Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΧ ΜΑΡΙΖΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΧ ΜΑΡΙΖΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010

Μαρίζα Κωχ - Αναμνήσεις από την εποχή των μπουάτ

Ένα ενδιαφέρον κείμενο με άρωμα δεκαετίας του '60 σας κερνώ σήμερα. Ευχαριστώ θερμά τον Ηρακλή Οικονόμου που μου επέτρεψε την αναδημοσίευση από το ιστολόγιό του, τα Μουσικά Προάστια.




Η ΜΑΡΙΖΑ ΚΩΧ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΜΠΟΥΑΤ


"Ως μαθήτρια στο Ελληνικό Ωδείο Ηλιούπολης, βρέθηκα μέσα σ’ ένα κλίμα μαθητών και μουσικών που είχαν ήδη εμπλακεί στο μουσικό κίνημα του «Νέου Κύματος». Αυτοί με παρέσυραν στο ξενύχτι της μπουάτ - ήταν άγρια ξενύχτια αυτά, κρατούσαν μέχρι τις 4 το πρωί! Πολλοί γονείς είχαν κλάψει. Σου μιλάω για τις παραμονές της δικτατορίας, ’66 - ’67. Οι χώροι αυτοί ήταν πάντοτε μικροί και πάντοτε με ένα όργανο που συνόδευε τον τραγουδιστή, χωρίς μικρόφωνα. Θυμάμαι την Καίτη Χωματά, τον Κώστα Χατζή, την Πόπη Αστεριάδη, τον Γιάννη Σπανό… Σε μια χρονιά είχα μπει σε όλες τις τότε μπουάτ, στη «Ρουλότα» όπου και πρωτοτραγούδησα το ’66. Επειδή ήμουν παιδί του Ωδείου, τραγούδησα το «Άβε Μαρία»… και άρχισα να έχω προτάσεις για συνεργασία. Μετά γνώρισα τα «Ταβάνια», τραγούδησα κι εκεί.

Εκεί, ένα βράδυ, είχε έρθει και ο Μίκης Θεοδωράκης, και μου πρότεινε να τραγουδήσω στη μπουάτ «Τζάκι», στην οδό Μουρούζη. Εκεί εμφανιζόταν ο ίδιος με τη Μαρία Φαραντούρη και τον Αντώνη Καλογιάννη, και τους μουσικούς του, τον Διδήλη, τον Καρνέζη, τον Παπαδόπουλο. Εκεί είχε παίξει και ο Χατζιδάκις με τη Μούσχουρη. Εκεί ήταν η πρεσβεία της Σοβιετικής Ένωσης, και η Πυροσβεστική, και νοιώθαμε κάπως προστατευμένοι, γιατί ήταν και η εποχή των Λαμπράκηδων και ήμασταν εκτεθειμένοι. Πήγα εκεί, τραγούδησα, ήταν μία από τις πρώτες περιπτώσεις μπουάτ όπου μπήκε μέσα ένα ολόκληρο μουσικό συγκρότημα. Εκεί ο Θεοδωράκης έγραψε το «Η ηλικία της γειτονιάς μου» και το τραγουδούσα εγώ σε πρώτη εκτέλεση. Η νύχτα της 21ης Απριλίου μας βρήκε εκεί μαζεμένους με τον Μίκη. Καθώς βγαίναμε έξω μετά το τέλος του προγράμματος, στις 2 τα ξημερώματα, απλώνει τις χερούκλες του και λέει: «Αυτός ο ήχος είναι από τανκς». Για μας ήταν πρωτόγνωρος θόρυβος. Μας λέει: «Καθένας στα σπίτια σας, και πείτε στη Μυρτώ ότι είμαι καλά». Εκεί σταμάτησε και η επαφή μου με τις μπουάτ.

Εκείνη τη χρονιά γνώρισα και τον Νίκο Χουλιαρά, ηχογραφήσαμε δύο τραγούδια του. Η εταιρεία «Λύρα» και ο Πατσιφάς προωθούσαν το κίνημα. Μόλις με πήγε ο Χουλιαράς στο στούντιο της Columbia, ήταν εκεί και ο Πατσιφάς. Μόλις με άκουσε να τραγουδάω, βάζει μια φωνή μέσα από τα ακουστικά: «τι αδέσποτη φωνή είναι αυτή… δεν μπορείς να τη μαζέψεις λιγάκι;» Έπαθα τέτοιο σοκ που δεν τραγούδησα, έφυγα με κλάματα, και μετά ο Νίκος, τρυφερός άνθρωπος, μου είπε: «μη σε νοιάζει, θα κατεβάσουμε τα τραγούδια στον τόνο που θέλει ο κύριος Πατσιφάς» και μπόρεσα και τραγούδησα. Τόσο πολύ άρεσε η χαμηλόφωνη αυτή ερμηνεία ώστε όταν ο Λοΐζος έγραψε τη «Θαλασσογραφία» μέσα στη δικτατορία, ’68-’69, με παρακάλεσε να τραγουδήσω σε αυτές τις συχνότητες το «Νανούρισμα» και το «Μήνυμα». Με ήθελαν, μπορούσα να προχωρήσω και να γίνω μια τραγουδίστρια αυτού του ύφους, να τραγουδάω χαμηλόφωνες μπαλάντες, όμως για μένα αυτό ήταν σκλαβιά.

Αφότου ηχογράφησα τα τραγούδια του Λοΐζου, φύγαμε με τον Λοΐζο και τη Μάρω, τη γυναίκα του, στο Λονδίνο. Μέναμε σε διπλανά δωμάτια, φοιτητικά. Τραγουδούσα κάποια σαββατοκύριακα σε μικρούς χώρους, και εξασφαλίζαμε το βούτυρο στο ψωμί, και μόνο. Ακολούθησα και τη Φαραντούρη στο Scala Theater όπου έκαναν συναυλίες για τον αγώνα. Εγώ μεγάλωνα και το παιδί μου εδώ και πηγαινοερχόμουν πολύ συχνά. Ήμασταν πολλοί εκείνο τον καιρό επάνω, άλλοι είχαν σκορπίσει στη Γαλλία, άλλοι στην Ιταλία.

Μετά ξαναγύρισα, το ’69, και γνώρισα τον Σαββόπουλο εδώ, ο οποίος μου λέει: «το χειμώνα έχει ‘Ροντέο’, έρχεσαι;» Είχε το χαρακτήρα μπουάτ και το «Ροντέο», είχε τις αναλογίες: το στριμωξίδι, τα χαμηλά καθίσματα, τα πηγαδάκια, το ξενύχτι, αλλά όπως και στο «Τζάκι» είχαμε μιαν ορχήστρα, και φυσικά το Διονύση να ροκάρει, τα πρώτα τραγούδια του Ντύλαν μεταφρασμένα, ένα παράθυρο στις μουσικές του κόσμου. Εγώ είχα αρχίσει να γράφω τραγούδια δικά μου και ενδιαφερόμουν πάρα πολύ να βάλω ήχο ηλεκτρικό στα παραδοσιακά τραγούδια. Ξεκίνησα όμως να τα τραγουδάω μόνο με κρουστά με τον Νίκο Τσιλογιάννη, ο οποίος πέρυσι όταν άνοιξε το Κύτταρο ήρθε και παίξαμε μαζί. Εγώ τραγουδούσα τα δημοτικά ώσπου να βρω τον ήχο που ήθελα, ήταν ο Johnny Labinski στην κιθάρα, ο Βασίλης Ντάλας στο μπάσο… Αυτό είχε μεγάλη επιτυχία σαν μουσική πρόταση. Δεν ήταν κάτι το εγκεφαλικό, ήταν μια παρόρμηση με το θάρρος της άγνοιας, της νεανικής τόλμης, όπως θες πες το. Παρότι έγραφα τραγούδια, δεν ήθελα να τραγουδήσω λογοκριμένα κείμενα. Είπα όχι, «Κυρά-Γιώργαινα ο Γιώργος σου που πάει»… εγώ δεν θα μπω στην ίδια κατηγορία, δεν θα περάσω από τα ίδια μονοπάτια. Αργήσαμε να καταλάβουμε ότι στη λογοκρισία είχες δικαίωμα να αφαιρέσεις, δεν είχες δικαίωμα να προσθέσεις, και μάθαμε να αφαιρούμε στίχους και να βγαίνει άλλο νόημα, και έτσι άρχισα να βγάζω και τα τραγούδια μου.

Μετά τον Διονύση που παίξαμε δυο χειμώνες, το μεθεπόμενο καλοκαίρι, το ’70, πήρα κάποιους μουσικούς από τα Μπουρμπούλια, έφτιαξα ένα συγκρότημα μικτό, και τραγούδησα σε μια ταράτσα πάνω από τα «Ταβάνια», στη μπουάτ «Μεταξύ μας». Εκεί στην ταράτσα βαφτίστηκα, δεν είχα ακόμα ηχογραφήσει τον «Αραμπά». Σταδιακά ήρθε και η αποδοχή αυτού του πράγματος. Δημιουργείται και το συγκρότημα «Ανάκαρα» στον ίδιο χώρο, εμφανίζεται και ο Γκαϊφύλλιας. Τη δε μπουάτ την έφτιαξε η αδερφή μου. Ταυτόχρονα, πηγαίναμε σε κάποια παραθαλάσσια καφενεδάκια, ζητούσαμε ρεύμα, βάζαμε τους ενισχυτές στη μπρίζα, ήταν το πάλκο μας! Έτσι δέθηκαν τα κομμάτια. Θυμάμαι ότι η μητέρα μου μας έφτιαχνε ψευτο-κεφτέδες Σαντορίνης και τρώγαμε. Πάντα είχαμε τη χαρά να παίρνουμε ένα ταψί, και καφέδες και αναψυκτικά από το καφενείο που μας έδινε ρεύμα. Πάνω στο κύμα δουλεύτηκαν όλα.

Μπουάτ για μένα σημαίνει η εποχή που έχει μικρά καρεκλάκια και μεγάλο στριμωξίδι. Ένας προβολέας αυτοκινήτου πάνω στη σκηνή, καμία ωραιοποίηση, γυμνή αλήθεια. Οι μπουάτ υπήρξαν η γυμνή αλήθεια της μουσικής μας. Το ότι υπήρχαν «Μικρές Κυκλάδες» και τα τόσα τραγούδια του Χατζιδάκι έδωσαν ένα σημείο αναφοράς στους νεαρούς και τις νεαρές που έγραφαν τα τραγούδια τους. Στους χώρους υπήρχε κάτι από μια μουσικο-φιλολογική ατμόσφαιρα. Μέσα από τις μπουάτ γεννιόταν πολιτισμός, γιατί δεν ήταν δυνατόν ένας παρευρισκόμενος να μη γνωρίζει Ρεμπώ, Λόρκα, Λαπαθιώτη, Καρυωτάκη. Υπήρχε ένα κοινό μέτωπο, που μεγάλωνε. Υπήρχε μια απολύτως πολιτική διάσταση. Ο κόσμος μαζευόταν και για να επικοινωνήσει, παίρναμε την αλληλογραφία και την πηγαίναμε Αγγλία, με αρχηγό τη Γκαίηλ Χολστ, που δεν την ψάχνανε λόγω διαβατηρίου. Μην τα γράψεις αυτά, δεν θέλω να ηρωοποιηθώ. Όλα αυτά γίνονταν στη μπουάτ.

Μετά τη μεταπολίτευση πήραν άλλο χαρακτήρα τα στέκια. Αργότερα, φύγαμε από το μεγάλο μεροκάματο επειδή δεν βρίσκαμε το κοινό μας μπροστά μας. Μπήκανε γιγαντοαφίσες και ήρθε ένας κόσμος της Εκάλης, σαν να λέμε, οι νεόπλουτοι. Δεν μπορούσαμε να ανθίσουμε, και εμείς θέλαμε να ανθίσουμε, ξέραμε τι χαρά είναι να ανθίζεις. Στην Πλάκα μετά τη μεταπολίτευση, το ’74, έσκασε μύτη μια ομάδα ανθρώπων με πολλά χρήματα, οι οποίοι ήταν από τη Λαχαναγορά. Χρηματοδότησαν το «Θεμέλιο», την «Αρχόντισσα», τρεις-τέσσερις μπουάτ που μεγάλωσαν και έγιναν «σαν βαπόρια». Αυτοί έρχονταν με τις τσέπες γεμάτες χιλιάρικα, δέσμες. Άλλαξαν οι καρέκλες, έγιναν καθίσματα καφενείου, ήρθαν τα μεγάλα μεροκάματα, μπήκαν οι νέοι καλλιτέχνες, οι φίρμες της εποχής…"


Μαρίζα Κωχ

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2009

Το καρχηδόνιο επίχρισμα και η Φάτα Μοργκάνα



Ο Νίκος Καββαδίας είναι από τους πιο αγαπημένους και πολυδιαβασμένους μου ποιητές, καθώς τόσο η ζωή του όσο κι η ποίησή του είναι άρρηκτα δεμένες με τη θάλασσα - στοιχείο που καθορίζει και τη δική μου τη ζωή.

Ένα από τα πιο αγαπημένα μου μελοποιημένα ποιήματά του είναι το Fata Morgana που μελοποίησε η Μαρίζα Κωχ. Παρακάτω θα δούμε τον ίδιο τον ποιητή να εξηγεί κάποια πράγματα απ' αυτά που αναφέρονται στους στίχους τού ποιήματος. Ό,τι διαβάσετε από εδώ και κάτω είναι αντιγραφή από το βιβλίο του Μήτσου Κασόλα: Νίκος Καββαδίας, Γυναίκα - Θάλασσα - Ζωή/αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο, που εκδόθηκε από τον Καστανιώτη το 2004. Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας μάς πληροφορεί, η μαγνητοφώνηση έγινε στο σπίτι τού συγγραφέα, κατά την τελευταία επίσκεψη του ποιητή, μόλις σαράντα εφτά μέρες πριν το θάνατό του από εγκεφαλικό στις 10 Φεβρουαρίου 1975. "Απέπνεε ένα αίσθημα μοναξιάς, ένα προαίσθημα μη δεν προλάβει να μπαρκάρει, στις 12 του Γενάρη, και μείνει στη στεριά και του συμβεί τίποτα...", λέει ο Μήτσος Κασόλας και προσθέτει : "Αυτό το προαίσθημα, αυτή η ανασφάλειά του ήταν και ο κρυφός λόγος μου να του ζητήσω να μου επιτρέψει ν' ανοίξω το μαγνητόφωνό μου και να καταγράψω κάποιες απαγγελίες ποιημάτων του και κάποιες από τις πολλές ιστορίες του. Δέχτηκε. Έτσι σώθηκε η φωνή του κι οι ιστορίες του, που ποσώς τον ενδιέφερε, νομίζω, πόσο πραγματικές, πόσο αληθινές ή πόσο μυθοποιημένες ήταν. Το ίδιο δεν ενδιέφερε και μένα και ελπίζω να μη σας ενδιαφέρει και σας".




___________________________________________




-- Λοιπόν, για να σωπάσουμε όλοι τώρα, παρακαλώ, να ακούσουμε τον φίλο μας τον Καββαδία να μας απαγγέλλει κάποια του ποιήματα, απ' αυτά που θα έχει στη νέα ποιητική συλλογή του.

-- Επιμένεις, Κασόλα; Μα 'γω, όταν τα απαγγέλλω, τα δολοφονώ, αδερφέ μου.

-- Τα θυμάσαι απέξω;

-- Τα θυμάμαι, αλλά ντρέπομαι.

-- Ας ντρέπεσαι, θέλω, όπως σου είπα, να κρατήσω τη φωνή σου στο μαγνητόφωνό μου, να την έχω, μαζί και ό,τι άλλο μας πεις απόψε...

-- Θα σας απαγγείλω ένα που έχει τον τίτλο: "Γυναίκα".


Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

.................................................


Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα,Θάνατος και Πέτρα.

-- Το σκότωσα, έτσι;

-- Όχι, ίσα ίσα, μια χαρά το είπες. Ωραίο ποίημα. Για κείνη που έχεις μπερδέματα το έγραψες αυτό;

-- Όχι, για κείνη έχω γράψει αυτό που θα σας πω τώρα.


Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.


Στρείδι ωκεάνειο αρραβωνιάζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος πόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.


Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.


Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ' αγαπήσαν.


Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ' τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.


Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.


Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στην Πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.



-- Νίκο, αν μου επιτρέπεις να σε ρωτήσω κάτι, του λέω (νομίζοντας, με την παύση που έκανε, ότι η απαγγελία αυτού του ποιήματος είχε τελειώσει), από όλες τις γυναίκες που συνάντησες στα λιμάνια τού κόσμου, είναι καμιά που να τη θυμάσαι ιδιαίτερα;

-- Όχι, οι περισσότερες δεν είχαν το καρχηδόνιο επίχρισμα. (Χαμογελάει).

-- Γιατί χαμογελάς; Τι είναι αυτό το καρχηδόνιο επίχρισμα, δεν το κατάλαβα. Γιατί διστάζεις; (Στην παρέα εκείνο το βράδυ υπήρχαν και αρκετές κοπέλες). Ντρέπεσαι τα κορίτσια;

-- Όχι, δεν ντρέπομαι... Να, είναι ένα επίχρισμα που υπάρχει πάντα μέσα στον γυναικείο κόλπο.

-- Πρόσθετο;

-- Όχι, φυσικό επίχρισμα, όπως και τα λαμινάρια που λέω : Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια κλπ. Λαβίδα από την Άγια Κοινωνία.

-- Και τα λαμινάρια πάλι, τι είναι αυτά;

-- Ένα τέλειο φύκι, θα 'λεγα, φυτεμένο μες στη γη, αλλά δουλεύει μόνο του, εργάζεται, ζει, το οποίο, άμα το κόψεις, μετά είναι νεκρό και ζωντανεύει και μεγαλώνει μόνο μέσα στον γυναικείο κόλπο και πουθενά αλλού. Και μπορεί να τη σκοτώσει τη γυναίκα άμα το ξεχάσει μέσα της. Μ' αυτό κάνανε οι Αμερικάνες εκτρώσεις.

-- Τόσο δραστικό είναι;

-- Κάνει μια αιμορραγία μ' αυτό η γυναίκα, διαστέλλει τον κόλπο της κι άμα το αφήσει περισσότερο απ' όσο πρέπει, αυτό μεγαλώνει και γίνεται μια διχάλα. Μια διχάλα, ας πούμε, σαν την ιερή λαβίδα της μετάληψης, του αγίου δισκοπότηρου που λέω.

-- Και το καρχηδόνιο επίχρισμα; Τι είναι;

-- Κοίτα να δεις -γελάει και πάλι- όλες, όλες το έχουν αυτό το καρχηδόνιο επίχρισμα, εγώ το έβγαλα έτσι, ποιητικά... Θυμίζει τα βάζα των Καρχηδόνιων, που τα βάφανε αυτοί μόνο από μέσα, μ' ένα ειδικό επίχρισμα. Και το γυναικείο επίχρισμα, πώς να το πω, είναι η χλωρίδα, ας πούμε. Όπως έχουμε θαλάσσια χλωρίδα, τροπική χλωρίδα, πανίδα κλπ. Είναι πολύ ερεθιστική. (Γελάει). Άμα δεν υπάρχει αυτή η κολπική χλωρίδα, δεν μπορεί η γυναίκα να κάνει παιδί. Μα καλά, τόσα πολλά ξέρω εγώ;

-- Τα κέρατά σου ξέρεις, Καββαδία, του απαντάω.

Κι ο Καββαδίας ξαναγελάει και γελάμε όλοι και πάλι και συνεχίζουμε τη συζήτηση.

-- Και οι γυναίκες, λοιπόν, που γνώρισες εσύ στα λιμάνια, γιατί αυτές δεν είχανε το καρχηδόνιο επίχρισμα;

-- Γιατί οι πόρνες δεν έχουν αυτό το επίχρισμα, σπάνια το έχουν. Από την πολλή χρήση δεν έχουν. Σπάνια νά 'χουνε αυτές την "άγια σκουριά", που λέω. Κάτι σαν αυτή την κόκκινη, πυρόχρωμη σκουριά των λατομείων, που τη φορτώναμε στα καράβια από το Στρατόνι, τη Γερακινή κλπ. Αυτό το επίχρισμα έχει απόχρωση σκουριάς.


Φάτα Μοργκάνα


-- Αφήσαμε όμως το ποίημα μισό, να σας πω και το υπόλοιπο. (Απαγγέλλει και πάλι):


Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.


Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από την Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στο Αμανάτι
και η τέταρτη είν' ένα αγόρι μ' ένα μάτι.


Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.


Να 'χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
ή το γέρο νάνο απ' την Καντώνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.


Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ' όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου,
και φυλλομετρά τον καζαμία.


Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γεια χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.



Γελάμε με το "έχει και στην κόλαση μπορντέλο" και σχολιάζει:


-- Η ψυχή του πεθαμένου βγαίνει από πίσω, η γιαγιά μου το 'λεγε. Εμένα δε βγήκε ακόμα. Λοιπόν, μέσα στον κυκλώνα, στο μάτι, έχει άπνοια, τέλεια άπνοια. Αλλά πώς θα βγεις από κει πέρα, απ' τον κυκλώνα; Και πού θα την πάει αυτήν την άπνοια, από πού θα την σπάσει να μην πέσει ο αέρας; Και κει βλέπεις πλοία στον αέρα, ψάρια στον αέρα, ξύλα αιωρούμενα, φίδια... Μιλάω για κυκλώνες και όχι για τους ανεμοστρόβιλους, τους ανεμορούφαλους της στεριάς.

-- Και, Φάτα Μοργκάνα;

-- Φάτα Μοργκάνα είναι ένα φαινόμενο που συμβαίνει στη Σικελία, στο στενό, ή στη Νάπολη απόξω, νύχτα, τρεις η ώρα, και παρουσιάζει τρεις γυναίκες που χορεύουν στον ορίζοντα. Μετά σβήνει. Κρατά ένα δυο λεπτά, τρεις η ώρα τη νύχτα, πάντα την ίδια εποχή. Καμιά φορά μπορεί να είναι και ηλιακό φαινόμενο και να το βαστάει κάποιο σύννεφο και το παρουσιάζει μετά. Να, κάνει μια αποθήκευση αυτού.

-- Εσύ το είδες αυτό το φαινόμενο;

-- Δύο φορές.

-- Μη μου πεις... Έχουνε σχήμα; Πώς είναι;

-- Έχουνε σχήμα, κανονικό σχήμα, με τα πέπλα τους, τα μαλλιά τους, λυσίκομες, σε ανατριχιάζει αυτό το φαινόμενο.

-- Αλήθεια, με συγχωρείς που σε ξαναρωτάω, το 'χεις δει εσύ αυτό το θέαμα με τα μάτια σου;

-- Ναι, βρε παιδάκι μου, πολλές φορές. Αυτό το θέαμα μάλιστα το είδα, την πρώτη φορά, με έναν Καραντώνη. Αυτός με φώναξε. "Δεν ξέρω τίποτα", μου λέει. Ξάδερφος πρώτος του Αντρέα του ύπαρχου στο καράβι. Αλλά αντικατοπτρισμούς έχω δει πολλές φορές. Έχω δει το Αλγέρι και μετά τους μιναρέδες του στην Ερυθρά. Και λες, αυτό δεν είναι Κάιρο, Αλεξάνδρεια, είναι τ' Αλγέρι, που το ξέρεις. Γιατί μπαίνοντας μετά στο παλιό ντοκ, βλέπεις τι έχει, πόσα φανάρια κλπ.


Για περισσότερο ...Καββαδία ανατρέξτε:

1) ΜΗΤΣΟΣ ΚΑΣΟΛΑΣ, Νίκος Καββαδίας, Γυναίκα - Θάλασσα - Ζωή/Αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο, εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, Αθήνα 2004.


2) GUY (MICHEL) SAUNIER, "Ετούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό..."/Έρευνα στον μυθικό κόσμο του Νίκου Καββαδία, εκδ. ΑΓΡΑ, Αθήνα 2004.


 

Φάτα Μοργκάνα
 Μουσική: Μαρίζα Κωχ / Ποίηση: Νίκος Καββαδίας / Δίσκος: Μαρίζα Κωχ (1978)