Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΑΛΑΦΑΣ ΚΩΣΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΑΛΑΦΑΣ ΚΩΣΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Τα πρώτα γράμματα



Τη μέρα που μπήκαν οι Γερμανοί στην Καβάλα, μια ομάδα στρατιωτών με φορτηγά, κατέλαβαν το Δημοτικό σχολείο της γειτονιάς. Έτσι κι αλλιώς ήταν άδειο, αφού από βδομάδες τώρα δεν υπήρχε Ελληνικό Δημόσιο. Το σχολείο έγινε στρατώνας. Γύρω του άρχισαν εκβραχισμούς και άνοιξαν αλάνες. Εκεί παρκάρανε αυτοκίνητα και τεθωρακισμένα. Από τα κοντινά σπίτια έδιωξαν τις οικογένειες. Εγκαταστάθηκαν εκεί βαθμοφόροι και στρατιώτες.

Έφθασε πείνα. Τριγυρνούσαμε στο σχολείο ψάχνοντας στα σκουπίδια των Γερμανών. Στους λόφους γυρνούσαμε, στις πλαγιές μαζεύοντας χόρτα. Πευκοβελόνες μαζεύαμε και κουκουνάρες για τη φωτιά. Πουρνάρια λίγο ψηλότερα. Στη θάλασσα κατεβαίναμε, απ' τα βράχια μαζεύαμε πεταλίδες, μύδια, πιο μέσα χτένια. Αλάτι μαζεύαμε απ' τα βράχια. Βρίσκαμε κάτι ελάχιστα, αφού όλοι τα ίδια ψάχναν.

Πίσω απ' τους Γερμανούς ακολουθούσαν οι Βούλγαροι. Η περιοχή μας πέρασε στη δικαιοδοσία τους. Με κάθε τρόπο προσπαθούσαν να την ενσωματώσουν στο Βασίλειο του Μπόρι. Απαγόρεψαν καθετί ελληνικό. Δεν άνοιξαν ποτέ ελληνικά σχολεία και υποχρέωναν τα παιδιά να πηγαίνουν σε βουλγαρικά σχολεία. Όλα τα έγγραφα και οι εφημερίδες ήταν στη γλώσσα τους. Άλλαξαν τις επιγραφές στους δρόμους, στις εκκλησίες και τα καταστήματα. Μάζεψαν κι εξαφάνισαν τα ελληνικά βιβλία. Όλα τα αρχεία. Σε κάθε ελληνική επιχείρηση ή κατάστημα διόρισαν κι έναν Βούλγαρο πολίτη σαν συνεταίρο. Έτσι, για να μην πάω σε βουλγαρικό σχολείο η μητέρα μου μ' έκρυβε. Έλεγε παντού «είναι μικρός ακόμη». Έτσι κι αλλιώς δεν πρόλαβα να πάω ούτε σ' ελληνικό, αφού όταν ήρθε η ηλικία μου έγινε ο πόλεμος κι αυτά είχανε πια κλείσει. Δεν γνώριζα ανάγνωση και γραφή.

Ήταν αρχές του 1943, η μητέρα μου αποφάσισε πως πρέπει να μάθω γράμματα. Όμως λίγα και τα δικά της. Στην Τραπεζούντα μόλις πρόλαβε να πάει μέχρι την τρίτη Δημοτικού. Μετά εδώ στο Ελληνικό Βασίλειο έπρεπε να δουλέψει στα καπνά. Παρ' όλα αυτά μια από τις μεγαλύτερές της απολαύσεις ήταν να κάθεται, όταν είχε χρόνο, στη γωνιά της, με την γκαζόλαμπα ή το καντήλι, και να διαβάζει κάθε τυπωμένο χαρτί που έπεφτε στα χέρια της. Συνήθως παλιά σχολικά βιβλία.

Νιώθαμε στην κυριολεξία περιτριγυρισμένοι απ' τον εχθρό, καθώς στα γύρω σπίτια απ' το δικό μας, στα επιταγμένα, είχαν εγκατασταθεί Γερμανοί και Βούλγαροι.

Από το φόβο των αλλογλώσσων, κυρίως απ' την τακτική των Βουλγάρων, η μητέρα, για να τονώσει το φρόνημά μου, μου μάθαινε τους πρώτους στίχους απ' τον Θούριο του Ρήγα, ακόμη τους πρώτους στίχους απ' την Ωδή του Κάλβου Εις τον Ιερόν Λόχον. Μου τα διάβαζε από ένα παλιό αναγνωστικό που το έκρυβε στο υπόγειο κάτω από τσαλιά και ξύλα. Οι Βούλγαροι έτσι κι αλλιώς απαγόρευαν και κυνηγούσαν βιβλία και γραφές της γλώσσας μας. Στο σκοτάδι του υπογείου μ' έβαζε να τα επαναλαμβάνω με χαμηλή φωνή αλλά μ' ένταση. Κι όταν κάποτε με άκουσε να φωνάζω μια ή δυο βουλγάρικες λέξεις στον συνομήλικό μου, από τα επιταγμένα, Πάβελ, ήρθε στον κήπο, μ' άρπαξε απ' το μπράτσο, μ' έσυρε στο σπίτι αγριεμένη, μ' έκανε μαύρο στο ξύλο.

Λίγα τα δικά της γράμματα, δεν μπορούσε να με προχωρήσει, ζήτησε τότε τη βοήθεια μιας νεαρής γειτόνισσάς μας, της Μαρίκας. Τον τελευταίο χρόνο πριν απ' τον πόλεμο είχε τελειώσει το Γυμνάσιο. Ερχόταν δύο φορές τη βδομάδα, κρυφά στο υπόγειο με τη λάμπα ή το καντήλι, μου έκανε μαθήματα. Σε σπασμένη πλάκα έγραφα μ' ένα φαγωμένο κοντύλι, έσβηνα με τα δάχτυλα. Όση ώρα κρατούσε το μάθημα η μητέρα καθόταν στην πόρτα, κρατούσε ένα πλεκτό με βελόνες στα χέρια και επισκοπούσε.

Κάθε φορά που έβγαινα απ' το υπόγειο στο φως, είχα τη σταθερή αίσθηση πως απ' τον σκοτεινό κόσμο της ανάγνωσης, της γραφής και των βιβλίων περνούσα στο φως της προφορικής ζωντανής γλώσσας.

Συνεχίζονταν έτσι τα μαθήματα με αντάλλαγμα κάτι φαγώσιμο, απ' την μητέρα μου, όταν υπήρχε.

Όταν μπήκε, το Σεπτέμβρη του 1944, ο ΕΛΑΣ κι απελευθέρωσε την πόλη μας, κι ύστερα από λίγο άνοιξαν τα σχολεία, ήμουν από τα ελάχιστα παιδιά της ηλικίας μου που γνώριζε ανάγνωση και γραφή.

Η επιτροπή του ΕΑΜ της γειτονιάς κατέλαβε το σχολείο. Μπήκαμε μέσα, μαθητές και γονείς, το καθαρίσαμε από τα υπολείμματα των Γερμανών, το βάψαμε με ασβέστη κάτω από την επίβλεψη των δασκάλων μας. Και ήταν αυτοί, η Μαρίκα, που όπως αποδείχτηκε ήταν στην ΕΠΟΝ, ένας άλλος γείτονας μεγαλύτερός μας που κι αυτός είχε τελειώσει το Γυμνάσιο πριν τον πόλεμο, και τέλος διευθυντής και καθοδηγητής μας ανέλαβε ο Αλέξης, που ήταν φοιτητής της Νομικής πριν τον πόλεμο.

Δουλέψαμε μ' ενθουσιασμό παρ' όλες τις ελλείψεις και την πείνα. Διορθώσαμε τα λίγα θρανία που είχαν διασωθεί, κουβαλήσαμε κορμούς δέντρων για σκαμνιά, με παλιά σανίδια φτιάξαμε πίνακες. Οι δάσκαλοι λέγανε πως εμείς είμαστε τα θεμέλια της νέας κοινωνίας. Και θέλαμε να είμαστε.

Υπήρχε ένα συνονθύλευμα παιδιών και ηλικιών. Παιδιά που για πρώτη φορά έπρεπε να πάνε σχολείο μέχρι παιδιά που, έχοντας χάσει τα χρόνια της Κατοχής, ήταν δεκαοχτώ και πάνω. Θέλανε να πάρουν το χαρτί του Δημοτικού για να συνεχίσουν στο Γυμνάσιο, όπως εγώ, και άλλοι που το θέλαν για να εργαστούν σε υπηρεσίες.

Αφού είχαν αρχίσει τα μαθήματα, μετά από βδομάδες, με κάλεσε ο διευθυντής. Μου έκανε διάφορες ερωτήσεις, μ' έβαλε να διαβάσω και να γράψω μερικές σειρές. «Είμαι ευχαριστημένος μαζί σου», τον άκουσα να λέει καθώς έγραφα στον πίνακα. «Από αύριο θα πας στην έκτη τάξη και θα κάνεις μαθήματα μαζί μου». Έτσι σε λίγες βδομάδες από την τρίτη τάξη βρέθηκα στην έκτη. Εκεί που φυσιολογικά θα έπρεπε να βρίσκομαι σύμφωνα με την ηλικία μου. Και δικαιωματικά εντάχθηκα και στα Αετόπουλα.

Μετά τις συμφωνίες της Βάρκιζας άρχισαν να καταφθάνουν οι Εγγλέζοι, με τα πλοία τους στο λιμάνι, να πιάνουν τα μέρη που είχαν εγκατασταθεί πριν οι Γερμανοί, και πίσω τους το παλιό καλό ελληνικό Δημόσιο.

Το σχολείο προχωρούσε δύσκολα, με πείνα, με κρύο, με κάθε είδους ελλείψεις. Η κατάσταση που βιώναμε ήταν έκρυθμη, όλα από μέρα σε μέρα παίζονταν. Την 25η Μαρτίου έγινε στη μεγάλη αίθουσα του σχολείου μια μεγάλη γιορτή. Απάγγειλα μ' επιτυχία ένα μέρος από τον Θούριο του Ρήγα, κάποια παιδιά διάβασαν άλλα κείμενα. Στο τέλος της γιορτής ο διευθυντής μας, ο Αλέξης, έκανε έναν σύντομο απολογισμό των μηνών που πέρασαν, είπαν να μην ξεχάσουμε τον αγώνα που έγινε και γίνεται, και μας ανακοίνωσε το κλείσιμο του σχολείου. Θα το ανοίξουν, μας είπε, και πάλι οι νέες αρχές. Έγινε θρήνος και οδυρμός.


Ξαναγυρίσαμε στις αλάνες, στα κατσάβραχα και στα βουνά. Τώρα το περισσότερο αγαπημένο μας παιχνίδι ήταν να μαζεύουμε σφαίρες, που τις βρίσκαμε παντού, ν' ανεβαίνουμε ψηλά στη Δεξαμενή, πάνω απ' τα πεύκα, στον Άγιο Παντελεήμονα. Εκεί ανάβαμε μεγάλη φωτιά, με βελόνες και κουκουνάρες από πεύκα, ρίχναμε μέσα τις σφαίρες και ξαπλώναμε ένα γύρω και πίσω απ' τα βράχια. Οι σφαίρες σκάζανε ομαδικά, πραγματική ομοβροντία, τα μολύβια θέριζαν και τότε όποιον πάρει ο χάρος. Και βέβαια μας πήρε έναν φίλο. Κανείς δεν μπορούσε πια να μας ελέγξει.

Τον Οκτώβρη του 1945 άνοιξαν και πάλι τα σχολεία, τώρα με τη νέα προπολεμική διεύθυνση και μαθαίναμε επιτέλους την αποκαλυπτική αλήθεια πως ο Αλέκτωρ στη γενική γίνεται του Αλέκτορος.



Λίγα λόγια για τον συγγραφέα



Ο Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου γεννήθηκε το 1935 στην Καβάλα. Ποιητής και πεζογράφος. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από την Καππαδοκία και τον Πόντο. Το 1944 χτυπήθηκε από γερμανική χειροβομβίδα και έχασε το αριστερό του χέρι. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών Αθηνών. Εργάστηκε σε διάφορες ιδιωτικές επιχειρήσεις. Από το 1971 ζει στη Θεσσαλονίκη.
Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1962 με την ποιητική συλλογή «Έγκλειστοι». Έγραψε ποίηση, πεζά και μικρά δοκίμια. Εργασίες του έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες, περιοδικά και ανθολογίες. Έργα του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ολλανδικά, Ιταλικά, Πολωνικά, Ρουμάνικα και Ρωσικά.


________________________


ΠΗΓΕΣ:

1) Το κείμενο του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου είναι από το αφιέρωμα «Ιστορίες από το σχολείο» του λογοτεχνικού περιοδικού Η λέξη (τεύχος 175).
2) Πληροφορίες για τον συγγραφέα από Ε.ΚΕ.ΒΙ. Κι επειδή είναι γνωστός κυρίως για την ποίησή του διαβάστε ποιήματά του στο Translatum.
3) Η πρώτη φωτογραφία είναι της Βούλας Παπαϊωάννου και την πήρα από εδώ.
4) Η δεύτερη φωτογραφία είναι του Κώστα Μπαλάφα και την πήρα από εδώ.


Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2011

Κώστας Μπαλάφας (1920 - 2011) - R. I. P.


Τα ξημερώματα της Κυριακής που μας πέρασε έσβησε ο Κώστας Μπαλάφας, ένας από τους σημαντικότερους φωτογράφους μας. Μαζί με τον Σπύρο Μελετζή και τον Τάκη Τλούπα αποτέλεσαν την «Αγία Τριάδα της ελληνικής φωτογραφίας».


Γεννημένος στο ορεινό χωριό Κυψέλη της Άρτας από τον Γιώργο και την Αρχοντούλα, φτωχούς αγρότες, ήδη από την ηλικία των έντεκα ετών κατεβαίνει στην Αθήνα και ρίχνεται στη βιοπάλη παρακολουθώντας παράλληλα και το νυχτερινό σχολείο. Το 1936 πηγαίνει για σπουδές στη Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων, απ' όπου αποφοιτά μετά από δύο χρόνια και πηγαίνει για στην Ιταλία για περαιτέρω σπουδές γαλακτοκομίας. Επιστρέφει το 1939 και διορίζεται έκτακτος υπάλληλος στη Γαλακτοκομική Σχολή, όπου τον βρίσκει ο πόλεμος και η κατοχή.

Η πρώτη επαφή του με τη φωτογραφία και τη φωτογραφική μηχανή γίνεται στα δεκατρία του χρόνια, όταν συνοδεύει το αφεντικό του στην ξενάγηση που κάνει ο τελευταίος στους συγγενείς του από την Αμερική. Βλέπει τότε τη μικρή και απλή φωτογραφική μηχανή Μπράουν της Κόντακ και κάνει τις πρώτες του λήψεις, που δεν είναι παρά οι φωτογραφίες της οικογένειας στο αττικό τοπίο της Πάρνηθας. Τούτη η εμπειρία τον μαγεύει και η απόκτηση μιας ολόδικής του φωτογραφικής μηχανής γίνεται όνειρο ζωής.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στα Ιωάννινα πουλάει το ρολόι του προκειμένου να συμπληρώσει το ποσό και ν' αποκτήσει μια Τζούνιορ Κόντακ, την οποία αντικαθιστά με μία Ρόμποτ στην Ιταλία και παράλληλα μαθητεύει πλάι σ' έναν φίλο του υπάλληλο φωτογραφείου που του διδάσκει τα μυστικά του σκοτεινού θαλάμου. Κι είναι αυτή η μηχανή που θα χρησιμοποιήσει για ν' αποθανατίσει την πορεία του ελληνικού στρατού προς το αλβανικό μέτωπο, την Κατοχή και τον ένοπλο αγώνα του ΕΛΑΣ στην Ήπειρο.

Με την τέχνη του ο Κώστας Μπαλάφας κατόρθωσε να αποτυπώσει σκηνές μιας δύσκολης ζωής σε μια δεινοπαθούσα Ελλάδα με πρωταγωνιστές ανθρώπους του μόχθου, του πόνου και του κατατρεγμού, οι οποίοι διατηρώντας την αγνότητα, την περηφάνια και την αξιοπρέπειά τους πάλεψαν με δύναμη και πείσμα να την ξαναστήσουν στα πόδια της. Τον μαγνήτιζε το πρόσωπο και το βλέμμα των ανθρώπων γιατί πάνω τους καταγράφονται ανεξίτηλα όλα όσα περνάει κανείς. «Τους αγάπησα, τους είδα πρώτα, μίλησα μαζί τους, είδα τα προβλήματά τους, και γι' αυτό ακριβώς δίνουν αυτή τη συγκίνηση οι φωτογραφίες. Πριν πατήσω το κουμπί γνωρίζω τον κόσμο, ζω μαζί του. Έκατσα με τους βοσκούς, κοιμήθηκα μαζί τους απάνω στα βουνά και είδα όλα τους τα προβλήματα. Έπειτα είμαι κι εγώ γόνος αγροτών, ξέρω τα προβλήματά τους. Αλλά και γενικά, όλοι οι άνθρωποι οι μεροκαματιάρηδες με συγκινούν ιδιαίτερα» [1], λέει σε συνέντευξή του. Και παρακάτω, σε ερώτηση της δημοσιογράφου σχετικά με τη χρήση του ασπρόμαυρου φιλμ και των νέων τεχνολογιών θα πει: «Δεν υπήρχε χρώμα τότε. Αλλά το χρώμα δεν το συμπαθώ και σήμερα. Προκειμένου να δώσεις καθαρή την αλήθεια, μόνο η ασπρόμαυρη φωτογραφία έχει τη δυναμικότητα. Πολλές φορές λέω στα παιδιά, στη Leica που διδάσκω, να μην ταλανίζονται πολύ με τα εργαλεία, αν θα είναι κι εκείνο και το άλλο. Το περισσότερο, το σημαντικότερο είναι να διαβάσουν ποίηση, να διαβάσουν λογοτεχνία, να μπορέσουν να σχηματίσουν ιδεατές εικόνες στο μυαλό τους. Τότε θα δούνε αυτά που τους περνούν απαρατήρητα σήμερα με άλλο μάτι, θα τα δουν με τα μάτια της ψυχής τους και θα τα δώσουν διαφορετικά [...] Εγώ είχα τις πιο απλές μηχανές, έναν φακό, πίσω το φιλμ. Έτσι μπορώ να κάνω ό,τι θέλω, γιατί μ' αυτές τις ηλεκτρονικές κάνει περισσότερο το μηχάνημα και όχι εσύ. Αν δεν μεταφέρεις συγκίνηση δεν κάνεις τίποτα. Χωρίς συγκίνηση δεν υπάρχει καλλιτεχνικό αποτέλεσμα». [2]

Παρακολουθήστε από το Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ και τη σειρά ντοκιμαντέρ με τίτλο «Η Ιστορία των χρόνων μου» ένα επεισόδιο αφιερωμένο στον Κώστα Μπαλάφα. (Διάρκεια: 30 λεπτά)

Συντελεστές:
Σενάριο - σκηνοθεσία: Κώστας Μαχαίρας
Διεύθυνση παραγωγής: Θάνος Λαμπρόπουλος & Φάνης Καραγιώργος
Δημοσιογραφική έρευνα: Κώστας Αλεξάνδρου
Έρευνα αρχείων: Κώστας Μαχαίρας & Αντώνης Μποσκοΐτης
Μοντάζ: Απόστολος Καρακάσης
Μουσική: Γιώργος Παπαδάκης
Φωτογραφία: Γιάννης Βαρβαρίγος
Παραγωγός: Θάνος Λαμπρόπουλος


_________________________________


ΠΗΓΕΣ:
 Για τη φωτογραφία και [1]:  Ελευθεροτυπία
[2]: Digital Photography (forum)