα συνεχίζεται.
Οι σπουργίτες σου χτυπούν τα φτερά τους.
Το μολύβι πεθαίνει ανάμεσα στα κοκκαλιασμένα τους δάχτυλα.
Η καρδιά σου είναι τώρα μια στάμνα σπασμένη.
Τα λόγια σου βγαίνουν αργά σα μια βρύση που στέρεψε:
«Ο μέγας Αλέξανδρος... Ο μέγας Αλέξανδρος... Ο μέγας Αλέξανδρος...».
Τα δάχτυλά σου είναι πέντε. Τα μέτρησες δέκα φορές.
Τα δάχτυλά σου είναι πέντε. Μετράς το ένα χέρι σου
—τ' άλλο σου βρίσκεται τυλιγμένο σε συννεφιά—
τα δάχτυλά σου είναι πέντε. Σηκώνεις το πρόσωπο,
κοιτάζεις τη στέγη, κάνεις πως σκέφτεσαι
σκύβεις πάλι στην έδρα, ξεφυλλίζεις τον Αίσωπο,
κατεβαίνεις και γράφεις στο μαυροπίνακα,
κοιτάζεις τον ουρανό απ' το παράθυρο,
γυρίζεις το κεφάλι σου αλλού,
δε μπορείς άλλο παρά να κλάψεις.
Παίρνεις το μαθητολόγιο στα χέρια σου,
κάτι ψάχνεις να βρεις, το σηκώνεις διαβάζοντας
και σκεπάζεις το πρόσωπό σου.

Τα σύννεφα έχουν μπει μες στην τάξη.
Αντίκρυ σου κι ο Χριστός παραδέρνει σ' αμηχανία.
Θαρρείς και σηκώνει στ' αλήθεια τα χέρια του
ενωμένα στο φως που πέφτει από πάνω του.
Νιώθει στενόχωρα όπως τα μεσάνυχτα στη Γεσθημανή
και δεν είμαι εκεί να σου χτυπήσω τον ώμο
και δεν είμαι εκεί να σου ειπώ: Δώσ' του θάρρος,
βοήθησέ τον να βγει απ' τη δύσκολη θέση,
κατέβαινε, διάσχισε την αίθουσα γρήγορα,
μην τον αφήνεις εκτεθειμένο στα βλέμματα των παιδιών,
δώσ' του ένα βιβλίο να κάνει πως συλλαβίζει,
δώσ' του ένα βιβλίο να κρύψει τα μάτια του.


Από τη συλλογή Ο χρόνος και το ποτάμι (1957)


________________________


Πηγές:

Για το ποίημα: Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα ποιήματα, τόμος Α, εκδ. Τρία φύλλα 1999
Για την εικόνα: εδώ


Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

Νικηφόρος Βρεττάκος, Υποθήκαι εις εαυτόν


























Υποθήκαι εις εαυτόν


Μια κι ο καιρός τελειώνει κάπου, άκουσε ψυχή μου:
Λιγόστεψε τις μάταιες ώρες, κέρδισέ τα όλα.
Άφησε αυτούς που δεν έχουν αστέρι στο βάθος,
τις φωταψίες, τα τύμπανα, την τύρβη των πραγμάτων.
Τα πρόσωπά τους από σκέτο χώμα
θ' αφανιστούν σαν μούμιες όταν πάρει ο ήλιος.


Βάδιζε, βάδιζε, λοιπόν, ψηλώνοντας το μέτωπό σου.
Ξεστράτισε από τη μεριά των πεθαμένων
και κύλα με τα ζωντανά νερά,
με την κορφή σου σταθερά προσανατολισμένη
στον ήλιο που δεσπόζει των καιρών,
στον ήλιο που δεσπόζει σε όλα όσα
παρασέρνουν τα δίκαια ποτάμια:
τους μικρούς φρύνους και τις μάταιες πράξεις.


Οι αιώνες είναι παιδιά που σαρώνονται,
μην το ξεχνάς.


Εσύ, είσαι άντρας.


Από τη συλλογή Ο χρόνος και το ποτάμι (1957)


______________


Πηγές:
- Για το ποίημα: Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα ποιήματα, τόμος Α, εκδ. Τρία φύλλα (1999)
- Για την εικόνα: εδώ


Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

Νικηφόρος Βρεττάκος, Ίσως είναι...



Θάλασσα  

Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος 
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Ερμηνεία: Milva
Δίσκος: Αλεπού της αγάπης (1994)


Ίσως είναι...


Ίσως είναι το μητρικό σου αλάτι
που σήμερα μ' έφερε, θάλασσα,
κοντά σου. Αλλά κι αν ακόμη
δεν είσαι μητέρα μου, μοιάζουμε
πάντως. Μπορεί και τα λόγια μου
να είναι αέρας σαν τα δικά σου.
Καιρός είναι άλλωστε ν' αφήσουμε
τα όνειρα, σαν μια φούχτα άμμο
που τη ρίχνουμε πίσω μας. Αρκεί
πως αυτός ο παράδοξα όμορφος
κόσμος μάς μάγεψε. Μεθύσαμε
θάλασσα!
Τόσο η ψυχή μου όσο
κ' εσύ, τον γιομίσαμε κύματα.

Νικηφόρος Βρεττάκος, Συνάντηση με τη θάλασσα, εκδ. Τρία φύλλα, Αθήνα 1991.