Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019

Paul Simon, The Sound of Silence




Paul Simon, The Sound of Silence
Ερμηνεία: Paul Simon & Art Garfunkel
Από τον δίσκο Wednesday Morning, 3 a.m. (1964)


Σαν σήμερα πριν από 55 χρόνια ολοκληρώθηκε η δημιουργία του The Sound of Silence, ενός από τα πιο διάσημα και αγαπημένα τραγούδια του εικοστού αιώνα, που μας χάρισε το ντουέτο των Paul Simon & Art Garfunkel.

Ο δημιουργός του τραγουδιού, ο Paul Simon, είχε ήδη από τον Νοέμβριο του 1963 έτοιμη τη μουσική, αλλά τελειοποίησε τους στίχους στις 19 Φεβρουαρίου 1964, όπως θυμάται ο Art Garfunkel. Ηχογραφήθηκε τον Μάρτιο του 1964 σαν ένα από τα κομμάτια του πρώτου δίσκου του ντουέτου Paul Simon & Art Garfunkel με τίτλο Wednesday Morning, 3 A.M. Ο δίσκος κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, αλλά αποτέλεσε εμπορική αποτυχία κι οδήγησε στη διάλυση του ντουέτου.

Την άνοιξη, όμως, του 1965 το τραγούδι, λες και το ανακάλυψαν εκ νέου, άρχισε να παίζεται από ραδιοφωνικούς σταθμούς της Βοστώνης, της Μασαχουσέτης και της Φλόριδας. Βλέποντας τις ραδιοφωνικές μεταδόσεις του τραγουδιού να αυξάνονται, ο παραγωγός του, Tom Wilson, αποφάσισε να προχωρήσει σε μια καινούρια ηχογράφησή του προσθέτοντας ηλεκτρονικά όργανα. Η ηχογράφηση αυτή έγινε εν αγνοία του ντουέτου και κυκλοφόρησε με τη μορφή single τον Σεπτέμβριο του 1965.

Στα τέλη Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς το τραγούδι βρισκόταν στο νούμερο 1 της λίστας Hot 100 του περιοδικού Billboard. Η επιτυχία αυτή οδήγησε στην επανένωση του ντουέτου και στην ηχογράφηση του δεύτερου δίσκου τους, τον οποίο η δισκογραφική εταιρεία Columbia τιτλοφόρησε Sounds of Silence προσδοκώντας να εξαργυρώσει την επιτυχία του κομματιού.

Το τραγούδι γνώρισε διεθνή επιτυχία και σήμερα θεωρείται κλασικό στο είδος του. Μάλιστα το 2013 μπήκε μαζί με τον ομότιτλο δίσκο στον Εθνικό Κατάλογο Ηχογραφήσεων (National Recording Registry) της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου, επειδή κρίθηκε πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντικό.


The sounds of silence

Hello, darkness, my old friend
I've come to talk with you again
Because a vision softly creeping
Left its seeds while I was sleeping

And the vision that was planted in my brain
Still remains
Within the sound of silence

In restless dreams I walked alone
Narrow streets of cobblestone
'Neath the halo of a street lamp
I turned my collar to the cold and damp

When my eyes were stabbed by the flash of a neon light
That split the night
And touched the sound of silence

And in the naked light I saw
Ten thousand people, maybe more
People talking without speaking
People hearing without listening

People writing songs that voices never share
And no one dare
Disturb the sound of silence

"Fools," said I, "you do not know
Silence, like a cancer, grows
Hear my words that I might teach you
Take my arms that I might reach you"

But my words like silent raindrops fell
And echoed in the wells of silence

And the people bowed and prayed
To the neon god they made
And the sign flashed out its warning
In the words that it was forming

And the sign said
"The words of the prophets are written on the subway walls
And tenement halls
And whispered in the sounds
Of silence"

___________________

Πληροφορίες για το τραγούδι: εδώ


Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2019

Τάσος Κόρφης: Νίκος Καββαδίας / Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του


Ο Τάσος Κόρφης δεν ήταν μόνο ένας άνθρωπος των ελληνικών γραμμάτων, υπήρξε και ανώτατος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού. Τα κοινά βιώματα της ναυτικής ζωής και η κοινή τους αγάπη για τη λογοτεχνία, ιδιαίτερα την ποίηση, τον καθιστούν κατάλληλο να επιχειρήσει «ένα «ναυτικό» πλησίασμα αγάπης, μια χωρίς τυπικότητες προσέγγιση, σαν τον εγκάρδιο, τον αυθόρμητο χαιρετισμό των πλοίων που συναντιούνται μεσοπέλαγα»* στο έργο του Νίκου Καββαδία, με τον οποίο συνδεόταν και με στενή φιλία. Με μεγάλη φροντίδα και αγάπη συγκέντρωσε υλικό για τη ζωή και το έργο του και το παρουσίασε σε ένα βιβλίο με τίτλο «Νίκος Καββαδίας / Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του» από το οποίο διάλεξα να παρουσιάσω μερικά αποσπάσματα. Στα αποσπάσματα αυτά ο Τάσος Κόρφης αναφέρεται στα τρία ποιητικά έργα του Καββαδία: «Μαραμπού», «Πούσι» και «Τραβέρσο» και παρακολουθεί πώς εξελίσσονται ο ψυχισμός, η τεχνική και η θεματογραφία του, αλλά και οι επιρροές του στη διάρκεια της ποιητικής του πορείας.



[...]

Το «Μαραμπού» είναι ένα βιβλίο νεότητας.Τυπωμένο το 1933, όταν ο νεαρός Καββαδίας ήταν μόλις 22 χρονών, έχει τη φρεσκάδα και τη γοητεία της εφηβικής αθωότητας, της πρώτης λαχτάρας. Εικόνες από το πέλαγος και τα λιμάνια εναλλάσσονται. Μικρές ιστορίες με ανθρώπους της θάλασσας (ο πιλότος Νάγκελ, ο νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί, ο πλοίαρχος Φλέτσερ, κλπ.) ή ζώα. Η αναζήτηση της έντασης, ο κίνδυνος, η ηδονή της αμαρτίας. Η μέθη της περιπέτειας. Το πάθος στην καθάρια, την τραγική του μορφή.

Το κατακάθι της πίκρας όπου υπάρχει (και υπάρχει συχνά) προέρχεται από το ανεκπλήρωτο ενός ονείρου, από το βούλιαγμά του. Εδώ υπάρχουν άνθρωποι που δεν ξεκίνησαν ποτέ («Mal du depart»), που μόλις ξεκίνησαν είναι έτοιμοι να ναυαγήσουν («Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου») ή άλλοι, αιφνίδια τσακισμένοι από το τυχαίο («Ο πλοίαρχος Φλέτσερ»). Ο έρωτας πληθωρικός και παροδικός. Η γυναίκα, τις περισσότερες φορές ανώνυμη (ένα στοιχείο της περιπέτειας), προσφέρει και χάνεται και (μερικές φορές) μένει μονάχα στη μνήμη. Η επαφή του φανταστικού με το πραγματικό, του δικού μας με το ξένο, οδηγεί στη διάψευση κι από κει σε μια καινούρια επαφή, χωρίς, όμως, ακόμα την αμφισβήτηση.

Ο πυρετός της εναλλαγής κυριαρχεί. Το ποίημα πάλλεται από δράση. Ο λόγος λιτός, απέριττος αφηγείται τα επεισόδια που από τη φύση τους είναι ποιητικά. Το απρόοπτο εντείνει. Εμβόλιμες εικόνες, αχρησιμοποίητες, απρόοπτες ρίμες. Στοιχεία του μοντέρνου μέσα στην παράδοση:

Οι πόλοι γίνανε σε μας πολύ γνωστοί,
θαυμάσαμε πολλές φορές το βόρειο Σέλας,
κι έχουν οι πάγοι χρόνια τώρα σκεπαστεί
από αδειανά κουτιά σπανιόλικης σαρδέλας.

[...]

Το «Πούσι» (1947) είναι το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Καββαδία, τυπωμένο δεκαπέντε περίπου χρόνια μετά το «Μαραμπού». Μέσα σ' αυτά τα χρόνια (1933-47) πολλά συνέβηκαν που επηρέασαν τη ζωή και το έργο του ποιητή: Οι εμπειρίες του από τα καράβια και τα λιμάνια, τα χρόνια που πέρασαν κι άμβλυναν τις επιθυμίες, όνειρα που διαψεύστηκαν, ο πόλεμος. Υποχωρήσεις, συμβιβασμοί, προσφιλή φορτία που ρίχνονται στη θάλασσα. Αλλά, παράλληλα, και μια άκαμπτη (η ίδια η νεανική) δύναμη γι' αντίσταση, που συχνά φθάνει σε δραματικές κορυφώσεις.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
κι είν' αλάργα τόσο η Τοκοπίλλα.
Από να φοβάμαι και να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπίλα.

Εδώ ο ποιητής αφήνει πια την επίπεδη γραφή του «Μαραμπού». Όπως γράφει και ο Αιμ. Χουρμούζιος «ο στίχος είναι υπαινικτικός και όχι πλαστικός. Νοσταλγικός μάλλον παρά δημιουργός αμέσων συγκινήσεων από την επαφή του αναγνώστη με τον ποιητή. Έχει τη γοητεία όλων των πραγμάτων που βρίσκονται σε κάποιαν απόσταση από το καθημερινό, συνηθισμένο και τυπικό γεγονός». Αλλά ας αναλύσουμε πιο διεξοδικά αυτή τη «γοητεία», τον καινούριο τρόπο γραφής του ποιητή γιατί, βέβαια, πρόκειται για έναν καινούριο τρόπο γραφής, απόλυτα και πάλι εναρμονισμένο με τον ψυχισμό του.

Στο «Μαραμπού» κυριαρχούσε η έξαρση, ο αφηγηματικός, ο ευθύς τρόπος. Υπήρχε μια ιστορία: έναυσμα για την εκτόνωση, διέξοδος μιας, σχεδόν πάντα, ανικανοποίητης επιθυμίας. Στο «Πούσι» αντίθετα, ο Καββαδίας δε μας διηγείται πια, τις περισσότερες φορές, συγκεκριμένες θαλασσινές ιστορίες, αλλά πολλά κι ασύνδετα στιγμιότυπα από τη ζωή του στα καράβια, εναλλασσόμενα, την ίδια σχεδόν στιγμή, με μνήμες από οικογενειακά του συμβάντα, περιπέτειές του και διαβάσματα.

Το ποίημα γίνεται δυσκολότερο, πολλές φορές χρειάζεται αποκρυπτογράφηση, προπάντων όταν προσωπικά ή οικογενειακά επεισόδια ή πρόσωπα μπλέκονται με το παρόν. Ο Γουίλλιαμ του «Θαλασσία Πανίς» («Γουίλλιαμ... γέλα στο βυθό φλεγματικά, αφού πια τίποτα δε μέλλει να προδώσεις») δεν είναι άλλος από έναν ναύτη του βυθισμένου στον πόλεμο βρετανικού πολεμικού πλοίου «Ρήπουλς» και η Σμαρώ από την Καλαμαριά του «Θεσσαλονίκη» μια νεανική του όμορφη ιστορία που είχα κάποτε την τύχη ν' ακούσω από τα χείλη του. Αλλά ποιος θα μας πει ποιο ήταν το κορίτσι που νύσταζε στην Καράστρα («Στεριανή Ζάλη»), τι αναμνήσεις είχε από τους τελωνοφύλακες στο Τσίλι («Αρμίδα»), και ποια ήταν η Fanny του Λονδίνου («Black and white»); Ποιος θα μας πει ποιες ήταν οι εμπειρίες, δικές του και ξένες, που απρόοπτα παρεμβάλλονται στους στίχους του και τους χαρίζουν την ομορφιά του απρόοπτου, «τροχίζοντας τα σπαθιά του λόγου» που τόσο του άρεσαν;

Στο «Πούσι» κυριαρχεί το δεύτερο πρόσωπο, το «Εσύ», κάτι που δίνει μεγαλύτερη αμεσότητα και θέρμη στην εξομολόγηση αλλά και βαθύτερη συνοχή στο βιβλίο (Κάτασπρα φορείς κι έχεις βραχεί... Κι εσύ κοιτάς απάνω απ' το τιμόνι... Τα μάτια σου τα κυβερνούσε σοροκάδα... Ο παπαγάλος σου 'στειλε στερνή φορά το γεια σου... κλπ.). Τα ποιήματα μοιάζουνε σαν γράμματα ενός ναυτικού σε συγγενείς και φίλους ή μάλλον σαν σύντομες καρτ ποστάλ από λιμάνια. Οι αφιερώσεις που υπάρχουν σ' όλα, σχεδόν, τα ποιήματα, οι παραλήπτες τους. Και τα εικονογραφημένα με ναυτικές φιγούρες φίλων του ζωγράφων ξεχωριστά δίφυλλα της πρώτης έκδοσης, ένα για κάθε ποίημα, εντείνουν την εντύπωση μιας συλλογής γραμμάτων. Εδώ δεν υπάρχει ο νέος του «Μαραμπού» που φλέγεται για τις αμαρτωλές εμπειρίες, για φολκλορική «ναυτοσύνη», αλλά ο ναυτικός που μέσα στο πούσι ενός ακαθόριστου παρόντος ζητάει να συνδεθεί με τη στεριανή ζάλη ή ξορκίζει τον τυφώνα να βρει περήφανο θάνατο μεσοπέλαγα.

Κι έπειτα στις ξέρες του Ακορά
τσούρμο τ' άγριο κύμα να μας βγάλει
τέρατα βαμμένα πορφυρά
με φτερούγες γλάρων στο κεφάλι.

[...]

Στα τελευταία του ποιήματα («Τραβέρσο», 1975) η θαλασσινή περιπέτεια συνεχίζεται, δραματικότερη όμως τώρα, παρά τα παλιά παιχνιδίσματα και τις καινούριες, βασανιστικές εμπειρίες. Ο ποιητής τραβερσάρει στον καιρό για να σωθεί. Νιώθεις το τρίξιμο από τους κουρασμένους αρμούς, τον μουσώνα που ραγίζει τα ρέλια, τον άσπρο καρχαρία που περιμένει:

Στα όρτσα να προλάβουμε. Τραβέρσο και προχώρα.
Να πάμε να ξοδέψουμε την τελευταία ριξιά,
σε κείνη την απίθανη σ' όλο τον κόσμο χώρα
που τα κορίτσια το 'χουνε στα δίπλα είτε λοξά.

Το ποίημα δονείται από ένα ρίγος θανάτου. Όλοι αυτοί οι «ήρωες» της ιστορίας που έρχονται και παρέρχονται (ο Αζτέκος, ο Μεγάλος Χαν, ο Μάρκο Πόλο), σαν ένας «θαυμάσιος θίασος που περνά με μουσικές εξαίσιες και φωνές», όλος αυτός ο αυτοσαρκασμός, ο παραλογισμός και η ειρωνεία, που θυμίζουν παράλληλες αγχώδεις στιγμές του Καρυωτάκη, δεν μπορούν να διασκεδάσουν, ούτε καν να μετριάσουν την πίκρα του («Βόγκει στο πρόσω η μηχανή και τώρα ανηφοράμε, λειψοί πάνω στο σίδερο, με κουρασμένα μίλια»). Εδώ σταματάει το σπίρτο, ο βαρύς καπνός, η αρρώστια. Η νευρασθένεια, πόζα τού άλλοτε, γίνεται τρέλα. Το κύμα μπουκάρει κι αρπάζει. Η ζωή, που τόσο αγάπησε, ακροβατεί σε μια χορδή τεντωμένη.

Ο στίχος κερδίζει σε σκληρότητα, σε δύναμη. Τα περιγραφικά, τα διακοσμητικά στοιχεία λιγοστεύουν. Γύμνια κι αλήθεια. Το «μοντέρνο» στην πιο γνήσια μορφή του αποσπασματικού, του παράλογου, του δραματικού.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γεια χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.

Τίποτα δεν μπορεί να δώσει, έστω και λίγο φως σ' αυτή την τελευταία του πορεία. Το γαλάζιο, παιδικό πρόσωπο του μικρού παιδιού («Παραμύθια του Φίλιππου»), η φλόγα της νέας γυναίκας που τόσο απελπισμένα αγάπησε («Fata Morgana»), η ανάμνηση, ακόμα κι η θάλασσα, αιώνια ερωμένη του με την ατέλειωτη περιπέτεια: κλεισμένοι δρόμοι πια γι' αυτόν. Η επιστροφή στην ξηρά ένα ναυάγιο και το ξεκίνημα μια άσκοπη επανάληψη. Έρωτας για τη ζωή χωρίς δύναμη. Αντίσταση γεμάτη παραδοχές («Θα μείνει ο ναύτης να μετρά το άσπρο χαλίκι»).

Έζησα, φίλος του κι εγώ, την ιστορία των τελευταίων αυτών ποιημάτων του και ξέρω με τι ένταση γραφτήκανε. Αυτός που χρόνια είχε κόψει το σπίρτο και τον καπνό και μπορούσε να περάσει χρόνο ολόκληρο χωρίς να συνθέσει ένα ποίημα, που κι όταν έγραφε τυραννικά τον βασάνιζε η αμφιβολία, μέσα σε λίγο καιρό συμπλήρωσε τη συλλογή του και την έδωσε στον εκδότη. Ποιήματα καυτά, άμεσα, γραμμένα πάνω στον δεκαπεντασύλλαβο του «Μαραμπού» και το δεκατρισύλλαβο, αλλά πόσο διαφορετικά από εκείνα. Ένταση μέσα στην κόπωση, στιγμές από ένα πάθος που τον οδήγησε στον θάνατο.

Το ξέρω πως λίγοι (σ' έναν τόπο που όλοι έντονα προσπαθούν να διασκεδάσουν, να μη σκέφτονται το μοιραίο) θ' αγαπήσουν αυτά τα πικρά, τα ειλικρινή ποιήματα. Το «Τραβέρσο» δεν αφήνει περιθώρια για μάταιες ελπίδες. Με ανοιχτό, όπως πάντα, το παράθυρο, χωρίς φόβους, ο ποιητής προσπαθεί να κρατηθεί με κουρασμένα, θαλασσοδαρμένα χέρια, από μια, την τελευταία, σανίδα. Και, φεύγοντας, μας τραγουδεί σαν το τζιτζίκι το φθινόπωρο, την ιστορία της θαλασσινής περιπέτειας, της οδύσσειας για την εμπειρία από τα βάθη των αιώνων έως τις μέρες μας. Την ιστορία του αιώνιου Ναύτη.

Ο σαρκασμός, τελευταίο καταφύγιο μια πολύχρονης αγάπης για τη ζωή, απόλυτα συνυφασμένος με τον ψυχισμό των τελευταίων αυτών χρόνων του. Σαρκάζουμε όταν η πίστη μάς προδίδει, όταν βλέπουμε να ναυαγούν τα ιδανικά μας. Και τα ιδανικά του «πολύτροπου», του αμαρτωλού Καββαδία η ίδια η ζωή, το ταξίδι στην απεραντοσύνη της θάλασσας, οι διαδοχικές, οι ατέλειωτες εμπειρίες. Από αυτές ξεκίνησε (με την άγνοια της νεανικής μέθης) και σ' αυτές έμεινε (ξεκινώντας και πάλι απελπισμένα από τη σοφία της ματαιότητας). Σ' έναν γεμάτο ανθρωπιά πολύχρονο διάλογο με τους ανθρώπους, με τον ίδιο του τον εαυτό. Σ' έναν δραματικό έρωτα με την εναλλαγή, με την ίδια την τρέλα.

Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί.
μες στου Giorgione το αργαστήρι.

Πέτρα θα του 'ριξα και δε με θέλει το ποτάμι.
Τι σου 'φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.

[...]

Τάσος Κόρφης, Νίκος Καββαδίας / Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του, εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1991.


____________________________

(*) Φράση του Τάσου Κόρφη από το εσώφυλλο του βιβλίου.

Πηγή για την εικόνα: εδώ


Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018

Γιώργος Ιωάννου, Με κυκλώνει απόψε




Έξω αιώνια βρέχει, έξω ερημιά˙
θαρρώ πως χάθηκα για πάντα.
Με ζώνει πάλι ο φόβος, με κυκλώνει.
Πύρινη γλώσσα απειλεί το σπίτι μου.
Το παίρνει, το αιωρεί πάνω απ' την πόλη.


Ποιος ξέρει τι κατάντησα και δεν το νιώθω.


Ένας απόψε να με άγγιζε στον ώμο,
αμέσως θα κατέρρεα στα πόδια του.


Από την ενότητα Τα χίλια δέντρα (1963) της ποιητικής συλλογής του Γιώργου Ιωάννου Τα χίλια δέντρα και άλλα ποιήματα.

___________________

Πηγές:

α) Για το ποίημα: Γιώργος Ιωάννου, Τα χίλια δέντρα και άλλα ποιήματα, 3η έκδοση, Κέδρος, Αθήνα 1988.
β) Για την εικόνα: εδώ




Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

Ναπολέων Λαπαθιώτης, Η ζωή μου [Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας] (απόσπασμα)




Το παραμύθι...

   Μια φορά κι έναν καιρό –ή, καλύτερα, τη νύχτα προς τα ξημερώματα της 31ης Οκτωβρίου του 1888–, στην Αθήνα, σ’ ένα σπίτι της πλατείας Αγίων Θεοδώρων, είδε το φως ένα κατάξανθο παιδάκι. Η γέννα ήταν δύσκολη, και τη μητέρα –μιαν απ’ τις ομορφότερες γυναίκες του καιρού της– οι γιατροί την είχαν απελπίσει. Κι οι γιατροί, που την είχαν απελπίσει, ήσαν οι πιο ονομαστοί της εποχής εκείνης.
   Να, όμως, που την πιο κρίσιμη βραδιά, μια γυναίκα ηλικιωμένη και γειτόνισσα, που ’κανε χρέη νοσοκόμας, εκεί που αγρυπνούσε στο χαγιάτι, έξω από την κάμαρη της άρρωστης, καθώς την είχε μισοπάρει ο ύπνος στην καρέκλα, είδε ν’ ανεβαίνουν ξαφνικά τη σκάλα δυο ψηλοί άντρες, παράξενα ντυμένοι, με φορεσιές χρωματιστές, που ’πεφταν ως τα πόδια και που βαστούσαν ο καθένας τους στο χέρι κι από μια μικρούλα κασετίνα. Κι όπως εκείνη πετάχτηκε απ’ τη θέση της και με δάκρυα στα μάτια τούς φώναξε:
   «Πού πάτε; Μέσα έχουμε άρρωστη μητερούλα, την καημένη, και θα μας πεθάνει...».
   Εκείνοι χαμογέλασαν, και κάνοντάς της μιαν εκφραστική, καθησυχαστική χειρονομία, της είπαν με πολύ γλυκειά φωνή:
  «Γι’ αυτήν κι εμείς ερχόμαστε. Ήρθαμε να την κάνουμε καλά! Έννοια σου, κυρά μου, και θα ζήσει!».
   Κι η γυναίκα ξύπνησε και χάθηκαν.
  Κι αληθινά, απ’ την άλλη μέρα το πρωί ο πυρετός άρχισε να πέφτει κι η άρρωστη να γίνεται καλύτερα. Και διαδόθηκε στη γειτονιά, αμέσως, το θαύμα των Αγίων Θεοδώρων.
   Αλλά και το ίδιο το πρωί, που τ’ αγοράκι είχε γεννηθεί, η Αθήνα ξύπνησε κατάλευκη, σκεπασμένη μ’ ένα στρώμα χιόνι! Και θεωρήθηκε αυτό, απ’ όλους, σαν εξαιρετικά καλό σημάδι.
   Και το παιδάκι άρχισε να μεγαλώνει μες στα χάδια. Πρώτος γόνος γάμου από έρωτα, δέχτηκε όλη την αγάπη των δικών του, εκτός απ’ την αγάπη του πατέρα του, που για κάμποσον καιρό δεν μπορούσε να το δει στα μάτια του, αφού, χάρις σ’ εκείνο, κόντεψε να χάσει την πολυαγαπημένη του γυναίκα! Όμως, στο τέλος, μια κι όλα διορθώθηκαν, αποφάσισε κι αυτός να τ’ αγαπήσει.
   Κι όταν ήρθε ο καιρός να το βαφτίσουν, έγινε συζήτηση μεγάλη. Παραλίγο να το βγάλουν Γιώργο, εξαιτίας που η μέρα που το βάφτισαν έτυχε να ’ναι του Αγίου Γεωργίου. Ο πατέρας, όμως, σαν στρατιωτικός που ήταν –λοχαγός του πυροβολικού– θέλησε να το βγάλουν Ναπολέοντα. Ένα απ’ τα δυο: Ναπολέων ή Αννίβας! Κι ο νουνός, ξάδερφος πρώτος της μητέρας, σημαιοφόρος κι αυτός του Ναυτικού, προτίμησε το πρώτο. Και τα βαφτίσια έγιναν απέναντι, στην εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων.
   Του πήραν παραμάνα, γιατ’ η μητέρα ήταν πολύ αδύνατη ακόμα για να το θηλάσει μοναχή της.
  Και το παιδάκι άρχισε να ζει. Κι αν εξαιρέσουμε κάτι μικροαρρώστιες, κάτι βγαλσίματα δοντιών και τα παρόμοια, όλα, περίπου, βάδιζαν καλά, και με τον τρόπο τον συνηθισμένο.
  Κι η μητέρα πρόσεξε μονάχα, πως όταν τύχαινε τη νύχτα να περάσει κάποιο φως από μπροστά του, το μωρουδάκι κάρφωνε το βλέμμα του στη φλόγα κι επίμονα την παρακολουθούσε, μαγνητισμένο απ’ αυτή και σαν υπνωτισμένο, και τίποτα δεν ήταν ικανό να το κάνει να τραβήξει τη ματιά του, όσο αυτή υπήρχε μες στην κάμαρα... Κι ίσως αυτό να ’ταν η πρώτη απορία!
   Κι ήρθαν σε λίγο και τα πρώτα λόγια. Κι έγιναν και τα πρώτα-πρώτα βήματα απάνω στο χαλί, και στη ζωή.
   Κι έζησαν έτσι, για καιρό, καλά κι εμείς καλύτερα.
   Κι από κείνο το κατάξανθο παιδάκι του μικρού αυτού παραμυθιού, μου λέγανε αργότερα πως έγινα Εγώ!


____________________________


Πηγές:

α) Για το απόσπασμα: Ναπολέων Λαπαθιώτης, Η ζωή μου / Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας, φιλολογική επιμέλεια Γιάννης Παπακώστας, εκδ. Στιγμή, Αθήνα 1986.

β) Για την εικόνα: εδώ


Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

Oscar Wilde, De profundis (Εκ βαθέων) – Αποσπάσματα



Ο μυθιστοριογράφος, ποιητής, κριτικός και θεατρικός συγγραφέας Όσκαρ Ουάιλντ γεννήθηκε στο Δουβλίνο στις 16 Οκτωβρίου 1854. Ο πιο αναγνωρίσιμος καλλιτέχνης της βικτοριανής εποχής, αντισυμβατικός και ιδιοφυής, έζησε την κολακεία και την τεράστια φήμη, αλλά και την κατασυκοφάντηση, τη φυλακή, την εξορία.



Θεωρείται ένας από τους κύριους εκπροσώπους του αισθητισμού, κίνημα που αναπτύχθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στη Βρετανία και θεωρείται κατά κάποιο τρόπο το αγγλικό παρακλάδι του γαλλικού συμβολισμού. Υπερασπίστηκε το δόγμα της τέχνης για την τέχνη, αρνούμενος την αναγκαιότητα ύπαρξης μιας ηθικής παραμέτρου στην τέχνη.

Το 1881 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή (Poems) και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη για μία σειρά θεωρητικών διαλέξεων για το αισθητικό κίνημα στη Βρετανία. Στη συνέχεια, ο Ουάιλντ μάγεψε το Παρίσι ενώ αργότερα οι διαλέξεις συνεχίστηκαν και σε Βρετανία και Ιρλανδία.

Το 1884 παντρεύτηκε την Κόνστανς Λόυντ και μαζί απέκτησαν δύο γιους. Ο Ουάιλντ εργάστηκε σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες της εποχής, παρέχοντας δημοσιογραφικά κείμενα και κριτικές. Μάλιστα, την περίοδο 1887-1889 ανέλαβε και την έκδοση ενός περιοδικού, του The Lady's World, το οποίο μετονόμασε σε The Woman's World.

Το 1888 εκδόθηκε το έργο του «Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας και άλλα παραμύθια». Η λογοτεχνική του δόξα όμως έφτασε στο αποκορύφωμα το 1891 με το μοναδικό του μυθιστόρημα «Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι». Πολλοί αναγνωρίζουν αυτοβιογραφικά στοιχεία σε αυτό, ενώ το ίδιο βιβλίο χρησιμοποιήθηκε και κατά τη διάρκεια της δίκης του το 1895. Ο Ουάιλντ κατηγορήθηκε για ομοφυλοφιλία. Συγκεκριμένα, ο 9ος Μαρκήσιος του Κουίνσμπερυ, πατέρας του ποιητή Λόρδου Άλφρεντ Ντάγκλας με τον οποίο συνδεόταν ο Ουάιλντ, του επιτέθηκε προσωπικά για την ομοφυλοφιλία του. Ο Ουάιλντ υπέβαλε μήνυση αλλά η κίνηση αυτή στράφηκε εναντίον του, καθώς βρέθηκε ο ίδιος κατηγορούμενος. Στις 25 Μαΐου του 1895 καταδικάστηκε σε καταναγκαστικά έργα δύο ετών.

Κατά την παραμονή του στη φυλακή, υπό άθλιες συνθήκες που επιβάρυναν την υγεία του, έγραψε την «Μπαλάντα της φυλακής του Ρέντιγκ», το τελευταίο σπουδαίο έργο του, που ανήκει στα σημαντικότερα ποιήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και καταγράφει τις εμπειρίες του στη φυλακή. Εκεί έγραψε επίσης και ένα γράμμα προς τον Άλφρεντ Ντάγκλας, ο οποίος δημοσίευσε ένα μέρος του το 1905, μετά το θάνατο του Όσκαρ Ουάιλντ, υπό τον τίτλο De Profundis (Εκ βαθέων).

Μετά την αποφυλάκισή του, ο Ουάιλντ αυτοεξορίστηκε και μόλις τρία χρόνια αργότερα πέθανε, στις 30 Νοεμβρίου του 1900, σε ένα παρισινό ξενοδοχείο. Στην κηδεία του παρέστησαν μόλις δεκατέσσερα άτομα. Σύμφωνα με τον βιογράφο του Ρίτσαρντ Έλμαν, ο θάνατος του ποιητή οφειλόταν σε σύφιλη, ωστόσο ο Μέρλιν Χόλαντ, επίσης βιογράφος και εγγονός του Ουάιλντ, θεωρεί πως η ερμηνεία αυτή αποτελεί παρανόηση συνδέοντας τη μηνιγγίτιδα που τον προσέβαλε με μία χειρουργική επέμβαση που είχε προηγηθεί. Ο τάφος του βρίσκεται στο Παρίσι και επάνω είναι γραμμένοι στίχοι από την «Μπαλάντα της φυλακής του Ρέντιγκ»: Γι' αυτόν, η τσακισμένη λήκυθος του οίκτου θα γεμίζει με ξένα δάκρυα. Γιατί θα τονε θρηνούν οι απόκληροι της ζωής κι οι απόκληροι πάντα κλαίνε. 

Ακολουθούν κάποια αποσπάσματα από το De profundis (Εκ βαθέων):

[...] Υπάρχουν πολύ περισσότερα μπροστά μου. Έχω πολύ πιο απότομους λόφους ν' ανεβώ, κοιλάδες πιο σκοτεινές να περάσω. Κι όλα αυτά πρέπει να τα καταφέρω μονάχος μου. Ούτε η Θρησκεία ούτε η Ηθική ούτε η Λογική μπορούν να με βοηθήσουν.

Η Ηθική δε με βοηθάει. Γεννήθηκα αντινομιστής. Είμαι ένας από κείνους που είναι πλασμένοι για την εξαίρεση και όχι για τον νόμο. Αλλά ενώ βλέπω πως δεν υπάρχει τίποτε κακό σε ό,τι κάνει κανείς, βλέπω πως υπάρχει κάτι κακό σε ό,τι κανείς γίνεται. Καλό είναι να το γνωρίζουμε τούτο.

Η Θρησκεία δε με βοηθάει. Την πίστη που άλλοι δίνουν στο αόρατο, εγώ τη δίνω σε ό,τι μπορεί ν' αγγίξει κανείς και να κοιτάξει. Οι θεοί μου κατοικούν σε ναούς χειροποίητους και η πίστη μου σ' αυτούς διαμορφώθηκε κι ολοκληρώθηκε μέσα στον κύκλο της πραγματικής εμπειρίας. Ίσως μάλιστα η ολοκλήρωσή της να είναι πιο σφαιρική από άλλων σαν και μένα, γιατί, ενώ εκείνοι έχουν τοποθετήσει τον Ουρανό τους σ' αυτήν τη γη, εγώ βρήκα μέσα της όχι μονάχα την ομορφιά του Ουρανού, αλλά και τη φρίκη της Κόλασης. Όταν τυχαίνει να σκέφτομαι τη Θρησκεία, νιώθω πως θα 'θελα να ιδρύσω ένα τάγμα για κείνους που δεν μπορούν να πιστέψουν. Θα μπορούσε να τ' ονομάσει κανείς Αδελφότητα των Αθέων (Σ.τ.Μ.: Fatherless: των ορφανών, των χωρίς πατέρα). Εκεί, πάνω σ' έναν βωμό, όπου δε θα 'καιγαν λαμπάδες, ένας παπάς που στην καρδιά του δε θα φώλιαζε η ειρήνη, θα μπορούσε να λειτουργεί με ανευλόγητο άρτο και άδειο δισκοπότηρο. Καθετί, για να είναι αληθινό, πρέπει να γίνει θρησκεία. Κι ο αγνωστικισμός, όχι λιγότερο από την πίστη, θα 'πρεπε να έχει το τελετουργικό του. Έχει σπείρει τους μάρτυρές του, θα 'πρεπε να 'χει θερίσει τους αγίους του και να δοξάζει τον Θεό καθημερινά επειδή κρύβει το πρόσωπό Του από τον άνθρωπο. Αλλά είτε για πίστη πρόκειται είτε για αγνωστικισμό, τίποτε για μένα δεν πρέπει να 'ρχεται απέξω. Τα σύμβολά του πρέπει να 'ναι δικό μου δημιούργημα. Μονάχα ό,τι είναι πνευματικό πλάθει τη δική του μορφή. Αν δεν μπορέσω να βρω το μυστικό του μέσα μου, δε θα το βρω ποτέ. Αν δεν το έχω ήδη καταχτήσει, ποτέ δε θα 'ρθει να με βρει.

Η Λογική δε με βοηθάει. Μου λέει ότι οι νόμοι, κάτω απ' τους οποίους καταδικάστηκα, είναι κακοί και άδικοι νόμοι, και το σύστημα, κάτω από το οποίο υπέφερα, κακό και άδικο σύστημα. Όπως και να 'ναι όμως, υποχρεώθηκα να κάνω και τα δυο αυτά πράγματα σωστά και δίκαια για μένα. ... Βρέθηκα στην ανάγκη ν' αποδεχτώ ό,τι μου έτυχε και να το κάνω καλό για μένα. Το σανιδένιο κρεβάτι, την αηδιαστική τροφή, ..., τη σιωπή, τη μοναξιά, την ντροπή –το καθένα απ' αυτά και όλα μαζί αναγκάστηκα να τα μεταμορφώσω σε πνευματική εμπειρία. Δεν υπάρχει ούτε ένας υποβιβασμός του σώματος που να μην πρέπει να προσπαθήσω να τον μεταβάλω σε αποπνευμάτωση της ψυχής. ... Το σημαντικό για μένα, εκείνο που στέκει μπροστά μου, εκείνο που πρέπει να κάνω, για να μη μείνω στο υπόλοιπο της ζωής μου ακρωτηριασμένος, παραμορφωμένος και ατελής, είναι ν' αφομοιώσω στον χαρακτήρα μου όλα όσα έχω πάθει, να τα κάνω μέρος του εαυτού μου, να τα δεχτώ χωρίς παράπονο, φόβο ή δισταγμό. Το μεγαλύτερο ελάττωμα είναι η επιπολαιότητα. Καθετί που συνειδητοποιούμε είναι για καλό. [...]

[...] Ενώ όμως το να σκοπεύει κανείς να γίνει καλύτερος άνθρωπος είναι μια μη επιστημονική παρόρμηση, το να γίνει κανείς βαθύτερος αποτελεί προνόμιο εκείνων που έχουν πονέσει. Και τέτοιος νομίζω πως έχω γίνει. ...

Αν, βγαίνοντας από δω, ένας φίλος μου έκανε μια γιορτή και δε με προσκαλούσε, λίγο θα μ' ένοιαζε. Μπορώ μια χαρά να είμαι ευτυχισμένος και μόνος μου. Έχοντας ελευθερία, βιβλία, μουσική και το φεγγάρι, ποιος δε θα μπορούσε να είναι ευτυχισμένος; Άλλωστε οι γιορτές δεν είναι πια για μένα. ... Αν όμως, βγαίνοντας από δω, ένας φίλος μου είχε κάποια λύπη και δε μου επέτρεπε να τη μοιραστώ μαζί του, θα ένιωθα πάρα πολύ πικραμένος. Αν μου έκλεινε κατάμουτρα τις πόρτες του σπιτιού του που πενθούσε, θα γύριζα και θα ξαναγύριζα εκεί και θα παρακαλούσα να με δεχτούν, για να μπορέσω να μοιραστώ κάτι που έχω δικαίωμα να το μοιραστώ. Αν με θεωρούσε ανάξιο, ακατάλληλο να κλάψω μαζί του, θα το 'νιωθα σαν τη χειρότερη ταπείνωση, σαν τον πιο φοβερό τρόπο που θα μπορούσε κανείς να με προσβάλει. Αλλά αυτό δε θα μπορούσε να γίνει. Έχω δικαίωμα να συμμετέχω στη Λύπη˙ κι εκείνος που μπορεί να κοιτάζει την ομορφιά του κόσμου, να παίρνει μέρος στις λύπες του και να καταλαβαίνει κάτι από το θαυμαστό που έχουν και τα δύο, βρίσκεται σε άμεση επαφή με τα θεϊκά πράγματα κι έχει πλησιάσει το μυστικό του Θεού όσο μπορεί κανείς να το πλησιάσει. [...]




Frederic Rzewski, De profundis (ζωντανή ηχογράφηση, Παρίσι 2009)


___________________________


Πηγές: 

α) Για τον Όσκαρ Ουάιλντ, εδώ
β) Για την εικόνα: εδώ 
γ) Για τα αποσπάσματα: Όσκαρ Γουάιλντ, De profundis (Εκ βαθέων), μετάφραση Λουκάς Θεοδωρόπουλος, εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1981.