Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΞΕΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΞΕΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2019

Paul Simon, The Sound of Silence




Paul Simon, The Sound of Silence
Ερμηνεία: Paul Simon & Art Garfunkel
Από τον δίσκο Wednesday Morning, 3 a.m. (1964)


Σαν σήμερα πριν από 55 χρόνια ολοκληρώθηκε η δημιουργία του The Sound of Silence, ενός από τα πιο διάσημα και αγαπημένα τραγούδια του εικοστού αιώνα, που μας χάρισε το ντουέτο των Paul Simon & Art Garfunkel.

Ο δημιουργός του τραγουδιού, ο Paul Simon, είχε ήδη από τον Νοέμβριο του 1963 έτοιμη τη μουσική, αλλά τελειοποίησε τους στίχους στις 19 Φεβρουαρίου 1964, όπως θυμάται ο Art Garfunkel. Ηχογραφήθηκε τον Μάρτιο του 1964 σαν ένα από τα κομμάτια του πρώτου δίσκου του ντουέτου Paul Simon & Art Garfunkel με τίτλο Wednesday Morning, 3 A.M. Ο δίσκος κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, αλλά αποτέλεσε εμπορική αποτυχία κι οδήγησε στη διάλυση του ντουέτου.

Την άνοιξη, όμως, του 1965 το τραγούδι, λες και το ανακάλυψαν εκ νέου, άρχισε να παίζεται από ραδιοφωνικούς σταθμούς της Βοστώνης, της Μασαχουσέτης και της Φλόριδας. Βλέποντας τις ραδιοφωνικές μεταδόσεις του τραγουδιού να αυξάνονται, ο παραγωγός του, Tom Wilson, αποφάσισε να προχωρήσει σε μια καινούρια ηχογράφησή του προσθέτοντας ηλεκτρονικά όργανα. Η ηχογράφηση αυτή έγινε εν αγνοία του ντουέτου και κυκλοφόρησε με τη μορφή single τον Σεπτέμβριο του 1965.

Στα τέλη Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς το τραγούδι βρισκόταν στο νούμερο 1 της λίστας Hot 100 του περιοδικού Billboard. Η επιτυχία αυτή οδήγησε στην επανένωση του ντουέτου και στην ηχογράφηση του δεύτερου δίσκου τους, τον οποίο η δισκογραφική εταιρεία Columbia τιτλοφόρησε Sounds of Silence προσδοκώντας να εξαργυρώσει την επιτυχία του κομματιού.

Το τραγούδι γνώρισε διεθνή επιτυχία και σήμερα θεωρείται κλασικό στο είδος του. Μάλιστα το 2013 μπήκε μαζί με τον ομότιτλο δίσκο στον Εθνικό Κατάλογο Ηχογραφήσεων (National Recording Registry) της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου, επειδή κρίθηκε πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντικό.


The sounds of silence

Hello, darkness, my old friend
I've come to talk with you again
Because a vision softly creeping
Left its seeds while I was sleeping

And the vision that was planted in my brain
Still remains
Within the sound of silence

In restless dreams I walked alone
Narrow streets of cobblestone
'Neath the halo of a street lamp
I turned my collar to the cold and damp

When my eyes were stabbed by the flash of a neon light
That split the night
And touched the sound of silence

And in the naked light I saw
Ten thousand people, maybe more
People talking without speaking
People hearing without listening

People writing songs that voices never share
And no one dare
Disturb the sound of silence

"Fools," said I, "you do not know
Silence, like a cancer, grows
Hear my words that I might teach you
Take my arms that I might reach you"

But my words like silent raindrops fell
And echoed in the wells of silence

And the people bowed and prayed
To the neon god they made
And the sign flashed out its warning
In the words that it was forming

And the sign said
"The words of the prophets are written on the subway walls
And tenement halls
And whispered in the sounds
Of silence"

___________________

Πληροφορίες για το τραγούδι: εδώ


Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

James Kavanaugh, Will You Be My Friend?




Carole King, You've Got a Friend
Δίσκος: Tapestry (1971)



Will You Be My Friend?


Will you be my friend?
There are so many reasons why you never should:
I'm sometimes sullen, often shy, acutely sensitive,
My fear erupts as anger, I find it hard to give,
I talk about myself when I'm afraid
And often spend a day without anything to say.
But I will make you laugh
And love you quite a bit
And hold you when you're sad.

I cry a little almost every day
Because I'm more caring than the strangers ever know,
And, if at times, I show my tender side
(The soft and warmer part I hide)
I wonder,
Will you be my friend?

A friend
Who far beyond the feebleness of any vow or tie
Will touch the secret place where I am really I,
To know the pain of lips that plead and eyes that weep,
Who will not run away when you find me in the street
Alone and lying mangled by my quota of defeats
But will stop and stay - to tell me of another day
When I was beautiful.

Will you be my friend?
There are so many reasons why you never should:
Often I'm too serious, seldom predictably the same,
Sometimes cold and distant, probably I'll always change.
I bluster and brag, seek attention like a child.
I brood and pout, my anger can be wild,
But I will make you laugh
And love you quite a bit
And be near when you're afraid.

I shake a little almost every day
Because I'm more frightened than the strangers ever know
And if at times I show my trembling side
(The anxious, fearful part I hide)
I wonder,
Will you be my friend?

A friend
Who, when I fear your closeness, feels me push away
And stubbornly will stay to share what's left on such a day,
Who, when no one knows my name or calls me on the phone,
When there's no concern for me - what I have or haven't done -
And those I've helped and counted on have, oh so deftly, run,
Who, when there's nothing left but me, stripped of charm and subtlety,
Will nonetheless remain.

Will you be my friend?
For no reason that I know
Except I want you so.


**************


Πηγή για το ποίημα: εδώ. Παραθέτω και την ελεύθερη απόδοση που έκανε η Άννυ Λιγνού και βρήκα εδώ. Έχω βέβαια κάποιες μικρούλες ενστάσεις ως προς την απόδοση. Μία από αυτές αφορά τον τίτλο που επαναλαμβάνεται ως στίχος πολλές φορές μέσα στο ποίημα. Εγώ θα προτιμούσα το «Θα γίνουμε φίλοι;» που το θεωρώ πιο κοντά εννοιολογικά σ' αυτό που θέλει να πει ο ποιητής. Αλλά μπορεί να κάνω και λάθος. Ας είναι. Δεν κάνει και τόσο μεγάλη διαφορά και δεν αφαιρεί τίποτε σημαντικό από την ομορφιά του ποιήματος.


Θα είμαστε φίλοι;


Θα είμαστε φίλοι;
Υπάρχουν τόσοι πολλοί λόγοι που δεν θα έπρεπε ποτέ να το δεχτείς
Συχνά παραείμαι ντροπαλός κι αγέλαστος, ιδιαίτερα ευαίσθητος
Ο φόβος μου ξεσπάει σαν οργή
μου είναι τόσο δύσκολο να αφεθώ, να χαλαρώσω
Μιλάω όλο για μένα όταν φοβάμαι
κι άλλοτε πάλι, πάνε μέρες χωρίς τίποτα να πω
Μα θα σε κάνω να γελάς και θα σε αγαπάω
Κι όταν λυπάσαι θα σε έχω αγκαλιά

Κλαίω λιγάκι σχεδόν κάθε μέρα
γιατί με νοιάζει πιο πολύ απ’ όσο θα φαντάζονταν οι άλλοι
Κι όταν καμιά φορά αποκαλύψω την τρυφερή πλευρά μου
(το πιο ζεστό και μαλακό κομμάτι που όλο κρύβω)
Αναρωτιέμαι, θα είμαστε φίλοι;

Ένας φίλος που πέρα από αδυναμίες κι όρκους
Θα αγγίξει το μυστικό, κρυφό μου μέρος, εκεί που είμαι πράγματι εγώ
Θ’ αναγνωρίσει πως πονώ στα δακρυσμένα μάτια και στα χείλη
Και δεν θα πάρει δρόμο όταν με δει
πεσμένο κάτω απ' τις προσωπικές μου ήττες
Αλλά θα σταματήσει και θα μείνει για να μου πει για τον καιρό
που ήμουν κάποτε όμορφος κι εγώ

Θα είμαστε φίλοι;
Υπάρχουν τόσοι λόγοι που δεν θα 'πρεπε ποτέ να το δεχτείς
Συχνά παραείμαι σοβαρός, δεν ξέρεις από μένα τι να περιμένεις
Άλλες φορές ψυχρός κι απόμακρος κι όλο μου φαίνεται θ’ αλλάζω και θ' αλλάζω
Καυχιέμαι, κοκορεύομαι, σαν το παιδί την προσοχή ζητάω
παίρνω φωτιά, έχω άγριο θυμό
Μα θα σε κάνω να γελάς και θα σε αγαπάω
Κι όταν φοβάσαι θα σε παίρνω αγκαλιά

Κλονίζομαι λιγάκι κάθε μέρα
Γιατί φοβάμαι πιο πολύ απ΄ όσο θα φαντάζονταν οι άλλοι
κι αν κάποτε την τρομαγμένη μου πλευρά αποκαλύψω
(το αγωνιώδες φοβισμένο μου κομμάτι που όλο κρύβω)
Αναρωτιέμαι, θα είμαστε φίλοι;

Ένας φίλος που όταν φοβάμαι την κοντινή επαφή και τονε διώχνω
Πεισματικά αυτός θα μένει στο πλευρό μου
Να μοιραστεί ό,τι περίσσεψε από μια τέτοια μέρα
Όταν κανείς δεν θα θυμάται το όνομά μου, όταν κανένας στο τηλέφωνο δεν θα με καλέσει
Όταν κανείς για μένα δεν θα ανησυχήσει αν έχω τίποτα ή δεν έχω
Κι αυτοί που έχω βοηθήσει κι υπολόγιζα τόσο επιδέξια θα τρέξουνε μακριά μου
Ένας φίλος που τίποτα δικό μου όταν δεν θα έχει απομείνει
ούτε η γοητεία ούτε η λεπτότητα ούτε οι τρόποι
παρ’ όλα αυτά θα παραμείνει ωστόσο

Θα είμαστε φίλοι;
Δεν έχω λόγο σοβαρό
Απλά μονάχα σ' το ζητώ

________________


Σημείωση: Για τον ποιητή δείτε εδώ.


Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Sun comes up, it's Tuesday morning - Cowboy Junkies




Οι Cowboy Junkies είναι ένα συγκρότημα από τον Καναδά που σχηματίστηκε το 1985 στο Τορόντο από τους αδελφούς Timmins (Margo - φωνητικά, Michael - στιχουργός/συνθέτης/κιθαρίστας και Peter - ντράμερ) και τον μπασίστα Alan Anton. Το πρώτο τους άλμπουμ ήταν το "Whites Off Earth Now!" εμπνευσμένο από τα blues και ηχογραφημένο στο γκαράζ τής οικογένειας. Όμως ιδιαίτερα γνωστοί έγιναν μετά την κυκλοφορία του δεύτερου άλμπουμ τους "The Trinity Session" που ηχογραφήθηκε το 1987 στο ναό της Αγίας Τριάδος του Τορόντο. Ο ήχος τους και τα στοιχεία blues, country, folk, jazz και rock που περιέχει το άλμπουμ αυτό, έστρεψαν πάνω τους την προσοχή των κριτικών κι η φήμη τους εξαπλώθηκε. Στον Καναδά έγινε δυο φορές πλατινένιο, στην Αμερική πλατινένιο, ενώ από τους Los Angeles Times ανακηρύχθηκε σε ένα από τα δέκα καλύτερα άλμπουμς για το 1988.
Κανένα από τα επόμενα άλμπουμς του συγκροτήματος δεν έκανε επιτυχία εκτός Καναδά.

Το τραγούδι που θ' ακούσουμε είναι από τον τρίτο δίσκο τους "The Caution Horses" (1990).


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πληροφορίες για το συγκρότημα πήρα από Wikipedia.




SUN COMES UP, IT'S TUESDAY MORNING

Sun comes up, it's Tuesday morning
hits me straight in the eye
guess you forgot to close the blind last night.
Oh, that's right. I forgot. It was me.
I sure do miss the smell of black coffee in the morning,
the sound of water splashing all over the bathroom,
the kiss that you would give me even though I was sleeping,
but I kind of like the feel of those extra few feet in my bed.

Telephone's ringing but I don't answer it
'cause everybody knows that good news always sleeps till noon.
Guess it's tea and toast for breakfast again
maybe I'll add a little TV too.
No milk! God, how I hate that.
Guess I'll go to the corner and get breakfast from Jenny.
She's got a black eye this morning.
"Jen how'd ya get it?'
she says "Last night Bobby got a little bit out of hand".

Lunchtime. I start to dial your number
then I remember so I reach for something to smoke.
Anyways I'd rather listen to Coltrane
than go through all that shit again.
There's something about an afternoon spent doing nothing.
Just listening to records and watching the sun falling.
Thinking of things that don't have to add up to something.
And this spell won't be broken
by the sound of keys scraping in the lock.

Maybe tonight it's a movie
with plenty of room for elbows and knees
a bag of popcorn all to myself,
black and white with a strong female lead
and if I don't like it, no debate, I'll leave.
Here comes that feeling that I'd forgotten
how strange these streets can feel at night
when you're alone on them.
Each pair of eyes just filled with suggestion.
So I lower my head, making a beeline for home,
seething inside.

Funny, I never noticed
the sound the streetcars make as they pass my window
which reminds me, I forgot to close the blind again.
Sure I'll admit there are times when I miss you
especially like now when I need someone to hold me
but there are some things that can never be forgiven
and I've just got to tell you
that I kind of like this extra few feet in my bed.

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009

k.d. lang

Η φωτογραφία είναι από εδώ


Η Kathryn Dawn Lang γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1961 στο Edmonton της επαρχίας Alberta του Καναδά. Είναι περισσότερο γνωστή με το καλλιτεχνικό της όνομα, k.d. lang, το οποίο γράφει μόνο με πεζά γράμματα χρησιμοποιώντας τα αρχικά της χωρίς κενά ανάμεσά τους.

Ήταν εννέα μηνών όταν η οικογένειά της μετακόμισε στο Consort της Alberta όπου μεγάλωσε με τα αδέρφια της. Η μητέρα της ήταν δασκάλα ενώ ο πατέρας της ήταν ο ιδιοκτήτης τού τοπικού εμπορικού καταστήματος. Το μικρότερο από τέσσερα παιδιά, ανακάλυψε μόνη της ήδη από τα πέντε της χρόνια τα περισσότερα απ' όσα χρειαζόταν να γνωρίζει για τον εαυτό της: πως, δηλαδή, αισθανόταν έλξη περισσότερο για τα κορίτσια παρά για τα αγόρια και πως διέθετε μια εκπληκτική φωνή.

Μολονότι μεγάλωσε σ' ένα καθαρά αγροτικό περιβάλλον, οι αρχικές μουσικές της επιρροές δεν προέρχονται από τη μουσική country. Ανατράφηκε σε μια οικογένεια που μελετούσε κλασική μουσική και πιάνο. Αν και τραγουδούσε από πέντε χρονών, όταν ήταν μικρή ήθελε να γίνει παίκτρια του βόλεϊ και κινηματογραφίστρια. Η αγάπη της για το τραγούδι παρέμενε άσβεστη. "Σπούδαζα πιάνο", λέει, "αλλά απλώς προσποιόμουν. Ο αδερφός κι οι αδερφές μου ήταν πολύ καλοί πιανίστες, αλλά εγώ δεν μπορούσα να υποφέρω τη θεωρία και τα μαθηματικά, οπότε ο δάσκαλός μου μου είπε "γιατί δε δοκιμάζεις να τραγουδήσεις;". Είχα πάντα απόλυτη αίσθηση της κλίσης μου και γι' αυτό ουδέποτε έδωσα σημασία στις σχολικές σπουδές. Απέτυχα σε όλα, ακόμα και στο απολυτήριο του γυμνασίου. Μπήκα στο μουσικό κολέγιο, επειδή το τμήμα ήταν καινούριο και μόνο τέσσερις είχαν κάνει αίτηση εγγραφής".

Στο κολέγιο ασχολήθηκε για ένα διάστημα και με την υποκριτική τέχνη. Κάποια φορά κι ενώ προετοιμαζόταν να πρωταγωνιστήσει σε μια κολεγιακή θεατρική παραγωγή βασισμένη στην πολυτάραχη ζωή τής τραγουδίστριας της country Patsy Cline , ανακάλυψε τη μουσική της. Γοητεύτηκε από τη συναισθηματική προσέγγιση της Cline στις ερμηνείες της, εντυπωσιάστηκε από τη ζωή της και απορροφήθηκε σε τέτοιο βαθμό που αποφάσισε να γίνει επαγγελματίας τραγουδίστρια.

Πράγματι, το 1983 με τη βοήθεια του κιθαρίστα Ben Mink σχημάτισε ένα γκρουπ το οποίο ονόμασε The Reclines (προς τιμήν τής Patsy Cline) και ηχογράφησε το πρώτο της άλμπουμ "Friday Dance Promenade" , το οποίο έλαβε θετικά σχόλια σε ανεξάρτητα έντυπα. Ακολούθησε το "A Truly Western Experience" που κυκλοφόρησε το 1984, έλαβε ακόμα πιο θετικές κριτικές και τελικά έστρεψε πάνω της την προσοχή του καναδέζικου κοινού. Το 1985 η k.d. lang κέρδισε το βραβείο Juno ως η πιο πολλά υποσχόμενη τραγουδίστρια. Αυτό ήταν το πρώτο από τα συνολικά οχτώ βραβεία Juno που έχει κερδίσει μέχρι σήμερα.

Το αμερικανικό κοινό την πρόσεξε όταν συνεργάστηκε και περιόδευσε με τον Roy Orbison ως μία εκ των τριών τραγουδιστριών που τον συνόδευαν στα φωνητικά. Κι ήταν πάλι ο Orbison που έδωσε καινούρια ώθηση στην καριέρα της όταν την επέλεξε να ηχογραφήσουν μαζί ως ντουέτο για τις ανάγκες της ταινίας του Jon Cryer "Hiding Out" (1987) την κλασική επιτυχία του "Crying". Η συνεργασία τους αυτή τους απέφερε το βραβείο Grammy καλύτερης συνεργασίας στα φωνητικά το 1989. Αυτό ήταν το πρώτο από τα τέσσερα συνολικά βραβεία Grammy που κέρδισε η k.d. lang . Τα άλλα τρία ήταν : α) 1990 - Καλύτερης γυναικείας country ερμηνείας, για το άλμπουμ "Absolute Torch and Twang, β) 1993 - Καλύτερης γυναικείας ποπ ερμηνείας, για το τραγούδι "Constant Craving" και γ) 2004 - Καλύτερου άλμπουμ παραδοσιακής ποπ, για το "A Wonderful World" (το μοιράστηκε με τον Tony Bennett).


Στο ενεργητικό της μέχρι στιγμής μετράει δώδεκα άλμπουμς μεταξύ των οποίων ιδιαίτερη επιτυχία γνώρισαν το "Shadowland" (1988), που έγινε πλατινένιο στον Καναδά και χρυσό στις ΗΠΑ, το "Absolute Torch and Twang" (1989), επίσης πλατινένιο στον Καναδά και χρυσό στις ΗΠΑ, το "Ingénue" (1992), που περιείχε την πιο δημοφιλή επιτυχία της με τίτλο "Constant Craving" και που έγινε δύο φορές πλατινένιο στον Καναδά και πολλαπλά πλατινένιο στις ΗΠΑ, το "All You Can Eat" (1995), χρυσό σε Καναδά και ΗΠΑ, και η συλλογή κομματιών άλλων καλλιτεχνών με θέμα το κάπνισμα με τίτλο "Drag" (1997), που έγινε χρυσή στις ΗΠΑ.


Τα τέσσερα τελευταία της άλμπουμς, που κυκλοφόρησαν από το 2000 και μετά, δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες του κοινού της. Ωστόσο, το "A Wonderful World" (2002), στο οποίο συνεργάστηκε με τον Tony Bennett και κέρδισε το τέταρτό της βραβείο Grammy, έγινε χρυσό στις ΗΠΑ, ενώ το "Hymns of the 49th Parallel" (2004) που περιείχε επανεκτελέσεις κομματιών Καναδών τραγουδοποιών, όπως η Joni Mitchell, ο Leonard Cohen, ο Neil Young, κ.ά. έγινε πλατινένιο στον Καναδά.

Η φωνή της, εντελώς αφτιασίδωτη, διακρίνεται για την τονική της τελειότητα ενώ η χρωματική της παλέτα περιλαμβάνει αποχρώσεις από το κράτημα μιας ψηλής νότας έως τον απαλό παλλόμενο ψίθυρο. Η ίδια θεωρεί πως η φωνή της είναι περιορισμένη κι αμφισβητεί όσους πιστεύουν πως μπορεί να τραγουδήσει οτιδήποτε. Την ανησυχεί η τάση της να προσθέτει παραπάνω συναίσθημα στο τραγούδι αντί απλώς να μπαίνει μέσα σ' αυτό, και αποδοκιμάζει μερικές από τις διασημότερες ερμηνείες της, ιδιαίτερα αυτήν του ντουέτου με τον Roy Orbison.

 Το 1992 αποκάλυψε την ομοφυλοφιλία της, γεγονός που θα μπορούσε να έχει επικίνδυνες συνέπειες στην καριέρα της, καθώς η περιοχή του Nashville, εκεί δηλαδή όπου είχε τη μεγαλύτερη απήχηση η country μουσική της, ήταν γνωστό πως δεν αποδεχόταν όσους ξέφευγαν από τα όρια του κοινώς αποδεκτού. Όμως το "Ingénue" που κυκλοφόρησε εκείνη τη χρονιά ελάχιστη σχέση είχε με την country, της χάρισε μάλιστα ένα νέο κοινό. Η εύθραυστη έτσι κι αλλιώς σχέση της με το σκληροπυρηνικό country κοινό χάλασε τελικά, όταν υιοθέτησε τη χορτοφαγία και συμμετείχε σε εκστρατείες υπέρ των δικαιωμάτων των ζώων. Η ακτιβιστική της δράση περιλαμβάνει συμμετοχή και υποστήριξη δράσεων για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, καθώς και για την έρευνα για την καταπολέμηση του ιού του AIDS. Υποστήριξε επίσης και την υπόθεση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Θιβέτ. Μάλιστα τον Απρίλιο του 2008 έλαβε μέρος σε σχετική διαδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην Καμπέρα την ώρα που γινόταν η μεταφορά της φλόγας των θερινών Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου 2008 διαμέσου της αυστραλιανής πρωτεύουσας.

___________________      


ΠΗΓΕΣ: Για την ανάρτηση χρησιμοποιήθηκαν οι εξής πηγές:

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009

Another day in Paradise - Phil Collins


Η εικόνα από εδώ


Καθ' οδόν για το σχολείο σήμερα, σταματημένη στην ίδια διασταύρωση που περνώ κάθε μέρα, πίσω από αρκετά αυτοκίνητα περιμένω ν' ανάψει το πράσινο. Ένας άνθρωπος σκυφτός, αδύνατος, το σακάκι και το παντελόνι του να κρέμονται πάνω του σαν σε σκιάχτρο, αξύριστος, βρώμικος σέρνει μετά βίας τα πόδια του βαδίζοντας στη νησίδα πλάι στα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα και τείνει το χέρι. Κανείς δεν τον προσέχει. Το συγκεκριμένο φανάρι είναι από τα δύσκολα της πόλης - το πράσινο διαρκεί όσο η διέλευση τριών αυτοκινήτων - κι οι οδηγοί έχουν τον νου τους και το βλέμμα στραμμένο εκεί.

Πλησιάζοντας βλέπω στο άλλο του χέρι μια αυτοσχέδια χαρτονένια πινακίδα με ορνιθοσκαλίσματα που κραύγαζαν «ΠΕΙΝΑΩ». Δε μιλούσε, δεν παρακαλούσε, άπλωνε μόνο ελαφρά, ανεπαίσθητα, θαρρείς με διακριτικότητα, το χέρι και σήκωνε πάνω σου ένα βλέμμα φωτιά γεμάτο απελπισία, ντροπή και παράπονο.

Έλυσα τη ζώνη ασφαλείας να χώσω το χέρι στην τσέπη. Μόλις λίγο πριν ο ψιλικατζής της γειτονιάς μου με είχε γεμίσει κέρματα - του είχαν τελειώσει τα μικρά χαρτονομίσματα. Έστειλα εκεί που της έπρεπε τη σωστή θεωρία κατά την οποία η ελεημοσύνη ποσώς βοηθάει την καταπολέμηση της ζητιανιάς και ουδόλως ωφελεί τον ζητιάνο και μόλις με πλησίασε, έβγαλα το χέρι απ' το παράθυρο και βιαστικά κι αμήχανα το άδειασα στη χούφτα του. Στην ταραχή και την ντροπή μου δεν αντιλήφθηκα το πράσινο που άναψε και εισέπραξα το συντονισμένο κορνάρισμα των οδηγών πίσω μου.

Σαν πιο λαμπρός μού φάνηκε ο ήλιος μετά. Κι ας ξέρω καλά πως δεν έλυσα το πρόβλημα αυτού του ανθρώπου, πως η χειρονομία μου καμιά ουσιαστική αξία δεν είχε. Ήμουν απλώς κάποιος που τον κοίταξε στα μάτια, που δεν τον προσπέρασε σαν να ήταν αόρατος. Ήμουν απλώς μια κατάφαση μέσα στις απανωτές αρνήσεις που δέχτηκε αυτός ο άνθρωπος από όλους όσοι τρέχαμε βιαστικά να διεκπεραιώσουμε τις υποθέσεις μας, να κερδίσουμε τον υλικό μας «παράδεισο» από τον οποίο ποιος ξέρει τι είχε εξορίσει εκείνον.



ΜΟΥΣΙΚΗ - ΣΤΙΧΟΙ: Phil Collins
(από το άλμπουμ "But Seriously" του 1989)

She calls out to the man on the street
"Sir, can you help me?
It's cold and I've nowhere to sleep,
is there somewhere you can tell me"?

He walks on, doesn't look back,
he pretends he can't hear her.
Starts to whistle as he crosses the street
seems embarassed to be there.

Oh, think twice!
'Cause it's another day for you and me in Paradise.
Oh, think twice!
'Cause it's another day for you
you and me in Paradise.

Think about it!

She calls out to the man on the street.
He can see she's been crying,
she's got blisters on the soles of her feet,
she can't walk but she's trying.

Oh, think twice!
'Cause it's another day for you and me in Paradise.
Oh, think twice!
It's just another day for you
you and me in Paradise.

Just think about it!

Oh, Lord!
Is there nothing more anybody can do?
Oh, Lord!
There must be something you can say.

You can tell from the lines on her face,
you can see that she's been there.
Probably been moved on from every place
'cause she didn't fit in there.

Oh, think twice!
'Cause it's another day for you and me in Paradise
Oh, think twice!
It's just another day for you
you and me in Paradise.

Just think about it!
Hmm hmm think about it!

It's just another day
for you and me
in Paradise.

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

Orfeu Negro, 1959






Σκηνοθετημένη από το Γάλλο σκηνοθέτη Marcel Camus τούτη η ταινία, συμπαραγωγή Βραζιλίας, Γαλλίας κι Ιταλίας, αποτελεί διασκευή και μεταφορά του γνωστού αρχαιοελληνικού μύθου του Ορφέα και της Ευρυδίκης στο περιβάλλον μιας φαβέλας του Rio de Janeiro την περίοδο του καρναβαλιού.

Η ταινία αγαπήθηκε πολύ από κοινό και κριτικούς τόσο στην εποχή της όσο και μεταγενέστερα και σήμερα εξακολουθεί να αποτελεί μια πολύ καλή επιλογή μεταξύ των σινεφίλ θεατών. Ήταν υποψήφια για το βραβείο BAFTA καλύτερης ταινίας (1961), που δεν κέρδισε, ενώ της απονεμήθηκαν : Oscar καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας (1960), Χρυσός Φοίνικας καλύτερης σκηνοθεσίας για τον Marcel Camus στο Φεστιβάλ των Καννών (1959), Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξένης ταινίας (1960) και βραβείο Sant Jordi καλύτερης ξένης ταινίας (1960).  


Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ

Ο Ορφέας είναι οδηγός λεωφορείου στο Rio de Janeiro. Γόης από φύση, ωστόσο η Μίρα κατάφερε να τον αρραβωνιαστεί και στην αρχή της ταινίας τούς βλέπουμε να προσπαθούν να βγάλουν άδεια γάμου. Ο αρμόδιος υπάλληλος για την έκδοσή της αναφέρει τον αρχαιοελληνικό μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης κάνοντας τη Μίρα να ζηλέψει και να υποθέσει πως υπάρχει άλλη γυναίκα στη ζωή τού αρραβωνιαστικού της.

Μετά την έκδοση της άδειας γάμου, ο Ορφέας παίρνει την κιθάρα του από το ενεχυροδανειστήριο για να παίξει στο καρναβάλι. Στο λεωφορείο συναντά την Ευρυδίκη, τη φλερτάρει αλλά δε δίνει συνέχεια αφενός επειδή τη βρίσκει μικρή κι αφετέρου επειδή την ίδια το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να βρεθεί στο σπίτι της εξαδέλφης της Σεραφίνας.

Επιστρέφοντας στο σπίτι του που εφάπτεται με αυτό της Σεραφίνας ο Ορφέας αυτοσχεδιάζει ένα τραγούδι με ακροατές δυο μικρά παιδιά και τα ζώα του (αναφορά στο μύθο που θέλει τον Ορφέα να μαγεύει με τη μουσική του τα θηρία). Η Ευρυδίκη τον ακούει, μαγεύεται από το τραγούδι κι εκείνος ανακαλύπτει πως είναι γείτονες, προσπαθεί να την ξελογιάσει μα εκείνη φεύγει τρέχοντας. Όταν τη φτάνει, εκείνη τον εντυπωσιάζει λέγοντάς του τον αρχαίο μύθο και ότι κατάλαβε πως κι εκείνος τον ξέρει από τα λόγια του τραγουδιού του.

Οι δυο τους ερωτεύονται αλλά είναι μονίμως κυνηγημένοι από τη Μίρα κι εκείνον που αναζητά την Ευρυδίκη από τότε που το έσκασε από το σπίτι της. Η ταινία κορυφώνεται την ημέρα του καρναβαλιού. Η Ευρυδίκη έχει δει μια ανδρική φιγούρα ντυμένη με τη στολή του Θανάτου κι είναι φοβισμένη. Μεταμφιεσμένη με το κοστούμι της Σεραφίνας χορεύει με τον Ορφέα χωρίς να το αντιληφθεί η Μίρα, ώσπου η Σεραφίνα με το φίλο της έρχονται στη γιορτή κι αποκαλύπτεται η μεταμφίεση της Ευρυδίκης. Για μια ακόμη φορά αναγκάζεται να το βάλει στα πόδια προσπαθώντας να γλιτώσει από τη Μίρα και το Θάνατο, αλλά τώρα δε θα φανεί τυχερή. Θα σκοτωθεί από ηλεκτροπληξία από λάθος του Ορφέα.

Παρά το γεγονός πως η Ευρυδίκη είναι νεκρή ο Ορφέας θα την αναζητήσει στο γραφείο αναζητήσεων, όπου θα τον οδηγήσει ο Ερμής (άλλη αναφορά στον μύθο), ένας ηλικιωμένος εισπράκτορας λεωφορείου. Ο θυρωρός του γραφείου θα τον λυπηθεί και θα τον πάει κάπου όπου πραγματοποιείται μια θρησκευτική τελετή κατά την οποία οι τραγουδιστές κι οι χορευτές καταλαμβάνονται από πνεύματα. Ο Ορφέας θα επικοινωνήσει με το πνεύμα της Ευρυδίκης μέσω του σώματος μιας γυναίκας, εκείνος θα θελήσει να τη δει, αλλά αυτή θα τον προειδοποιήσει να μη στραφεί να κοιτάξει προς το μέρος της φωνής διαφορετικά θα τη χάσει για πάντα. Δεν την υπακούει, το πνεύμα της αφήνει τη γυναίκα κι ο Ορφέας τη χάνει για πάντα.

Σε όλο το υπόλοιπο της ταινίας ο Ορφέας περιπλανιέται θρηνώντας, ώσπου οι περιπλανήσεις του τον φέρνουν στο νεκροτομείο της πόλης, όπου ανακτά το σώμα της Ευρυδίκης. Μεταφέρει το άψυχο σώμα της στα χέρια του μέχρι την καλύβα του, η οποία καίγεται, και η Μίρα πετώντας με μανία καταπάνω του μια πέτρα τον βρίσκει στο κεφάλι και τον σκοτώνει δίνοντας έτσι τέλος στην τραγωδία. Είναι η ίδια η κιθάρα του Ορφέα που θα κάνει τον ήλιο ν' ανατείλει ξανά, καθώς θα την πάρει στα χέρια του και θα παίξει το ένα από τα δυο μικρά αγόρια που ακολουθούσαν παντού τον Ορφέα. Ένα μικρό κορίτσι θα του δώσει ένα λουλούδι κι η ταινία θα κλείσει με τα τρία παιδιά να χορεύουν περιμένοντας την ανατολή σ' ένα συμβολισμό ανανέωσης της ίδιας της ζωής.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Η ταινία γυρίστηκε με μη επαγγελματίες ηθοποιούς. Ο Breno Mello που ενσάρκωσε στην ταινία τον Ορφέα ήταν ένας ποδοσφαιριστής κι αυτή ήταν η πρώτη του ταινία. Ωστόσο κατάφερε να αποδώσει με βαθιά συγκινητικό τρόπο το σπαραγμό του για το χαμό της Ευρυδίκης. Η Marpessa Dawn, Αμερικανίδα χορεύτρια με υποκριτική εμπειρία, έφερε σε πέρας το ρόλο της με ρεαλιστικό τρόπο. Κατά μια περίεργη σύμπτωση ο Mello πέθανε τον Ιούλιο του 2008 και η Dawn τον ακολούθησε έξι εβδομάδες αργότερα.

Το soundtrack της ταινίας περιέχει συνθέσεις του θρύλου της bossa nova Antonio Carlos Jobim όπως τα "Samba de Orfeo" και "A Felicidade" καθώς και το πολυαγαπημένο "Manhã De Carnaval", γραμμένο από τον Luiz Bonfá.



_________________________________


ΠΗΓΕΣ : Για την ανάρτηση χρησιμοποίησα πληροφορίες από εδώ, εδώ κι εδώ .



Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009

Nat King Cole





Ο Nathaniel Adams Coles γεννήθηκε στις 17 Μαρτίου 1919 στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα αλλά μεγάλωσε στα γκέτο του δυτικού Σικάγου, όπου η οικογένειά του μετακόμισε το 1923 αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Στην οικογένειά του όλοι είχαν σχέση με τη μουσική - έπαιζαν κάποιο όργανο ή τραγουδούσαν. Από νωρίς φάνηκε η έφεσή του στη μουσική και πήρε τα πρώτα μαθήματα στο πιάνο από τη μητέρα του, που έπαιζε εκκλησιαστικό όργανο. Πριν ακόμα πάει στο νηπιαγωγείο, μόλις στα τέσσερά του χρόνια, άκουσε στο ραδιόφωνο το τραγούδι "Yes, We Have No Bananas", κι έμαθε να το παίζει μόνος του ξεσηκώνοντας τις νότες "με το αυτί". Άρχισε κανονικά μαθήματα πιάνου στα δώδεκά του χρόνια μαθαίνοντας όχι μόνο τζαζ και γκόσπελ μουσική αλλά και την ευρωπαϊκή κλασική μουσική παίζοντας, όπως έλεγε, από Μπαχ μέχρι Ραχμάνινοφ.

Άρχισε την καλλιτεχνική του καριέρα ήδη από τα εφηβικά του χρόνια κάπου στα μέσα τής δεκαετίας του '30, υιοθετώντας το όνομα Nat Cole. Με τον μεγαλύτερο αδερφό του, Edward, έκαναν ηχογραφήσεις για λογαριασμό τής Decca και στη συνέχεια ο Nat εγκαταστάθηκε στο Λος Άντζελες παίζοντας σε διάφορα νυχτερινά κέντρα ως σολίστας. Το 1937 με προτροπή τού Bob Lewis, ενός ιδιοκτήτη κλαμπ, σχημάτισε μια μικρή μπάντα με τον Wesley Prince στο μπάσο και τον Oscar Moore στην κιθάρα. Ήταν ο Wesley αυτός που του έδωσε το παρατσούκλι "King" και το σχήμα τους πήρε το όνομα Nat King Cole Trio. Μετά το 1947 κι αφού το σχήμα είχε αλλάξει πρόσωπα με μόνο σταθερό τον ηγέτη του, η Capitol Records όλο και λιγότερο παρουσίαζε το τρίο, ενώ ηχογραφούσε τον Cole μόνο του σαν τραγουδιστή με την υποστήριξη πλούσιας ορχήστρας εγχόρδων. Έτσι, γύρω στα 1950 ο Nat King Cole είχε πια αποκτήσει τη φήμη ενός εξαίρετου τραγουδιστή με ζεστή, βελούδινη μπάσα φωνή, είχε κερδίσει ένα ευρύ κοινό και είχε για πάντα σταθεροποιήσει τη θέση του στην ιστορία τής μουσικής.

Πολέμησε το ρατσισμό σε όλη του τη ζωή και αρνήθηκε να παίξει σε χώρους αποκλειστικά για έγχρωμους. Το 1956 σε κάποια συναυλία στην Αλαμπάμα κι ενώ βρισκόταν επί σκηνής, δέχτηκε επίθεση από τρία μέλη τής οργάνωσης White Citizens Council, που προσπαθούσαν να τον απαγάγουν. Ποτέ στο εξής δεν ξαναέπαιξε στο Νότο.

Το 1958 πήγε στην Αβάνα, όπου ηχογράφησε το άλμπουμ "Cole Español", ολόκληρο στα ισπανικά. Το άλμπουμ έγινε τόσο δημοφιλές στη Λατινική Αμερική αλλά και τις ΗΠΑ που άλλα δύο παρόμοια το ακολούθησαν : το "A Mis Amigos" το 1959, στο οποίο τραγουδάει στα ισπανικά και πορτογαλικά, και το "More Cole Español" το 1962. Χαρακτηριστικό είναι πως ο ίδιος δε μιλούσε καθόλου ισπανικά - μάθαινε τα τραγούδια παπαγαλία.

Έφυγε από τη ζωή πολύ νέος στις 15 Φεβρουαρίου 1965.

Ακολουθούν δεκαοχτώ από τις πιο γνωστές ηχογραφήσεις του - δώδεκα στα αγγλικά και έξι στα ισπανικά. Καλή ακρόαση!


Σημείωση: Για την ανάρτηση άντλησα πληροφορίες από εδώ, εδώ κι εδώ.





Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009

Marianne Faithfull - Flaming September

Φωτο : Colours of autumn sky, από το deviantart

Μελαγχολική είναι η διάθεσή μου απόψε, κάπως βαριά. Κάθομαι στο μπαλκόνι και κοιτάζω τ' αστέρια που στραφταλίζουνε στο ξέφτι τ' ουρανού που με σκεπάζει. Βρίσκω την αρκουδίτσα μου, τη Μικρή Άρκτο, και της χαμογελώ. Από μερικά παιδικά παιχνίδια δεν ξεφεύγει ποτέ κανείς, παρ' όλη την πάροδο του χρόνου.

Η γειτονιά εντελώς έρημη. Τα γύρω μπαλκόνια άδεια, σκοτεινά, δίχως κόσμο και κουβέντες. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα επαναλαμβάνεται με εντυπωσιακή συνέπεια το ίδιο σκηνικό. Ούτε συνεννοημένοι να ήταν οι γείτονες! Χτες τέτοιαν ώρα όλα ήταν χαρωπό καλοκαιράκι με παιδικές φωνούλες, γέλια κι αστεία στα μπαλκόνια, σήμερα είναι μελαγχολικό φθινόπωρο με μόνο το φως και τους ήχους των τηλεοράσεων να δραπετεύουν από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες.

Ωστόσο, είναι απολαυστική αυτή η σιγαλιά. Ακούγονται στεντόρειες οι έσω φωνές. Το νυχτολούλουδό μου ξεχύνει τη μεθυστική, λιγωτική μοσχοβολιά του και στο τραπεζάκι τρεμοπαίζει το κερί κάνοντας το κεχριμπαρένιο σταφύλι να λάμπει.
Ένα ακόμα καλοκαίρι πέρασε, λοιπόν. Ένας ακόμα κύκλος έκλεισε κι έχει κιόλας ανοίξει ένας νέος. Έτσι μετρώ εγώ τον καιρό. Με καλοκαίρια που έρχονται και φεύγουν για να 'ρθουν άλλα. Κάθομαι και λογαριάζω τι μου έδωσε, τι μου πήρε τούτο το φετινό... Άψογος βγαίνει ο ισολογισμός. Κι εγώ πλουσιότερη σ' εμπειρίες, σ' εντυπώσεις, σ' αισθήματα και συναισθήματα.

Η νύχτα προχωράει ακάθεκτη κι εγώ ακόμα παρακολουθώ το καλοκαιράκι να φεύγει απρόθυμα με αργά, διστακτικά και κάπως κουρασμένα βήματα. Το πρωί ο ήλιος θα βγει πάλι ζεστός φέρνοντας ένα ακόμα νιούτσικο φθινόπωρο, έναν ακόμα Σεπτέμβρη. Να, σαν αυτόν που τραγουδά στο cd η Marianne Faithfull.



Flaming September

Μουσική: Angelo Bandalamenti 
Στίχοι: Marianne Faithfull
Ερμηνεία: Marianne Faithfull
Δίσκος: A Secret Life (1995)


The Summer dying
September lives in flame
The sisters dancing
No happy ending to the game
Don't bother to call me
Think I'll stay here just the same

Flaming September
What can you give me that is true?
Do you remember
Do you remember
Do you remember
All the life I gave to you

The Summer dying
September lives in flame
My youth lies bruised and broken
No happy ending to the game
Don't bother to tell me
I'll live on here just the same

Flaming September
What can you show me that is new?
My heart remembers
Do you remember
Do you remember
All the life I gave to you

Flaming September
What can you show me that is true?
My heart remembers
Do you remember
Do you remember
All the life I gave to you

Flaming September
Flaming September

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009

Carlos Gardel - Ο βασιλιάς του tango


Από πολύ μικρή, βρέφος σχεδόν, μεγάλωσα με το ραδιόφωνο. Αυτό με ηρεμούσε όταν με έπιανε η ακατανίκητη παρόρμηση για γκρίνια, αυτό δρόσιζε τον πυρετό μου όποτε αρρώσταινα, αυτό με νανούριζε όταν αρνιόμουν σαν καλό παιδάκι να πάω για ύπνο, αυτό με παρηγορούσε όταν μ' έπνιγε το παιδιάστικο παράπονο, αυτό συνόδευε τη γλυκιά φωνή της μάνας μου αργότερα, όταν το βραδάκι έπεφτε κι εκείνη μπάλωνε, σιδέρωνε ή ακόμη ετοίμαζε το τραπέζι για να φάμε όλοι μαζί (ωραία που ήταν χωρίς τηλεόραση!). Έτσι μεγάλωνα και μεγάλωσα... ρουφώντας ήχους. Τα δημοτικά που αγαπούσε η γιαγιά, τα τραγούδια του Αττίκ και των άλλων του είδους, που κάποιοι αργότερα ενοχοποίησαν ως «ελαφρά», τις καντάδες, αλλά και αργότερα τα λαϊκά, τα ρεμπέτικα, το λεγόμενο έντεχνο, τις ροκιές της εφηβείας... τέλος δεν έχουν οι αναζητήσεις ως τα σήμερα.

Κατά έναν περίεργο τρόπο πάντα, από μικρό παιδί, με έθελγαν ακούσματα που χτυπούσαν κατευθείαν στην ψυχή, που μ' έκαναν για κάποιον ανεξήγητο λόγο να θέλω να κλάψω. Απορούσαν οι μεγάλοι: «μα εμείς εδώ βάλαμε μουσική να διασκεδάσουμε και το παιδί δακρύζει;» έλεγαν. Ακόμα και στα εφηβικά μου χρόνια της άρνησης, της αναζήτησης, της σκληρής αντιπαράθεσης του άλλοτε με το τώρα.

Ένα από εκείνα τα ακούσματα ήταν και τα αργεντίνικα τανγκό, πολλά από τα οποία (όπως έμαθα αργότερα) είχαν μεταφερθεί στα ελληνικά και ηχογραφηθεί από Έλληνες καλλιτέχνες. Έτσι τα τραγουδούσαν η μαμά κι ο μπαμπάς και τα χόρευαν κιόλας εξαίσια, μ' εμένα να χαζεύω και να μη θέλω να τελειώσει το τραγούδι. Χορό δεν έμαθα ποτέ - υπερβολικά ντροπαλή εκ φύσεως. Κι αν τα πόδια δε με πάνε, έχω όμως χορευταρού ψυχή που δε χάνει βήμα.

Κάποτε έμαθα πως για πολλά από εκείνα τα υπέροχα τραγούδια που απείρως με συγκινούσαν υπεύθυνος ήταν ο κύριος της φωτογραφίας, για τον οποίο θα μιλήσω παρακάτω.




Γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1887 στην Τουλούζη της Γαλλίας από άγνωστο πατέρα και μητέρα τη Berthe Gardes. Σε ηλικία 27 μηνών η μητέρα του τον έφερε στην Αργεντινή, την υπηκοότητα της οποίας απέκτησε το 1923. Μια άλλη θεωρία για τον τόπο γέννησής του λέει πως γεννήθηκε στην Ουρουγουάη, μια και ο ίδιος ισχυρίστηκε πως ήταν Ουρουγουανός στην αίτησή του για την απόκτηση της αργεντίνικης υπηκοότητας και καθώς βρέθηκε στη σορό του μισοκαμένο ουρουγουανό διαβατήριο. Μολονότι τρεις χώρες ερίζουν για την καταγωγή του, εκείνος όταν ρωτούνταν συνήθιζε να λέει πως γεννήθηκε στο Μπουένος Άυρες σε ηλικία δυόμισι ετών, καθώς εκεί μεγάλωσε και τη μουσική της Αργεντινής υπηρέτησε.

Ξεκίνησε την καριέρα του τραγουδώντας σε μπαρ και ιδιωτικά πάρτι αρχικά με τον Francisco Martino κι έπειτα σχηματίζοντας τρίο με τους Martino και Jose Razzano. Θεωρείται ο δημιουργός του τραγουδιού tango από το 1917 που ερμήνευσε το Mi Noche Triste των Pascual Contursi και Samuel Castriota, τραγούδι που πούλησε πάνω από δέκα χιλιάδες αντίτυπα κι έγινε επιτυχία σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική.

Έκανε περιοδείες στην Αργεντινή, την Ουρουγουάη, τη Χιλή, τη Βραζιλία, το Πουέρτο Ρίκο, τη Βενεζουέλα, την Κολομβία κι εμφανίστηκε επίσης στο Παρίσι, τη Νέα Υόρκη, τη Βαρκελώνη και τη Μαδρίτη. Στους πρώτους τρεις μήνες της επίσκεψής του στο Παρίσι το 1928 πούλησε εβδομήντα χιλιάδες δίσκους. Η αυξανόμενη δημοτικότητά του, το εκπληκτικό ταλέντο του στο τραγούδι και τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του που θύμιζαν κινηματογραφικό αστέρα τον οδήγησαν στη δημιουργία ταινιών στη Γαλλία και τις ΗΠΑ για λογαριασμό της Paramount.

Η αλάνθαστη μουσικότητα της ιδιαίτερης βαρύτονης φωνής του και το δραματικό χρώμα που προσέδιδε στις ερμηνείες των στίχων ανέδειξαν σε μικρά αριστουργήματα τις εκατοντάδες ηχογραφήσεις του.

Πέθανε στις 24 Ιουνίου 1935 σε ένα αεροπορικό δυστύχημα στην Κολομβία οδηγώντας σε βαρύ θρήνο τα εκατομμύρια των θαυμαστών του σε όλο τον κόσμο. Ακόμα και σήμερα τιμάται παγκοσμίως κι αποκτά καινούριους θαυμαστές. Στη Λατινική Αμερική μάλιστα λένε «ο Gardel τραγουδά όλο και καλύτερα κάθε μέρα» και σχεδόν πάντα στο άγαλμα που στήθηκε στον τάφο του βλέπει κανείς ένα τσιγάρο αναμμένο ανάμεσα στα δάχτυλά του τοποθετημένο εκεί από κάποιον θαυμαστή.

__________________________________


ΠΗΓΕΣ : Wikipedia , εδώ


ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Η παρακάτω playlist αφιερώνεται στην εκλεκτή Βίκυ Παπαπροδρόμου που έδωσε το ερέθισμα.





Πέμπτη 30 Ιουλίου 2009

Maria del Mar Bonet


Η ζεστή βελούδινη φωνή της Maria del Mar Bonet για περισσότερα από σαράντα χρόνια ξελογιάζει το κοινό όπου κι αν έχει τραγουδήσει.

Γεννημένη στη Μαγιόρκα της Ισπανίας το 1947, από τα παιδικά της χρόνια έμαθε τα τραγούδια των Βαλεαρίδων Νήσων. Μολονότι σπούδασε στην Σχολή Καλών Τεχνών, τελικά αφιερώθηκε στο τραγούδι. Το 1967 με την άφιξή της στη Βαρκελώνη, άρχισε να τραγουδά με τους Els Setze Jutges, ένα σημαντικό γκρουπ Καταλανών συνθετών και τραγουδιστών. Εδώ γνώρισε την παραδοσιακή μουσική της Καταλωνίας και ηχογράφησε τον πρώτο της δίσκο με τέσσερα λαϊκά τραγούδια της Μινόρκα.

Το 1968 χτυπήθηκε από τη λογοκρισία του καθεστώτος του Φράνκο και της απαγορεύτηκε να τραγουδά ένα από τα πιο δημοφιλή τραγούδια της, το Que volen aquesta gent? (What do these people want?), ωστόσο κατάφερε να προστεθεί το όνομά της στους εκπροσώπους του μεσογειακού τραγουδιού.

Στις αρχές της δεκαετίας του '70 ξεκίνησε τις εμφανίσεις της στο εξωτερικό σε χώρες όπως η Γαλλία, η Αγγλία και η Δανία αλλά στη μετέπειτα πορεία της καριέρας της επισκέφθηκε ακόμη την Ελβετία, τη Βενεζουέλα, το Μεξικό, την Πορτογαλία, την Πολωνία, την Ιταλία, τη Σουηδία, τη Γερμανία, την Τυνησία, την Τουρκία, τη Βραζιλία, την Ολλανδία, το Βέλγιο, την πρώην ΕΣΣΔ, τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία.

Το 1992 της απονεμήθηκε από την κυβέρνηση της Καταλωνίας το Εθνικό Βραβείο, γιατί κατέστησε δημοφιλή την καταλανική λαϊκή μουσική.


Το 1993 παρουσίασε την "Ελλάδα του Θεοδωράκη (La Grecia de Theodorakis)", που ηχογραφήθηκε υπό τον τίτλο El-Las, Maria del Mar Bonet canta Theodorakis κι έγινε η αφετηρία μιας σταθερής φιλίας και σποραδικής συνεργασίας των δύο μέχρι σήμερα.



Έχει εμφανιστεί σε ζωντανές συναυλίες στην Ισπανία με τη Μαρία Φαραντούρη και τη Νένα Βενετσάνου. Στην Ελλάδα εμφανίστηκε το 2001 στο φεστιβάλ Woomad και το 2003 στο φεστιβάλ Νάξου.




Πέμπτη 16 Ιουλίου 2009

J.J. Cale - Low profile rocker

(πηγή εικόνας)
Ο John Weldon Cale γεννήθηκε στην Οκλαχόμα στις 5 Δεκεμβρίου 1938. Ολόκληρη η ζωή του είναι αφιερωμένη στη μουσική. Για περισσότερα από πενήντα χρόνια ασχολείται μ' αυτήν παίζοντας όργανα (κιθάρα, πιάνο, μπάσο, πλήκτρα, ντραμς), γράφοντας στίχους και μελωδίες, τραγουδώντας αλλά και εργαζόμενος ως μηχανικός ήχου και παραγωγός.

Είναι ένας από τους δημιουργούς του Tulsa Sound, ενός χαλαρού είδους με επιρροές blues, jazz, country και rockabilly. Το προσωπικό του στυλ παιξίματος χαρακτηρίζεται από μίξεις ρυθμών, απλές εναλλαγές συγχορδιών, υποτονισμένα φωνητικά και έξυπνους, οξείς στίχους.

Για να ξεχωρίσει από τον άλλο διάσημο John Cale της εποχής, αυτόν των Velvet Underground, ο ιδιοκτήτης ενός κλαμπ (στο οποίο τραγουδούσε όταν είχε ρεπό ο βασικός τραγουδιστής) τον ονόμασε J.J.

Μεταξύ των καλλιτεχνών που παραδέχονται την επίδραση που άσκησε η μουσική του σ' αυτούς βρίσκουμε ηχηρά ονόματα όπως : Neil Young, Eric Clapton, Mark Knopfler, Bryan Ferry, Wilco, κ.ά.


Αν και συμπλήρωσε πια τα 70 του χρόνια, πριν μερικούς μήνες και συγκεκριμένα στις 24 Φεβρουαρίου 2009 κυκλοφόρησε το 16ο του άλμπουμ με τίτλο "Roll On" (δείγμα εδώ). Από τις προηγούμενες δισκογραφικές δουλειές του εκτός από διάφορες συλλογές με τα best of ξεχωρίζουν:

  • Naturally (1971) με τα After Midnight, Call Me The Breeze, Magnolia, κ.ά.
  • Troubadour (1976) με τα Hey Baby, Cocaine, κ.ά.
  • 5 (1979) με τα Don't Cry Sister, Thirteen Days, Sensitive Kind, κ.ά.
  • Grasshopper (1982) με τα City Girls, You Keep Me Hangin' On, κ.ά.
  • Travel-log (1990) με τα Tijuana, Shanghaid, Lean On Me, κ.ά.
  • To Tulsa And Back (2004)
  • Road To Escondido (2006) σε συνεργασία με τον Eric Clapton
  • Rewind (2007) με ανέκδοτες ηχογραφήσεις
Δεν είναι άλλος από τον χαμηλού προφίλ αντι-ήρωα της ροκ μουσικής, που απεχθανόταν τόσο τη δημοσιότητα, ώστε για πολλά χρόνια αρνιόταν να μπει πραγματική φωτογραφία του στα εξώφυλλα των δίσκων του, γνωστό ως J.J. Cale.



_____________________________

ΠΗΓΕΣ: Βικιπαιδεία , the uncut's store weblog , JJ Cale


Τρίτη 14 Ιουλίου 2009

Gypsy Rider

Ένα χειμωνιάτικο απομεσήμερο εκεί γύρω στις αρχές της δεκαετίας του '90 είμαι προσκεκλημένη στο σπίτι μιας φίλης για ν' ακούσουμε μαζί τα πρόσφατα αποκτήματά της. Πλάι στο πικάπ ένας διόλου ευκαταφρόνητος σωρός από βινύλια. Οι καφέδες ετοιμάστηκαν στα γρήγορα και πήραμε θέση στο μικρό αλλά τόσο ζεστό σαλονάκι. Εγώ με προσμονή (η φίλη μου ήταν τότε ψαχτήρι από τα λίγα με καμία απολύτως προκατάληψη ως προς τα είδη της μουσικής – άκουγε τα πάντα) χάζευα τα εξώφυλλα των δίσκων και με την άκρη του ματιού την παρακολουθούσα καθώς έβαζε τον πρώτο στο πικάπ. Θα πέρασαν δεν ξέρω πόσες ώρες έτσι. Κάποιοι απ' αυτούς έμειναν να περιμένουν την επόμενη μέρα που ανανεώσαμε το ραντεβού. Μεταξύ αυτών κι ένας που μου είχε αρέσει το ασπρόμαυρο εξώφυλλό του και με είχε εντυπωσιάσει ο τίτλος του: "A bucketful of minds". Της τον ζήτησα να τον πάρω μαζί μου στο σπίτι και για καλή μου τύχη δέχτηκε (μοιραζόμασταν την ίδια ιδιοτροπία να μη δανείζουμε δίσκους μας από φόβο μην τους κακομεταχειριστούν, αλλά μεταξύ μας κάναμε εξαίρεση).

Το βράδυ στο σπίτι όταν οι γονείς μου αποσύρθηκαν για ύπνο, έβαλα τ' ακουστικά κι έκατσα να τον ακούσω. Επρόκειτο για συλλογή από κομμάτια διαφόρων καλλιτεχνών. Με το που η βελόνα διάβασε το πρώτο τραγούδι, έμεινα μαγεμένη. Το άκουσα ξανά και ξανά, πάλι και πάλι. Για να μην τα πολυλογώ, δεν άκουσα τον υπόλοιπο δίσκο παρά μόνο δειγματοληπτικά. Αλλά τίποτε άλλο δεν κατάφερε να με εντυπωσιάσει τόσο όσο εκείνο το τραγούδι. Μπορεί να ήταν η στιγμή, δεν ξέρω.

Αυτές τις μέρες το θυμήθηκα, αναζήτησα τον δίσκο στο διαδίκτυο, δεν τον βρήκα πουθενά (είναι και οι γνώσεις μου περιορισμένες στο ψάξιμο...). Βρήκα όμως το τραγούδι. Ακούστε το!




Gypsy Rider

Crank her over once again
Put your face into the wind
Find another road where you've never been
Sing that 2-wheeled melody
The highway symphony
You know she'll never understand.

Gypsy Rider sing
Your 2-wheeled symphony
You know there's nothing to explain
She should have known by now
You're just a vagabond
You may never pass this way again.

All the writings on the wall
The paper all must fall
You're only as good as your word remains
You can take it out if you
Decide to follow through
Just take what you earn and leave what remains.

Το τραγούδι είναι δημιουργία του Gene Clark των The Byrds και περιλαμβάνεται στα άλμπουμς Gypsy Angel (2001, συλλογή πρώην ακυκλοφόρητου υλικού) και So Rebellious a Lover (1987, με την Carla Olson). 


Δευτέρα 22 Ιουνίου 2009

Patsy Cline

Η Virginia Patterson Hensey γεννήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 1932 στο Winchester της Virginia. Ήταν το μεγαλύτερο από τα τρία παιδιά ενός σιδηρουργού και μιας μοδίστρας. Μεγάλωσε φτωχικά αλλά ευτυχισμένα, μολονότι στα 15 της χρόνια ο πατέρας της εγκατέλειψε την οικογένειά του.

Από μικρό παιδί έλεγε πως κάποια μέρα θα γινόταν διάσημη και θαύμαζε την Judy Garland και τη Shirley Temple. Συχνά τραγουδούσε με τη μητέρα της στην εκκλησία. Έπαιζε πιάνο «με το αυτί» και τραγουδούσε με τέλεια τονικότητα. Στα χρόνια της εφηβείας και μετά την εγκατάλειψη από τον πατέρα της, για να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά της, άφησε το γυμνάσιο κι εργαζόταν τα πρωινά ως σερβιτόρα, ενώ τα βράδια τραγουδούσε σε τοπικά μαγαζιά ντυμένη με τις διάσημες κροσσωτές καουμπόικες φορεσιές της, που σχεδίαζε η ίδια κι έραβε η μητέρα της.


Στις αρχές της 2ης δεκαετίας της ζωής της γνώρισε δύο άνδρες που θα ασκούσαν καθοριστική επίδραση για τη μετέπειτα πορεία της στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Ο πρώτος ήταν ο εργολάβος Gerald Cline με τον οποίο παντρεύτηκε το 1953 και χώρισε το 1957, καθώς η διαφορά ηλικίας μεταξύ τους και η έλλειψη υποστήριξης εκ μέρους του στην προσπάθειά της για ανέλιξη την οδήγησε στην απιστία με τον καινούργιο της μάνατζερ. Ο τελευταίος ήταν εκείνος που της έδωσε το όνομα Patsy και το ειδύλλιό τους κράτησε μέχρι τη γνωριμία της με τον Charlie Dick, τον δεύτερο σύζυγό της.

Μεταξύ 1955 και 1957 η Patsy Cline ηχογράφησε 51 τραγούδια έχοντας υπογράψει συμβόλαιο με την Four Star Records, κανένα όμως δεν έγινε επιτυχία. Η μεγάλη αλλαγή στη ζωή αλλά και στην καριέρα της ήρθε το 1957, καθώς τότε πέτυχε την εθνική αναγνώριση και γνώρισε τον δεύτερο σύζυγό της, τον οποίο πρόσεξε για τη χαρισματική προσωπικότητά του και τον θαυμασμό που έδειχνε στο ταλέντο της. Η μεγάλη επιτυχία ήρθε με το "Walking After Midnight", ένα τραγούδι που στην ίδια δεν άρεσε. Όταν έγινε δεκτή να συμμετάσχει σε μια εκπομπή αναζήτησης ταλέντων του τηλεοπτικού δικτύου CBS-TV, επρόκειτο να τραγουδήσει το "A Poor Man's Roses (Or a Rich Man's Gold)", οι παραγωγοί όμως επέμεναν να πει το "Walking After Midnight". Όχι μόνο νίκησε στο διαγωνισμό αλλά κυκλοφόρησε και το τραγούδι, που έγινε μεγάλη επιτυχία (έφτασε στη δεύτερη θέση των country charts και στη δωδέκατη των pop charts). Το 1959 γνώρισε τον Randy Hughes, που έγινε μάνατζέρ της. Με τη δική του προώθηση κι ένα νέο συμβόλαιο με τη Decca Records-Nashville άρχισε η άνοδός της προς την κορυφή. Ο θρυλικός παραγωγός της εταιρίας, Owen Bradley, ήταν εκείνος που παρά τη δυσαρέσκεια και τις αντιρρήσεις της την καθοδήγησε σε ένα ρεπερτόριο που γεφύρωνε τη μουσική country με την pop και δημιουργούσε ένα νέο πιο εκλεπτυσμένο ορχηστρικό στυλ, που έμεινε γνωστό ως "The Nashville Sound". Ακόμη ήταν εκείνος που τη βοήθησε να δώσει αυτή την απαλή μεταξένια χροιά στη φωνή, για την οποία έγινε διάσημη. Πρώτη μεγάλη επιτυχία της σ' αυτή την εταιρία ήταν το "I Fall to Pieces".


Με την πεποίθηση πως «υπάρχει χώρος για όλους» κι έχοντας εμπιστοσύνη στις ικανότητές της, συνδέθηκε φιλικά και ενθάρρυνε αρκετές τραγουδίστριες που κάναν το ξεκίνημά τους στη μουσική country, μεταξύ των οποίων η Loretta Lynn και η Brenda Lee, οι οποίες τη μνημονεύουν ως τη μεγάλη επίδραση στην καριέρα τους.

Στις 14 Ιουνίου 1961 το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε με τον αδελφό της συγκρούστηκε μετωπικά με ένα άλλο. Η σύγκρουση ήταν τόσο σφοδρή που παραλίγο να τη σκοτώσει. Ήταν το δεύτερο και σοβαρότερο τροχαίο ατύχημα της ζωής της, το οποίο την κράτησε στο νοσοκομείο ένα μήνα. Έκτοτε φορούσε πάντα περούκες και βαρύ μακιγιάζ στο μέτωπο, ώστε να κρύβει τη μόνιμη ουλή που της έμεινε από το ατύχημα.


Η πρώτη ηχογράφηση του "Crazy", της μεγαλύτερης από τις επιτυχίες της, ήταν καταστροφική. Ισχυριζόταν πως ήταν δύσκολο να το τραγουδήσει, επειδή είχε ψηλές νότες που δεν μπορούσε να πιάσει εξαιτίας των τραυματισμένων της πλευρών από το ατύχημα. Ολόκληρη η μέρα στο στούντιο δεν ήταν παρά ένας καυγάς της με τον Owen Bradley. Ωστόσο την επόμενη εβδομάδα ηχογράφησε το τραγούδι και μάλιστα με μία και μόνη λήψη αλλά σε μια εκδοχή εντελώς διαφορετική από το demo του συνθέτη. Η αλλαγή αυτή έκανε το κομμάτι κλασικό κι εκείνο για το οποίο έγινε περισσότερο γνωστή.

Στα τέλη του 1962 ηχογράφησε το τρίτο στη σειρά και τελευταίο της άλμπουμ με τίτλο "Sentimentally Yours". Όταν ρωτήθηκε σε κάποια συνέντευξη για το ερμηνευτικό στυλ της απάντησε «τραγουδώ σαν να πονώ μέσα μου».
Στις αρχές του 1963 μπήκε στο στούντιο για την ηχογράφηση του τέταρτου άλμπουμ της, "Faded Love". Περιείχε έναν συνδυασμό country και κλασικών ποπ κομματιών, παιγμένων χωρίς καθόλου όργανα της country μουσικής και εισάγοντας ορχήστρα εγχόρδων. Αναφέρεται πως έκλαιγε κατά τη διάρκεια αυτών που επρόκειτο να ήταν οι τελευταίες ηχογραφήσεις της, γιατί επηρεαζόταν πολύ από τις ιστορίες που αφηγούνταν οι στίχοι των τραγουδιών. Αυτό το συναίσθημα γίνεται ιδιαίτερα αντιληπτό στα κομμάτια "Sweet Dreams" και "Faded Love". Η ολοκλήρωσή του και η κυκλοφορία του δεν έγινε ποτέ.

Στις 5 Μαρτίου 1963, μετά από μια φιλανθρωπική παράσταση στο Κάνσας, στην οποία συμμετείχε παρ' ό,τι είχε γρίππη, από τη βιασύνη της να επιστρέψει στα παιδιά της προτίμησε να μην ταξιδέψει οδικώς παρά με το αεροπλάνο που οδηγούσε ο μάνατζέρ της, Randy Hughes. Μετά από μια στάση για ανεφοδιασμό στο Tennessee και παρά τις προειδοποιήσεις από τον πύργο ελέγχου για κακοκαιρία, ο Hughes αγνόησε τις προτροπές για διανυκτέρευση εκεί και απογείωσε το αεροπλάνο λέγοντας πως είχαν κάνει το μεγαλύτερο μέρος του ταξιδιού και πως θα έφταναν πριν το καταλάβουν. Δεν τα κατάφεραν. Δεκατρία λεπτά αργότερα το αεροπλάνο συνετρίβη μόλις 90 μίλια πριν φτάσει στον προορισμό του. Δεν επέζησε κανείς. Όπως αναφέρεται στη βιογραφία της, οι φίλες της τη θυμόντουσαν να λέει λίγους μήνες πριν τον θάνατό της πως είχε μια αίσθηση επικείμενου θανάτου και πως δεν περίμενε να ζήσει για πολύ ακόμα. Είχε κιόλας αρχίσει να μοιράζει προσωπικά της αντικείμενα στους φίλους της, να συντάσσει τη διαθήκη της και να ζητά από τους φίλους της να φροντίσουν τα παιδιά της σε περίπτωση που της συνέβαινε κάτι. Μια βδομάδα πριν τον θάνατό της είχε πει σ' έναν τραγουδιστή που της έκανε φωνητικά: «Είχα ήδη δυο άσχημα ατυχήματα. Το τρίτο ή θα με μαγέψει ή θα με σκοτώσει».

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ:

1957 - Patsy Cline
1961 - Patsy Cline Showcase
1962 - Sentimentally Yours

(*) Για τα άλμπουμ που εκδόθηκαν μετά το θάνατό της ---> εδώ.

ΠΗΓΗ: εδώ





Παρασκευή 19 Ιουνίου 2009

Yma Sumac - Η Πριγκίπισσα των Ίνκας




Γεννήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου του 1922 στο Περού, στο Ichocan, ένα μικρό χωριό σκαρφαλωμένο στην πλαγιά του όρους Cumbemayta των Άνδεων. Έκτο και τελευταίο παιδί μιας Ινδιάνας μητέρας και ενός πατέρα με καταγωγή μισό ισπανική, μισό ινδιάνικη, ανατράφηκε σαν μια αληθινή πριγκίπισσα, εκπαιδεύτηκε σε μοναστήρι και περνούσε τον ελεύθερο χρόνο της στα δάση μελετώντας τους περίεργους εξωτικούς ήχους των πουλιών και των ζώων της ζούγκλας.

Διέθετε μια φυσική αίσθηση της μουσικής, που συνδυαζόταν με μια αξιοσημείωτη πνευμονική χωρητικότητα, την οποία χρωστούσε στο λεπτό αέρα των ψηλών βουνών όπου μεγάλωσε. Έτσι πέτυχε έναν εξαιρετικό έλεγχο στην αναπνοή και δημιούργησε έναν μοναδικό ήχο, που μεταμόρφωσε τα απλά παραδοσιακά τραγούδια του Περού σε μερικές από τις πολυπλοκότερες και πιο ενδιαφέρουσες συνθέσεις που ακούστηκαν ποτέ.

Στα πρώτα εφηβικά της χρόνια την ανακάλυψε ο Περουβιανός μουσικολόγος Moises Vivanco, ο οποίος είχε ακούσει για το κορίτσι με «τη φωνή των πουλιών και του σεισμού». Μολονότι οι γονείς της την προόριζαν για δικηγόρο και αντιτάχθηκαν σθεναρά σε μια καλλιτεχνική καριέρα, υπερίσχυσε ο Vivanco και στα 13 της χρόνια έγινε η κύρια τραγουδίστρια σ' ένα φεστιβάλ που οργανώθηκε προς τιμήν του San Juan, κυριώτερου αγίου των Ινδιάνων.




Σε ηλικία 15 ετών παντρεύτηκε τον μέντορά της που άρχισε να γράφει τραγούδια ειδικά γι' αυτήν βασισμένα σε μουσικούς τρόπους που χρησιμοποιούσαν στην παραδοσιακή μουσική τους οι Ίνκας και άλλες φυλές της Λατινικής Αμερικής. Μαζί περιόδευσαν στην Αμερική, όπου κατά τη δεκαετία του '50 γνώρισαν μεγάλη επιτυχία.

Στις 12 Αυγούστου του 1950 έκανε το ντεμπούτο της στο Hollywood Bowl, με μια παράσταση που συζητιέται ακόμα και σήμερα. "Oι 6.000 ακροατές δεν πίστευαν στ' αυτιά τους", έγραφε το Time Magazine και συνέχιζε: «Για τα πρώτα λίγα μέτρα του "Ataypura" (High Andes), ενός παραδοσιακού περουβιανού τραγουδιού, το καλοσχηματισμένο κοριτσόπουλο επί σκηνής παρήγαγε καθαρούς βροντώδεις ήχους στα χαμηλά της κοντράλτο περιοχής. Κατόπιν, προς έκπληξή τους, χωρίς καμία προσπάθεια ανέβηκε τέσσερις ολόκληρες οκτάβες και άρχισε τις τρίλιες σαν καναρίνι. Στο τέλος του πρώτου τραγουδιού το κοινό ήταν πολύ έκπληκτο κι αντέδρασε μ' ένα θερμό χειροκρότημα. Το δεύτερο τραγούδι, το "Tumpa" (Earthquake), έφερε επευφημίες. Μετά και το τρίτο, το "Hymn to the sun", τα χειροκροτήματα και οι επευφημίες κλιμακώθηκαν σε ουρλιαχτά για ανκόρ. Ο διευθυντής ορχήστρας αναγκάστηκε να διακόψει τη ...διαδήλωση οδηγώντας την ορχήστρα να παίξει το θορυβώδες "March Slav." του Tchaikovsky».

Τα τέλη του '50 τη βρήκαν εξαντλημένη από το κουραστικό της πρόγραμμα. Ο κόσμος της μουσικής άλλαζε, κυριαρχούσε τώρα το ροκ, ο γάμος της διαλύθηκε κι εκείνη αποσύρθηκε στο σπίτι και την οικογένειά της στο Περού.

Όμως οι ίδιοι οι ροκ αστέρες που προσωρινά την είχαν αντικαταστήσει, ανακάλυψαν τις ηχογραφήσεις της και μια καινούρια γενιά θαυμαστών την έκαναν το πρώτο αληθινό cult αστέρι.

Έτσι, οι αρχές του '60 τη βρήκαν ξεκούραστη κι έτοιμη να ξαναρχίσει την καριέρα της. Έκανε περιοδείες σ' όλο τον κόσμο συμπεριλαμβανομένης και της Σοβιετικής Ένωσης, όπου έδωσε 186 συναυλίες με τη Συμφωνική Ορχήστρα των Μπολσόι, 10 στη Λυρική Σκηνή της Μόσχας των 10.000 θέσεων, και μια σειρά 30 εμφανίσεων στο Στάδιο Λένιν με κάθε παράσταση να την παρακολουθούν 80.000 θεατές κάθε βράδυ.



Άλλη μια περίοδο ξεκούρασης διαδέχθηκε μια ακόμη νέα γενιά θαυμαστών και το 1975 κατέκτησε το Δημαρχείο της Νέας Υόρκης.

Το 1987 εμφανίστηκε στο Παρίσι, τις Βρυξέλες και το Βερολίνο και συμμετείχε μαζί με τους Bonnie Raitt, Sinead O' Connor, James Taylor και Ringo Starr σε ένα άλμπουμ με επιλογές τραγουδιών του Disney, το "Stay Awake", όπου τραγούδησε το "I wonder" από την ταινία "The Sleeping Beauty".

Το 1996 επανεκδόθηκαν όλα τα άλμπουμς της από τη δεκαετία του '50 σε δίσκους ακτίνας. Νέοι που ήταν αγέννητοι όταν ηχογραφούσε αυτά τα άλμπουμς έκαναν ουρά για να τους τα υπογράψει γύρω από το τετράγωνο της Tower Records.

Πέθανε την 1 Νοεμβρίου 2008, στο Los Angeles σε ηλικία 86 χρόνων.

Πρόκειται για την «Πριγκίπισσα των Ίνκας», την τραγουδίστρια των τεσσερισήμισι οκτάβων, την Zoila Augusta Emperatriz Chavarri del Castillo, τη μεγάλη ντίβα Yma Sumac.

_________________


ΠΗΓΕΣ: Για την ανάρτηση χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία:

από το εσώφυλλο του CD "The Ultimate Yma Sumac Collection" σε μετάφραση δική μου



και από εδώ




Τρίτη 16 Ιουνίου 2009

Chavela Vargas - Η σκληρή φωνή της τρυφερότητας

φωτο 1
Γεννήθηκε στο Σαν Χοακίν ντε Φλόρες της Κοσταρίκα στις 17 Απριλίου του 1919. Μόλις 14 ετών εγκατέλειψε τη γενέτειρά της που δεν πρόσφερε ευκαιρίες για μια μουσική καριέρα κι αναζήτησε καταφύγιο στο Μεξικό, όπου ανθούσε η καλλιτεχνική βιομηχανία. Για πολλά χρόνια τραγουδούσε στους δρόμους αλλά στα τριάντα της έγινε επαγγελματίας τραγουδίστρια. Στα νεανικά της χρόνια ντυνόταν αντρικά, κάπνιζε πούρο, οπλοφορούσε, έπινε πολύ κι ήταν γνωστή για το χαρακτηριστικό κόκκινο πόντσο που φορούσε (κι εξακολουθεί να φορά) στις εμφανίσεις της.

φωτο 2
 Το πρώτο της άλμπουμ (Noche de Bohemia) κυκλοφόρησε το 1961 με την υποστήριξη του Jose Alfredo Jimenez, ενός από τους σπουδαιότερους Μεξικάνους τραγουδοποιούς. Στη συνέχεια ηχογράφησε πάνω από ογδόντα άλμπουμς. Γνώρισε μεγάλη επιτυχία κατά τις δεκαετίες του '50, του '60 και το πρώτο μισό της δεκαετίας του '70 περιοδεύοντας στο Μεξικό, τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και την Ισπανία. Είχε στενές σχέσεις με τους πλέον διακεκριμένους καλλιτέχνες και διανοούμενους της εποχής μεταξύ των οποίων η Frida Kahlo, ο Diego Rivera, ο Agustin Lara, ο Jose Alfredo Jimenez, κ.ά.

Κατά τα τέλη της δεκαετίας του '70 αποσύρθηκε για λίγο λόγω της δεκαπεντάχρονης μάχης της με τον αλκοολισμό, διάστημα το οποίο στην αυτοβιογραφία της περιγράφει ως "τα δεκαπέντε χρόνια μου στην κόλαση".

Επέστρεψε στη σκηνή το 1991, ενώ το 2003 και σε ηλικία 83 ετών πραγματοποίησε την πρώτη της εμφάνιση στο Carnegie Hall, την προώθηση της οποίας έκανε ο από χρόνια θαυμαστής και προσωπικός της φίλος Ισπανός σκηνοθέτης Pedro Almodovar.

Μολονότι δεν είχε ποτέ κινηματογραφικές φιλοδοξίες, εμφανίστηκε σε ταινίες κυρίως του Pedro Almodovar, στη Φρίντα της Julie Taymor, όπου τραγούδησε τα "La Llorona" (The Weeping Woman) και "Paloma Negra" (The Black Dove), καθώς και στη Βαβέλ του Alejandro Gonzalez Inarritu, όπου τραγούδησε το "Tu Me Acostumbraste" (You Made Me Comfortable).

Μερικά σημαντικά άλμπουμς : Piensa en mi (1991), Boleros (1991), Volver (1996), Para toda la vida (2002), κ.ά.

Στα 81 της χρόνια παραδέχτηκε ανοιχτά την ομοφυλοφιλία της, ενώ στα νιάτα της φερόταν πως είχε δεσμό με τη ζωγράφο Frida Kahlo, κατά τη διάρκεια του γάμου της τελευταίας με τον Diego Rivera.

Ο λόγος για την Isabel Vargas Lizano περισσότερο γνωστή ως Chavela Vargas.

______________________

Πηγές:
Για τη φωτο 1: εδώ
Για τη φωτο 2: εδώ
Για το βιογραφικό: wikipedia




Τετάρτη 27 Μαΐου 2009

Petru Guelfucci



Ο Petru Guelfucci γεννήθηκε το 1955 στο Sermanu της Κορσικής και από τα πρώτα παιδικά του χρόνια παθιάστηκε με το κορσικάνικο τραγούδι. Στην εφηβεία του συμμετείχε στο λαϊκό συγκρότημα "A manella". Το 1973 γνωρίζεται με τον Ghjuvan Paulu Poletti, έναν από τους κυριότερους ηθοποιούς της πολιτιστικής κίνησης της Κορσικής κατά τη δεκαετία του '70.

Λίγο αργότερα οι δυο τους μαζί με άλλους σχημάτισαν ένα συγκρότημα από νέους μουσικούς, από το οποίο μετέπειτα προέκυψε το πολύ γνωστό κορσικάνικο συγκρότημα Canta U Populu Corsu που αναζωπύρωσε την εθνικιστική φλόγα μιας ολόκληρης γενιάς.

Μετά από 15χρόνια επιτυχίας, το Canta U Populu Corsu εξαφανίστηκε και ο Petru Guelfucci ακολούθησε σόλο καριέρα ηχογραφώντας άλμπουμς όπως τα "Isula" , "Memoria" και "Corsica", του οποίου το ομώνυμο κομμάτι γίνεται τεράστια επιτυχία. Ο καλλιτέχνης αφιερώνει επίσης το χρόνο του στο άλλο του πολυφωνικό συγκρότημα Voce di Corsica.




Petru Guelfucci, Corsica 
Δίσκος: Corsica (1996) 


___________________________

Πηγή:
Η εικόνα και το σύντομο βιογραφικό είναι από εδώ.