Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018

Γιώργος Ιωάννου, Με κυκλώνει απόψε




Έξω αιώνια βρέχει, έξω ερημιά˙
θαρρώ πως χάθηκα για πάντα.
Με ζώνει πάλι ο φόβος, με κυκλώνει.
Πύρινη γλώσσα απειλεί το σπίτι μου.
Το παίρνει, το αιωρεί πάνω απ' την πόλη.


Ποιος ξέρει τι κατάντησα και δεν το νιώθω.


Ένας απόψε να με άγγιζε στον ώμο,
αμέσως θα κατέρρεα στα πόδια του.


Από την ενότητα Τα χίλια δέντρα (1963) της ποιητικής συλλογής του Γιώργου Ιωάννου Τα χίλια δέντρα και άλλα ποιήματα.

___________________

Πηγές:

α) Για το ποίημα: Γιώργος Ιωάννου, Τα χίλια δέντρα και άλλα ποιήματα, 3η έκδοση, Κέδρος, Αθήνα 1988.
β) Για την εικόνα: εδώ




Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

Ναπολέων Λαπαθιώτης, Η ζωή μου [Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας] (απόσπασμα)




Το παραμύθι...

   Μια φορά κι έναν καιρό –ή, καλύτερα, τη νύχτα προς τα ξημερώματα της 31ης Οκτωβρίου του 1888–, στην Αθήνα, σ’ ένα σπίτι της πλατείας Αγίων Θεοδώρων, είδε το φως ένα κατάξανθο παιδάκι. Η γέννα ήταν δύσκολη, και τη μητέρα –μιαν απ’ τις ομορφότερες γυναίκες του καιρού της– οι γιατροί την είχαν απελπίσει. Κι οι γιατροί, που την είχαν απελπίσει, ήσαν οι πιο ονομαστοί της εποχής εκείνης.
   Να, όμως, που την πιο κρίσιμη βραδιά, μια γυναίκα ηλικιωμένη και γειτόνισσα, που ’κανε χρέη νοσοκόμας, εκεί που αγρυπνούσε στο χαγιάτι, έξω από την κάμαρη της άρρωστης, καθώς την είχε μισοπάρει ο ύπνος στην καρέκλα, είδε ν’ ανεβαίνουν ξαφνικά τη σκάλα δυο ψηλοί άντρες, παράξενα ντυμένοι, με φορεσιές χρωματιστές, που ’πεφταν ως τα πόδια και που βαστούσαν ο καθένας τους στο χέρι κι από μια μικρούλα κασετίνα. Κι όπως εκείνη πετάχτηκε απ’ τη θέση της και με δάκρυα στα μάτια τούς φώναξε:
   «Πού πάτε; Μέσα έχουμε άρρωστη μητερούλα, την καημένη, και θα μας πεθάνει...».
   Εκείνοι χαμογέλασαν, και κάνοντάς της μιαν εκφραστική, καθησυχαστική χειρονομία, της είπαν με πολύ γλυκειά φωνή:
  «Γι’ αυτήν κι εμείς ερχόμαστε. Ήρθαμε να την κάνουμε καλά! Έννοια σου, κυρά μου, και θα ζήσει!».
   Κι η γυναίκα ξύπνησε και χάθηκαν.
  Κι αληθινά, απ’ την άλλη μέρα το πρωί ο πυρετός άρχισε να πέφτει κι η άρρωστη να γίνεται καλύτερα. Και διαδόθηκε στη γειτονιά, αμέσως, το θαύμα των Αγίων Θεοδώρων.
   Αλλά και το ίδιο το πρωί, που τ’ αγοράκι είχε γεννηθεί, η Αθήνα ξύπνησε κατάλευκη, σκεπασμένη μ’ ένα στρώμα χιόνι! Και θεωρήθηκε αυτό, απ’ όλους, σαν εξαιρετικά καλό σημάδι.
   Και το παιδάκι άρχισε να μεγαλώνει μες στα χάδια. Πρώτος γόνος γάμου από έρωτα, δέχτηκε όλη την αγάπη των δικών του, εκτός απ’ την αγάπη του πατέρα του, που για κάμποσον καιρό δεν μπορούσε να το δει στα μάτια του, αφού, χάρις σ’ εκείνο, κόντεψε να χάσει την πολυαγαπημένη του γυναίκα! Όμως, στο τέλος, μια κι όλα διορθώθηκαν, αποφάσισε κι αυτός να τ’ αγαπήσει.
   Κι όταν ήρθε ο καιρός να το βαφτίσουν, έγινε συζήτηση μεγάλη. Παραλίγο να το βγάλουν Γιώργο, εξαιτίας που η μέρα που το βάφτισαν έτυχε να ’ναι του Αγίου Γεωργίου. Ο πατέρας, όμως, σαν στρατιωτικός που ήταν –λοχαγός του πυροβολικού– θέλησε να το βγάλουν Ναπολέοντα. Ένα απ’ τα δυο: Ναπολέων ή Αννίβας! Κι ο νουνός, ξάδερφος πρώτος της μητέρας, σημαιοφόρος κι αυτός του Ναυτικού, προτίμησε το πρώτο. Και τα βαφτίσια έγιναν απέναντι, στην εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων.
   Του πήραν παραμάνα, γιατ’ η μητέρα ήταν πολύ αδύνατη ακόμα για να το θηλάσει μοναχή της.
  Και το παιδάκι άρχισε να ζει. Κι αν εξαιρέσουμε κάτι μικροαρρώστιες, κάτι βγαλσίματα δοντιών και τα παρόμοια, όλα, περίπου, βάδιζαν καλά, και με τον τρόπο τον συνηθισμένο.
  Κι η μητέρα πρόσεξε μονάχα, πως όταν τύχαινε τη νύχτα να περάσει κάποιο φως από μπροστά του, το μωρουδάκι κάρφωνε το βλέμμα του στη φλόγα κι επίμονα την παρακολουθούσε, μαγνητισμένο απ’ αυτή και σαν υπνωτισμένο, και τίποτα δεν ήταν ικανό να το κάνει να τραβήξει τη ματιά του, όσο αυτή υπήρχε μες στην κάμαρα... Κι ίσως αυτό να ’ταν η πρώτη απορία!
   Κι ήρθαν σε λίγο και τα πρώτα λόγια. Κι έγιναν και τα πρώτα-πρώτα βήματα απάνω στο χαλί, και στη ζωή.
   Κι έζησαν έτσι, για καιρό, καλά κι εμείς καλύτερα.
   Κι από κείνο το κατάξανθο παιδάκι του μικρού αυτού παραμυθιού, μου λέγανε αργότερα πως έγινα Εγώ!


____________________________


Πηγές:

α) Για το απόσπασμα: Ναπολέων Λαπαθιώτης, Η ζωή μου / Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας, φιλολογική επιμέλεια Γιάννης Παπακώστας, εκδ. Στιγμή, Αθήνα 1986.

β) Για την εικόνα: εδώ


Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

Oscar Wilde, De profundis (Εκ βαθέων) – Αποσπάσματα



Ο μυθιστοριογράφος, ποιητής, κριτικός και θεατρικός συγγραφέας Όσκαρ Ουάιλντ γεννήθηκε στο Δουβλίνο στις 16 Οκτωβρίου 1854. Ο πιο αναγνωρίσιμος καλλιτέχνης της βικτοριανής εποχής, αντισυμβατικός και ιδιοφυής, έζησε την κολακεία και την τεράστια φήμη, αλλά και την κατασυκοφάντηση, τη φυλακή, την εξορία.



Θεωρείται ένας από τους κύριους εκπροσώπους του αισθητισμού, κίνημα που αναπτύχθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στη Βρετανία και θεωρείται κατά κάποιο τρόπο το αγγλικό παρακλάδι του γαλλικού συμβολισμού. Υπερασπίστηκε το δόγμα της τέχνης για την τέχνη, αρνούμενος την αναγκαιότητα ύπαρξης μιας ηθικής παραμέτρου στην τέχνη.

Το 1881 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή (Poems) και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη για μία σειρά θεωρητικών διαλέξεων για το αισθητικό κίνημα στη Βρετανία. Στη συνέχεια, ο Ουάιλντ μάγεψε το Παρίσι ενώ αργότερα οι διαλέξεις συνεχίστηκαν και σε Βρετανία και Ιρλανδία.

Το 1884 παντρεύτηκε την Κόνστανς Λόυντ και μαζί απέκτησαν δύο γιους. Ο Ουάιλντ εργάστηκε σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες της εποχής, παρέχοντας δημοσιογραφικά κείμενα και κριτικές. Μάλιστα, την περίοδο 1887-1889 ανέλαβε και την έκδοση ενός περιοδικού, του The Lady's World, το οποίο μετονόμασε σε The Woman's World.

Το 1888 εκδόθηκε το έργο του «Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας και άλλα παραμύθια». Η λογοτεχνική του δόξα όμως έφτασε στο αποκορύφωμα το 1891 με το μοναδικό του μυθιστόρημα «Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι». Πολλοί αναγνωρίζουν αυτοβιογραφικά στοιχεία σε αυτό, ενώ το ίδιο βιβλίο χρησιμοποιήθηκε και κατά τη διάρκεια της δίκης του το 1895. Ο Ουάιλντ κατηγορήθηκε για ομοφυλοφιλία. Συγκεκριμένα, ο 9ος Μαρκήσιος του Κουίνσμπερυ, πατέρας του ποιητή Λόρδου Άλφρεντ Ντάγκλας με τον οποίο συνδεόταν ο Ουάιλντ, του επιτέθηκε προσωπικά για την ομοφυλοφιλία του. Ο Ουάιλντ υπέβαλε μήνυση αλλά η κίνηση αυτή στράφηκε εναντίον του, καθώς βρέθηκε ο ίδιος κατηγορούμενος. Στις 25 Μαΐου του 1895 καταδικάστηκε σε καταναγκαστικά έργα δύο ετών.

Κατά την παραμονή του στη φυλακή, υπό άθλιες συνθήκες που επιβάρυναν την υγεία του, έγραψε την «Μπαλάντα της φυλακής του Ρέντιγκ», το τελευταίο σπουδαίο έργο του, που ανήκει στα σημαντικότερα ποιήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και καταγράφει τις εμπειρίες του στη φυλακή. Εκεί έγραψε επίσης και ένα γράμμα προς τον Άλφρεντ Ντάγκλας, ο οποίος δημοσίευσε ένα μέρος του το 1905, μετά το θάνατο του Όσκαρ Ουάιλντ, υπό τον τίτλο De Profundis (Εκ βαθέων).

Μετά την αποφυλάκισή του, ο Ουάιλντ αυτοεξορίστηκε και μόλις τρία χρόνια αργότερα πέθανε, στις 30 Νοεμβρίου του 1900, σε ένα παρισινό ξενοδοχείο. Στην κηδεία του παρέστησαν μόλις δεκατέσσερα άτομα. Σύμφωνα με τον βιογράφο του Ρίτσαρντ Έλμαν, ο θάνατος του ποιητή οφειλόταν σε σύφιλη, ωστόσο ο Μέρλιν Χόλαντ, επίσης βιογράφος και εγγονός του Ουάιλντ, θεωρεί πως η ερμηνεία αυτή αποτελεί παρανόηση συνδέοντας τη μηνιγγίτιδα που τον προσέβαλε με μία χειρουργική επέμβαση που είχε προηγηθεί. Ο τάφος του βρίσκεται στο Παρίσι και επάνω είναι γραμμένοι στίχοι από την «Μπαλάντα της φυλακής του Ρέντιγκ»: Γι' αυτόν, η τσακισμένη λήκυθος του οίκτου θα γεμίζει με ξένα δάκρυα. Γιατί θα τονε θρηνούν οι απόκληροι της ζωής κι οι απόκληροι πάντα κλαίνε. 

Ακολουθούν κάποια αποσπάσματα από το De profundis (Εκ βαθέων):

[...] Υπάρχουν πολύ περισσότερα μπροστά μου. Έχω πολύ πιο απότομους λόφους ν' ανεβώ, κοιλάδες πιο σκοτεινές να περάσω. Κι όλα αυτά πρέπει να τα καταφέρω μονάχος μου. Ούτε η Θρησκεία ούτε η Ηθική ούτε η Λογική μπορούν να με βοηθήσουν.

Η Ηθική δε με βοηθάει. Γεννήθηκα αντινομιστής. Είμαι ένας από κείνους που είναι πλασμένοι για την εξαίρεση και όχι για τον νόμο. Αλλά ενώ βλέπω πως δεν υπάρχει τίποτε κακό σε ό,τι κάνει κανείς, βλέπω πως υπάρχει κάτι κακό σε ό,τι κανείς γίνεται. Καλό είναι να το γνωρίζουμε τούτο.

Η Θρησκεία δε με βοηθάει. Την πίστη που άλλοι δίνουν στο αόρατο, εγώ τη δίνω σε ό,τι μπορεί ν' αγγίξει κανείς και να κοιτάξει. Οι θεοί μου κατοικούν σε ναούς χειροποίητους και η πίστη μου σ' αυτούς διαμορφώθηκε κι ολοκληρώθηκε μέσα στον κύκλο της πραγματικής εμπειρίας. Ίσως μάλιστα η ολοκλήρωσή της να είναι πιο σφαιρική από άλλων σαν και μένα, γιατί, ενώ εκείνοι έχουν τοποθετήσει τον Ουρανό τους σ' αυτήν τη γη, εγώ βρήκα μέσα της όχι μονάχα την ομορφιά του Ουρανού, αλλά και τη φρίκη της Κόλασης. Όταν τυχαίνει να σκέφτομαι τη Θρησκεία, νιώθω πως θα 'θελα να ιδρύσω ένα τάγμα για κείνους που δεν μπορούν να πιστέψουν. Θα μπορούσε να τ' ονομάσει κανείς Αδελφότητα των Αθέων (Σ.τ.Μ.: Fatherless: των ορφανών, των χωρίς πατέρα). Εκεί, πάνω σ' έναν βωμό, όπου δε θα 'καιγαν λαμπάδες, ένας παπάς που στην καρδιά του δε θα φώλιαζε η ειρήνη, θα μπορούσε να λειτουργεί με ανευλόγητο άρτο και άδειο δισκοπότηρο. Καθετί, για να είναι αληθινό, πρέπει να γίνει θρησκεία. Κι ο αγνωστικισμός, όχι λιγότερο από την πίστη, θα 'πρεπε να έχει το τελετουργικό του. Έχει σπείρει τους μάρτυρές του, θα 'πρεπε να 'χει θερίσει τους αγίους του και να δοξάζει τον Θεό καθημερινά επειδή κρύβει το πρόσωπό Του από τον άνθρωπο. Αλλά είτε για πίστη πρόκειται είτε για αγνωστικισμό, τίποτε για μένα δεν πρέπει να 'ρχεται απέξω. Τα σύμβολά του πρέπει να 'ναι δικό μου δημιούργημα. Μονάχα ό,τι είναι πνευματικό πλάθει τη δική του μορφή. Αν δεν μπορέσω να βρω το μυστικό του μέσα μου, δε θα το βρω ποτέ. Αν δεν το έχω ήδη καταχτήσει, ποτέ δε θα 'ρθει να με βρει.

Η Λογική δε με βοηθάει. Μου λέει ότι οι νόμοι, κάτω απ' τους οποίους καταδικάστηκα, είναι κακοί και άδικοι νόμοι, και το σύστημα, κάτω από το οποίο υπέφερα, κακό και άδικο σύστημα. Όπως και να 'ναι όμως, υποχρεώθηκα να κάνω και τα δυο αυτά πράγματα σωστά και δίκαια για μένα. ... Βρέθηκα στην ανάγκη ν' αποδεχτώ ό,τι μου έτυχε και να το κάνω καλό για μένα. Το σανιδένιο κρεβάτι, την αηδιαστική τροφή, ..., τη σιωπή, τη μοναξιά, την ντροπή –το καθένα απ' αυτά και όλα μαζί αναγκάστηκα να τα μεταμορφώσω σε πνευματική εμπειρία. Δεν υπάρχει ούτε ένας υποβιβασμός του σώματος που να μην πρέπει να προσπαθήσω να τον μεταβάλω σε αποπνευμάτωση της ψυχής. ... Το σημαντικό για μένα, εκείνο που στέκει μπροστά μου, εκείνο που πρέπει να κάνω, για να μη μείνω στο υπόλοιπο της ζωής μου ακρωτηριασμένος, παραμορφωμένος και ατελής, είναι ν' αφομοιώσω στον χαρακτήρα μου όλα όσα έχω πάθει, να τα κάνω μέρος του εαυτού μου, να τα δεχτώ χωρίς παράπονο, φόβο ή δισταγμό. Το μεγαλύτερο ελάττωμα είναι η επιπολαιότητα. Καθετί που συνειδητοποιούμε είναι για καλό. [...]

[...] Ενώ όμως το να σκοπεύει κανείς να γίνει καλύτερος άνθρωπος είναι μια μη επιστημονική παρόρμηση, το να γίνει κανείς βαθύτερος αποτελεί προνόμιο εκείνων που έχουν πονέσει. Και τέτοιος νομίζω πως έχω γίνει. ...

Αν, βγαίνοντας από δω, ένας φίλος μου έκανε μια γιορτή και δε με προσκαλούσε, λίγο θα μ' ένοιαζε. Μπορώ μια χαρά να είμαι ευτυχισμένος και μόνος μου. Έχοντας ελευθερία, βιβλία, μουσική και το φεγγάρι, ποιος δε θα μπορούσε να είναι ευτυχισμένος; Άλλωστε οι γιορτές δεν είναι πια για μένα. ... Αν όμως, βγαίνοντας από δω, ένας φίλος μου είχε κάποια λύπη και δε μου επέτρεπε να τη μοιραστώ μαζί του, θα ένιωθα πάρα πολύ πικραμένος. Αν μου έκλεινε κατάμουτρα τις πόρτες του σπιτιού του που πενθούσε, θα γύριζα και θα ξαναγύριζα εκεί και θα παρακαλούσα να με δεχτούν, για να μπορέσω να μοιραστώ κάτι που έχω δικαίωμα να το μοιραστώ. Αν με θεωρούσε ανάξιο, ακατάλληλο να κλάψω μαζί του, θα το 'νιωθα σαν τη χειρότερη ταπείνωση, σαν τον πιο φοβερό τρόπο που θα μπορούσε κανείς να με προσβάλει. Αλλά αυτό δε θα μπορούσε να γίνει. Έχω δικαίωμα να συμμετέχω στη Λύπη˙ κι εκείνος που μπορεί να κοιτάζει την ομορφιά του κόσμου, να παίρνει μέρος στις λύπες του και να καταλαβαίνει κάτι από το θαυμαστό που έχουν και τα δύο, βρίσκεται σε άμεση επαφή με τα θεϊκά πράγματα κι έχει πλησιάσει το μυστικό του Θεού όσο μπορεί κανείς να το πλησιάσει. [...]




Frederic Rzewski, De profundis (ζωντανή ηχογράφηση, Παρίσι 2009)


___________________________


Πηγές: 

α) Για τον Όσκαρ Ουάιλντ, εδώ
β) Για την εικόνα: εδώ 
γ) Για τα αποσπάσματα: Όσκαρ Γουάιλντ, De profundis (Εκ βαθέων), μετάφραση Λουκάς Θεοδωρόπουλος, εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1981.



Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

Μάνος Ελευθερίου (12/3/1938 – 22/7/2018) – R. I. P.


Στο καλό, Μάνο Ελευθερίου. Φυλαχτά μας τα τραγούδια σου. Ευχαριστούμε πολύ.





Ζωή ανυπεράσπιστη

Ό,τι αφήσεις ανυπεράσπιστο εδώ θα μείνει.

Θα τα σκυλεύσουν όλα. Θα πεταχτούν. Θα πουληθούν.

Χαρτιά βιβλία συνταγές και οδηγίες πλεύσεως.
Λογαριασμοί πληρωμένοι και απλήρωτοι.
Όλα θα γίνουν ζωή ανυπεράσπιστη.

Θα βρουν βιβλία με δέρμα εποχής.
Χαλκογραφίες οξειδωμένες και μεταφράσεις
λατινικές –με τις ακμές χρυσωμένες–
λιμενοδείκτης στοιχειώδης του σώματός σου.
Με τον αναδιπλούμενο άτλαντα να δείχνει
τις αρρώστιες σου.

Στις άκρες οι λεκέδες από πιοτά και καφέδες.
Το τσιγάρο να ’χει κάψει την ερημιά σου.
Στοιχειωμένα τα ταξίδια και οι πορείες σου.
Κι άλλες φθορές ξανά φθορές και κομμένες
σελίδες (τι ήθελες να μη βλέπεις;).

Και κάτω κάτω σ’ ένα συρτάρι κάποιο χαρτί
λαβωμένου αγωνιστή
που ζητά την ύστατη προστασία από αδιάφορους
προκρίτους και δημογέροντες.

(Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης)



Σταύρος Κουγιουμτζής & Μάνος Ελευθερίου, Τώρα που θα φύγεις
Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας / Δίσκος: Μικρές πολιτείες (1974)

________________________


Πηγές:
α) Για το ποίημα:
Μάνος Ελευθερίου, Η πόρτα της Πηνελόπης, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2003.
β) Για την εικόνα: εδώ


Σημείωση: Κατά τραγική σύμπτωση ο Μάνος Ελευθερίου είχε γενέθλια στις 12 του Μάρτη, την ημερομηνία δηλαδή που πέθανε ο Σταύρος Κουγιουμτζής και έφυγε στις 22 Ιουλίου, την ημερομηνία που γεννήθηκε ο Σταύρος Κουγιουμτζής. (πηγή)


Σάββατο, 21 Ιουλίου 2018

Κώστας Καρυωτάκης, Ανδρείκελα




Υπόγεια Ρεύματα, Ανδρείκελα
Δίσκος: Υπόγεια Ρεύματα, Ο μάγος κοιτάζει την πόλη (1994)


Ανδρείκελα

Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ’ αυτή τη γη,
σα να μένουμε ακόμα στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.
Άνθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα δυο τυφλά χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ αστέρια.

Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθειά λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα...

Από την ενότητα «Ελεγεία» της συλλογής «Ελεγεία και Σάτιρες» (1927) του Κώστα Καρυωτάκη.


Πηγή:
Κ. Γ. Καρυωτάκης, Τα ποιήματα (1913 – 1928), φιλολογική επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδης, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1992.