Mi noche triste (*) Μουσική: Samuel Castriota Στίχοι: Pascual Contursi Ερμηνεία: Carlos Gardel (δεύτερη ηχογράφηση, Odeon 24 Απριλίου 1930)
Το ταγκό
Γεννήθηκε στον ποταμό Λα Πλάτα, στις κακόφημες συνοικίες. Οι άνδρες το χόρευαν αναμεταξύ τους, για να διασκεδάσουν τους πελάτες που περίμεναν, ενώ οι γυναίκες εξυπηρετούσαν άλλους πελάτες στο κρεβάτι. Ο ήχος του, διακεκομμένος, αργός, χανόταν μέσα στα δρομάκια όπου βασίλευε το μαχαίρι και η θλίψη.
Το ταγκό είχε τη στάμπα της καταγωγής του στο μέτωπο, που ήταν τα καταγώγια, η ρέμπελη ζωή, γι' αυτό του είχαν απαγορεύσει να βγει πέρα από την επικράτειά του.
Όμως εκείνο, παρότι απαράδεκτο στην εμφάνιση, άνοιξε την πόρτα. Το 1917 ο Κάρλος Γκαρδέλ το πήρε από το χέρι, και το ταγκό διέσχισε τους δρόμους του Μπουένος Άιρες, ανέβηκε μέχρι τη σκηνή του θεάτρου Εσμεράλδα, και παρουσιάστηκε με το όνομά του. Ο Γκαρδέλ τραγούδησε το «Mi noche triste» και το κοινό τον καταχειροκρότησε. Το ταγκό έπαψε να βρίσκεται στην εξορία. Η φιλήσυχη μικροαστική τάξη, με δάκρυα στα μάτια, του έκανε θερμή υποδοχή και του έδωσε πιστοποιητικό καλής διαγωγής.
Ήταν το πρώτο ταγκό που ο Γκαρδέλ ηχογράφησε σε δίσκο. Συνεχίζει να το τραγουδά, και κάθε μέρα ακούγεται καλύτερα. Τον Γκαρδέλ τον αποκάλεσαν Μάγο. Και δεν είναι καθόλου υπερβολή.
Eduardo Galeano, Καθρέφτες / Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία, μετάφραση Ισμήνη Κανσή, εκδόσεις Πάπυρος 2009.
Τη μουσική του συνέθεσε το 1915 στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής ο Σαμουέλ Καστριότα. Ήταν ένα ορχηστρικό ταγκό που αρχικά πήρε τον τίτλο «Lita». Λίγο αργότερα ο Πασκουάλ Κοντούρσι στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης πρόσθεσε χωρίς την άδεια του συνθέτη στίχους και τιτλοφόρησε το τραγούδι «Percanta que me amuraste». Το τραγούδι αυτό άκουσε ο Κάρλος Γκαρδέλ και το παρουσίασε στο θέατρο Εσμεράλδα του Μπουένος Άιρες στις 3 Ιανουαρίου 1917. Ήταν η πρώτη φορά που το ταγκό αποκτούσε στίχους και μπορούσε να τραγουδηθεί. Ο Γκαρδέλ ηχογράφησε το τραγούδι για πρώτη φορά στην Αργεντινή με την ετικέτα της Odeon στις 9 Απριλίου 1917 με τον Χοσέ Ρικάρντο στην κιθάρα, και μια ακόμη φορά με την ίδια ετικέτα στις 24 Απριλίου 1930 με τους Γκιγιέρμο Μπαρμπιέρι, Χοσέ Μαρία Αγκιλάρ και Άνχελ Ντομίνγκο Ριβερόλ στις κιθάρες.
Γεννήθηκε στις 2 Ιουνίου 1898 ως πολίτης της Ρωσικής Αυτοκρατορίας στο Isaevo (που τώρα ανήκει στην Ουκρανία) από μια οικογένεια φτωχών και αναλφάβητων αγροτών. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου η μητέρα κι ο πατριός του μετοίκησαν στο Kishinev, το οποίο αργότερα προσαρτήθηκε στη Ρουμανία και σήμερα αποτελεί τμήμα της Μολδαβίας. Έτσι, την εθνικότητά του διεκδικούν η Ρωσία, η Ουκρανία, η Ρουμανία και η Μολδαβία.
Θεωρείται παγκοσμίως ο «βασιλιάς του ρώσικου tango» και είναι ειδικότερα γνωστός για την ερμηνεία του στο «Serdtse», το διασημότερο τραγούδι tango που δεν γράφτηκε στην ισπανική γλώσσα. Τραγούδησε σχεδόν αποκλειστικά στη ρωσική γλώσσα.
Στα πρώτα παιδικά του χρόνια τραγουδούσε σε μια εκκλησιαστική χορωδία κι έμαθε να παίζει κιθάρα και μπαλαλάικα.
Δεν έμαθε ποτέ καμιά αληθινή τέχνη κι έτσι μετά τον πόλεμο εργάστηκε σε διάφορα εστιατόρια σερβίροντας, πλένοντας πιάτα και δίνοντας μικρές θεατρικές παραστάσεις.
Αφού πήρε μερικά μαθήματα μπαλέτου στο Παρίσι, άρχισε να δίνει παραστάσεις με τη λετονή σύζυγό του, χορεύτρια Zinaida Zakit. Μαζί παρουσίαζαν μία μίξη μπαλέτου, παραδοσιακού χορού και ευρωπαϊκού tango που ήταν τόσο δημοφιλής ώστε τους οδήγησε σε τουρνέ στην Αίγυπτο, τη Συρία, τον Λίβανο, την Τουρκία, τη Γερμανία και τη Βρετανία. Ο Leshchenko διέθετε μια απαλή βαρύτονη φωνή. Ανακάλυψε πως μπορούσε να τραγουδήσει μπροστά σε κοινό, στη Ρίγα, όταν αυτοσχεδίαζε πάνω σε τσιγγάνικη μουσική και tango τραγούδια για να αναπληρώσει την απουσία της εγκύου συζύγου του. Το 1935 βρέθηκε στο αποκορύφωμα της επιτυχίας του. Παρ’ όλο που εξακολουθούσε να περιλαμβάνει στο ρεπερτόριό του παλιές ρώσικες ρομάντζες, ακόμα και σοβιετικά τραγούδια (όπως το «Serdtse» που αρχικά τραγούδησε ο Leonid Utyosov), τώρα πια γράφονται τραγούδια αποκλειστικά γι’ αυτόν κι εκείνα που είναι σε ρυθμό tango προσαρμόζονται στο αργεντίνικο ύφος.
Ο Leshchenko έδινε παραστάσεις για τους ευρωπαίους ευγενείς και τους «λευκούς» (δηλαδή τους αντίθετους με τον μπολσεβικισμό) ρώσους πρόσφυγες στο ομώνυμο δικό του καμπαρέ στο Βουκουρέστι. Το πρώτο μέρος κάθε παράστασης ήταν αφιερωμένο στην τσιγγάνικη μουσική, αλλά στο δεύτερο μέρος ο Leshchenko ντυμένος επίσημα με σμόκιν κι ένα λευκό μεταξωτό μαντίλι τραγουδούσε και χόρευε αργεντίνικα tango.
Στη Σοβιετική Ένωση η δουλειά του Leshchenko ήταν απαγορευμένη για δύο λόγους: αφενός επειδή ο ίδιος θεωρούνταν «λευκός» πρόσφυγας (πράγμα που δεν ήταν, σύμφωνα με τον νόμο) και αφετέρου επειδή το είδος που υπηρετούσε (ταγκό και φοξτρότ) θεωρούνταν αντεπαναστατικό. Ωστόσο, στα κρυφά ήταν πολύ δημοφιλής: ο κόσμος έφτανε να ακούει το Ράδιο Τεχεράνη προκειμένου ν’ ακούσει τη μουσική του, δίσκοι του των 78 στροφών περνούσαν λαθραία στη χώρα από τις χώρες της Βαλτικής και ειδικοί στο λαθρεμπόριο διακινούσαν τη μουσική του πάνω σε μεταχειρισμένες πλάκες ακτίνων Χ.
Στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και της κατοχής της Οδησσού από τον ρουμανικό στρατό που επακολούθησε, ο Leshchenko μπόρεσε επιτέλους να εμφανιστεί στη χώρα που εξακολουθούσε να θεωρεί δική του. Ο κόσμος στεκόταν με τις ώρες στην ουρά προκειμένου να αγοράσει εισιτήριο για μια του συναυλία. Κι ήταν εκεί, στην Οδησσό, που ο Leshchenko γνώρισε τη δεύτερη σύζυγό του Vera Georgievna Belousova, για την οποία αργότερα, επιστρέφοντας στη Ρουμανία, χώρισε την Zinaida.
Όταν η Ρουμανία άλλαξε στρατόπεδο κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και ο σοβιετικός στρατός εισέβαλε στη χώρα, ο Leshchenko απέφυγε τη σύλληψη κι έγινε ο προστατευόμενος του στρατιωτικού διοικητή της φρουράς του Κόκκινου Στρατού στο Βουκουρέστι. Σύμφωνα με κάποιες πηγές, αυτό συνέβη χάρις στον στρατάρχη Georgy Zhukov που ήταν κρυφός θαυμαστής της μουσικής του. Ο ίδιος ο Leshchenko πιθανώς το πίστευε αυτό και μετά τον πόλεμο έγραψε σε φίλους του στη Σοβιετική Ένωση ζητώντας τους να έρθουν σε επαφή με υψηλούς αξιωματούχους που θα μεσολαβούσαν ώστε να επιτρεπόταν σε εκείνον και τη Vera να επιστρέψουν στη χώρα που γεννήθηκαν.
Το 1951, μια βδομάδα αφού έλαβαν μια επίσημη επιστολή με την οποία τους παραχωρούνταν η άδεια εγκατάστασης στη Σοβιετική Ένωση, η Vera και ο Pyotr συνελήφθησαν από τη ρουμανική αστυνομία. Η Vera εκδόθηκε στη Σοβιετική Ένωση, όπου καταδικάστηκε σε εξαναγκαστική εργασία, επειδή, μεταξύ άλλων, είχε παντρευτεί ξένο. Ο Pyotr στάλθηκε σε μια φυλακή κοντά στο Βουκουρέστι. Κι οι δυο τους πρόλαβαν κι έζησαν τη μετά Στάλιν εποχή, αλλά ο Pyotr πέθανε στο νοσοκομείο της φυλακής στις 16 Ιουλίου 1954 δίχως τη Vera στο πλευρό του – εκείνη είχε αποφυλακιστεί, όμως αγνοούσε ότι ο άνδρας της ήταν ακόμα ζωντανός. Σύμφωνα με μερικούς φίλους που ήταν παρόντες τη στιγμή του θανάτου του, τα τελευταία του λόγια ήταν: «Φίλοι μου, είμαι ευτυχής, γιατί θα επιστρέψω στην πατρίδα μου. Φεύγω, μα σας αφήνω την καρδιά μου».
Το 1981, η ενενηκοστή επέτειος των γενεθλίων του σημαδεύτηκε από αρκετά άρθρα στις σοβιετικές εφημερίδες ενώ αρκετές ραδιοφωνικές εκπομπές ήταν αφιερωμένες σ’ αυτόν εκείνο τον καιρό.
Στη συνέχεια ακούμε μερικά από τα πιο γνωστά τραγούδια του. Πρώτο και καλύτερο το πασίγνωστο «Serdtse» κι ακολουθούν κατά σειρά τα: «Golubye Glaza», «Vino Lyubvi» και «Chornye Glaza».
Από πολύ μικρή, βρέφος σχεδόν, μεγάλωσα με το ραδιόφωνο. Αυτό με ηρεμούσε όταν με έπιανε η ακατανίκητη παρόρμηση για γκρίνια, αυτό δρόσιζε τον πυρετό μου όποτε αρρώσταινα, αυτό με νανούριζε όταν αρνιόμουν σαν καλό παιδάκι να πάω για ύπνο, αυτό με παρηγορούσε όταν μ' έπνιγε το παιδιάστικο παράπονο, αυτό συνόδευε τη γλυκιά φωνή της μάνας μου αργότερα, όταν το βραδάκι έπεφτε κι εκείνη μπάλωνε, σιδέρωνε ή ακόμη ετοίμαζε το τραπέζι για να φάμε όλοι μαζί (ωραία που ήταν χωρίς τηλεόραση!). Έτσι μεγάλωνα και μεγάλωσα... ρουφώντας ήχους. Τα δημοτικά που αγαπούσε η γιαγιά, τα τραγούδια του Αττίκ και των άλλων του είδους, που κάποιοι αργότερα ενοχοποίησαν ως «ελαφρά», τις καντάδες, αλλά και αργότερα τα λαϊκά, τα ρεμπέτικα, το λεγόμενο έντεχνο, τις ροκιές της εφηβείας... τέλος δεν έχουν οι αναζητήσεις ως τα σήμερα.
Κατά έναν περίεργο τρόπο πάντα, από μικρό παιδί, με έθελγαν ακούσματα που χτυπούσαν κατευθείαν στην ψυχή, που μ' έκαναν για κάποιον ανεξήγητο λόγο να θέλω να κλάψω. Απορούσαν οι μεγάλοι: «μα εμείς εδώ βάλαμε μουσική να διασκεδάσουμε και το παιδί δακρύζει;» έλεγαν. Ακόμα και στα εφηβικά μου χρόνια της άρνησης, της αναζήτησης, της σκληρής αντιπαράθεσης του άλλοτε με το τώρα.
Ένα από εκείνα τα ακούσματα ήταν και τα αργεντίνικα τανγκό, πολλά από τα οποία (όπως έμαθα αργότερα) είχαν μεταφερθεί στα ελληνικά και ηχογραφηθεί από Έλληνες καλλιτέχνες. Έτσι τα τραγουδούσαν η μαμά κι ο μπαμπάς και τα χόρευαν κιόλας εξαίσια, μ' εμένα να χαζεύω και να μη θέλω να τελειώσει το τραγούδι. Χορό δεν έμαθα ποτέ - υπερβολικά ντροπαλή εκ φύσεως. Κι αν τα πόδια δε με πάνε, έχω όμως χορευταρού ψυχή που δε χάνει βήμα.
Κάποτε έμαθα πως για πολλά από εκείνα τα υπέροχα τραγούδια που απείρως με συγκινούσαν υπεύθυνος ήταν ο κύριος της φωτογραφίας, για τον οποίο θα μιλήσω παρακάτω.
Γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1887 στην Τουλούζη της Γαλλίας από άγνωστο πατέρα και μητέρα τη Berthe Gardes. Σε ηλικία 27 μηνών η μητέρα του τον έφερε στην Αργεντινή, την υπηκοότητα της οποίας απέκτησε το 1923. Μια άλλη θεωρία για τον τόπο γέννησής του λέει πως γεννήθηκε στην Ουρουγουάη, μια και ο ίδιος ισχυρίστηκε πως ήταν Ουρουγουανός στην αίτησή του για την απόκτηση της αργεντίνικης υπηκοότητας και καθώς βρέθηκε στη σορό του μισοκαμένο ουρουγουανό διαβατήριο. Μολονότι τρεις χώρες ερίζουν για την καταγωγή του, εκείνος όταν ρωτούνταν συνήθιζε να λέει πως γεννήθηκε στο Μπουένος Άυρες σε ηλικία δυόμισι ετών, καθώς εκεί μεγάλωσε και τη μουσική της Αργεντινής υπηρέτησε.
Ξεκίνησε την καριέρα του τραγουδώντας σε μπαρ και ιδιωτικά πάρτι αρχικά με τον Francisco Martino κι έπειτα σχηματίζοντας τρίο με τους Martino και Jose Razzano. Θεωρείται ο δημιουργός του τραγουδιού tango από το 1917 που ερμήνευσε το Mi Noche Triste των Pascual Contursi και Samuel Castriota, τραγούδι που πούλησε πάνω από δέκα χιλιάδες αντίτυπα κι έγινε επιτυχία σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική.
Έκανε περιοδείες στην Αργεντινή, την Ουρουγουάη, τη Χιλή, τη Βραζιλία, το Πουέρτο Ρίκο, τη Βενεζουέλα, την Κολομβία κι εμφανίστηκε επίσης στο Παρίσι, τη Νέα Υόρκη, τη Βαρκελώνη και τη Μαδρίτη. Στους πρώτους τρεις μήνες της επίσκεψής του στο Παρίσι το 1928 πούλησε εβδομήντα χιλιάδες δίσκους. Η αυξανόμενη δημοτικότητά του, το εκπληκτικό ταλέντο του στο τραγούδι και τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του που θύμιζαν κινηματογραφικό αστέρα τον οδήγησαν στη δημιουργία ταινιών στη Γαλλία και τις ΗΠΑ για λογαριασμό της Paramount.
Η αλάνθαστη μουσικότητα της ιδιαίτερης βαρύτονης φωνής του και το δραματικό χρώμα που προσέδιδε στις ερμηνείες των στίχων ανέδειξαν σε μικρά αριστουργήματα τις εκατοντάδες ηχογραφήσεις του.
Πέθανε στις 24 Ιουνίου 1935 σε ένα αεροπορικό δυστύχημα στην Κολομβία οδηγώντας σε βαρύ θρήνο τα εκατομμύρια των θαυμαστών του σε όλο τον κόσμο. Ακόμα και σήμερα τιμάται παγκοσμίως κι αποκτά καινούριους θαυμαστές. Στη Λατινική Αμερική μάλιστα λένε «ο Gardel τραγουδά όλο και καλύτερα κάθε μέρα» και σχεδόν πάντα στο άγαλμα που στήθηκε στον τάφο του βλέπει κανείς ένα τσιγάρο αναμμένο ανάμεσα στα δάχτυλά του τοποθετημένο εκεί από κάποιον θαυμαστή.