Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2020

Η Μάρω Δούκα για τον Θάνο Μικρούτσικο

  
Θάνος Μικρούτσικος (Πάτρα, 13 Απριλίου 1947 – Αθήνα 28 Δεκεμβρίου 2019)


    Ένας χρόνος από τον θάνατο του Θάνου Μικρούτσικου σήμερα. Η Μάρω Δούκα τον θυμάται με αγάπη και γράφει γι' αυτόν στον προσωπικό της λογαριασμό στο φέισμπουκ:  

  «Σαν σήμερα, πριν από έναν χρόνο, θα μας αφήσει ο Θάνος. Τον θυμάμαι γαλήνιο σαν να είχε επιτέλους ελευθερωθεί από την ανάγκη και την ευθύνη του να μας παρηγορήσει. 

   Ακροβάτης ο Θάνος, χορευτής, τολμηρός στις επιλογές του, ισόβιος ακόλουθος της εφηβείας και της ευφυίας του. Αναγνώστης και λάτρης της ποίησης, ικανός να εντοπίσει και να ανασύρει το νόημα, την ουσία των λέξεων, να απελευθερώσει τη μαγεία τους, να εμπνευστεί απ’ αυτές, να τις διαποτίσει με τη μελωδία της μουσικής του και να τις ανυψώσει. 

   Αποφασισμένος ο Θάνος. Υπηρέτης και αφέντης. Κωπηλάτης, καπετάνιος, αλλά και παραδομένος, έκθαμβος και αναζητητής, πηγαίος και στοχαστικός, στην απεραντοσύνη της μουσικής του, στη ζωή που δεν αστειεύεται ούτε και χαρίζεται. Δάσκαλος και μαθητής. Με την απορία, τον θαυμασμό αλλά και το παράπονο. Λαχταρούσε τη ζωή ο Θάνος, ζούσε για να δημιουργεί, να προσφέρει, να αγαπάει, να απολαμβάνει. Κι ας μας αποχαιρέτησε με τον γενναίο τρόπο του, αφήνοντας δεκαετιών δουλειά για τους μελετητές του, είχε πολλά ακόμη να δώσει. Πέρα από την καθοριστική συμβολή του στο έντεχνο τραγούδι με τις κορυφαίες συνθέσεις του, πέρα από τα αγαπημένα, τα μοναδικά τραγούδια του, τα ερωτικά, τα επαναστατικά, τα πολιτικά, τα θεατρικά, τα παιδικά — είναι και ο κλασικός Θάνος Μικρούτσικος, ο μουσουργός κατά μήκος όλου του χρόνου. 

   Αστείρευτος ο Θάνος, ακάματος, αφοσιωμένος στη δουλειά του, αλλά και σαν παιδί ενδοτικός, λαίμαργος στη χαρά, στην ομορφιά, με τη βαθιά, ανομολόγητη λύπη του, με τη μελαγχολία και την ταραχή του, το ξάφνιασμα στα μάτια του, το ανικανοποίητο αλλά και το δοξαστικά χορτασμένο βλέμμα του. Ο Θάνος Μικρούτσικος, ο μαρξιστής, ο κομμουνιστής, ο παθιασμένος, αλλά και ο στέρεος, ο μετρημένος, ο σαφής, ο γενναιόδωρος. Με το πούρο, το γέλιο, το χιούμορ, το σπίθισμα στο μάτι του, το πονηρό μειδίαμά του. 

    Για την αγαπημένη του Μαρία, τα τέσσερα παιδιά και τα τρία εγγόνια του, για τους στενούς φίλους και τους αγαπημένους συνεργάτες του η απουσία-παρουσία του Θάνου, εδώ κι ένα χρόνο, μετρήθηκε και θα μετριέται πάντα αλλιώς. Για τις χιλιάδες όμως των συνοδοιπόρων του, των νέων που ενηλικιώθηκαν με τα τραγούδια, τις μουσικές και τα λόγια του θα είναι σαν να μην έφυγε ποτέ, πάντα παρών στα θέατρα, στον Σταυρό του Νότου, στη Σφεντόνα, στο Μέγαρο Μουσικής, στους δρόμους και τις πλατείες να μας προτρέπει όλους και τον καθένα χωριστά: Στην Ομίχλη των καιρών / ψάχνε σαν τον ιχνηλάτη / πανταχού είναι παρών / Ο παλιός των ημερών…»

__________________________________

Πηγή για την εικόνα: εδώ


Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2019

Τάσος Κόρφης: Νίκος Καββαδίας / Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του


Ο Τάσος Κόρφης δεν ήταν μόνο ένας άνθρωπος των ελληνικών γραμμάτων, υπήρξε και ανώτατος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού. Τα κοινά βιώματα της ναυτικής ζωής και η κοινή τους αγάπη για τη λογοτεχνία, ιδιαίτερα την ποίηση, τον καθιστούν κατάλληλο να επιχειρήσει «ένα «ναυτικό» πλησίασμα αγάπης, μια χωρίς τυπικότητες προσέγγιση, σαν τον εγκάρδιο, τον αυθόρμητο χαιρετισμό των πλοίων που συναντιούνται μεσοπέλαγα»* στο έργο του Νίκου Καββαδία, με τον οποίο συνδεόταν και με στενή φιλία. Με μεγάλη φροντίδα και αγάπη συγκέντρωσε υλικό για τη ζωή και το έργο του και το παρουσίασε σε ένα βιβλίο με τίτλο «Νίκος Καββαδίας / Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του» από το οποίο διάλεξα να παρουσιάσω μερικά αποσπάσματα. Στα αποσπάσματα αυτά ο Τάσος Κόρφης αναφέρεται στα τρία ποιητικά έργα του Καββαδία: «Μαραμπού», «Πούσι» και «Τραβέρσο» και παρακολουθεί πώς εξελίσσονται ο ψυχισμός, η τεχνική και η θεματογραφία του, αλλά και οι επιρροές του στη διάρκεια της ποιητικής του πορείας.



[...]

Το «Μαραμπού» είναι ένα βιβλίο νεότητας.Τυπωμένο το 1933, όταν ο νεαρός Καββαδίας ήταν μόλις 22 χρονών, έχει τη φρεσκάδα και τη γοητεία της εφηβικής αθωότητας, της πρώτης λαχτάρας. Εικόνες από το πέλαγος και τα λιμάνια εναλλάσσονται. Μικρές ιστορίες με ανθρώπους της θάλασσας (ο πιλότος Νάγκελ, ο νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί, ο πλοίαρχος Φλέτσερ, κλπ.) ή ζώα. Η αναζήτηση της έντασης, ο κίνδυνος, η ηδονή της αμαρτίας. Η μέθη της περιπέτειας. Το πάθος στην καθάρια, την τραγική του μορφή.

Το κατακάθι της πίκρας όπου υπάρχει (και υπάρχει συχνά) προέρχεται από το ανεκπλήρωτο ενός ονείρου, από το βούλιαγμά του. Εδώ υπάρχουν άνθρωποι που δεν ξεκίνησαν ποτέ («Mal du depart»), που μόλις ξεκίνησαν είναι έτοιμοι να ναυαγήσουν («Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου») ή άλλοι, αιφνίδια τσακισμένοι από το τυχαίο («Ο πλοίαρχος Φλέτσερ»). Ο έρωτας πληθωρικός και παροδικός. Η γυναίκα, τις περισσότερες φορές ανώνυμη (ένα στοιχείο της περιπέτειας), προσφέρει και χάνεται και (μερικές φορές) μένει μονάχα στη μνήμη. Η επαφή του φανταστικού με το πραγματικό, του δικού μας με το ξένο, οδηγεί στη διάψευση κι από κει σε μια καινούρια επαφή, χωρίς, όμως, ακόμα την αμφισβήτηση.

Ο πυρετός της εναλλαγής κυριαρχεί. Το ποίημα πάλλεται από δράση. Ο λόγος λιτός, απέριττος αφηγείται τα επεισόδια που από τη φύση τους είναι ποιητικά. Το απρόοπτο εντείνει. Εμβόλιμες εικόνες, αχρησιμοποίητες, απρόοπτες ρίμες. Στοιχεία του μοντέρνου μέσα στην παράδοση:

Οι πόλοι γίνανε σε μας πολύ γνωστοί,
θαυμάσαμε πολλές φορές το βόρειο Σέλας,
κι έχουν οι πάγοι χρόνια τώρα σκεπαστεί
από αδειανά κουτιά σπανιόλικης σαρδέλας.

[...]

Το «Πούσι» (1947) είναι το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Καββαδία, τυπωμένο δεκαπέντε περίπου χρόνια μετά το «Μαραμπού». Μέσα σ' αυτά τα χρόνια (1933-47) πολλά συνέβηκαν που επηρέασαν τη ζωή και το έργο του ποιητή: Οι εμπειρίες του από τα καράβια και τα λιμάνια, τα χρόνια που πέρασαν κι άμβλυναν τις επιθυμίες, όνειρα που διαψεύστηκαν, ο πόλεμος. Υποχωρήσεις, συμβιβασμοί, προσφιλή φορτία που ρίχνονται στη θάλασσα. Αλλά, παράλληλα, και μια άκαμπτη (η ίδια η νεανική) δύναμη γι' αντίσταση, που συχνά φθάνει σε δραματικές κορυφώσεις.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
κι είν' αλάργα τόσο η Τοκοπίλλα.
Από να φοβάμαι και να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπίλα.

Εδώ ο ποιητής αφήνει πια την επίπεδη γραφή του «Μαραμπού». Όπως γράφει και ο Αιμ. Χουρμούζιος «ο στίχος είναι υπαινικτικός και όχι πλαστικός. Νοσταλγικός μάλλον παρά δημιουργός αμέσων συγκινήσεων από την επαφή του αναγνώστη με τον ποιητή. Έχει τη γοητεία όλων των πραγμάτων που βρίσκονται σε κάποιαν απόσταση από το καθημερινό, συνηθισμένο και τυπικό γεγονός». Αλλά ας αναλύσουμε πιο διεξοδικά αυτή τη «γοητεία», τον καινούριο τρόπο γραφής του ποιητή γιατί, βέβαια, πρόκειται για έναν καινούριο τρόπο γραφής, απόλυτα και πάλι εναρμονισμένο με τον ψυχισμό του.

Στο «Μαραμπού» κυριαρχούσε η έξαρση, ο αφηγηματικός, ο ευθύς τρόπος. Υπήρχε μια ιστορία: έναυσμα για την εκτόνωση, διέξοδος μιας, σχεδόν πάντα, ανικανοποίητης επιθυμίας. Στο «Πούσι» αντίθετα, ο Καββαδίας δε μας διηγείται πια, τις περισσότερες φορές, συγκεκριμένες θαλασσινές ιστορίες, αλλά πολλά κι ασύνδετα στιγμιότυπα από τη ζωή του στα καράβια, εναλλασσόμενα, την ίδια σχεδόν στιγμή, με μνήμες από οικογενειακά του συμβάντα, περιπέτειές του και διαβάσματα.

Το ποίημα γίνεται δυσκολότερο, πολλές φορές χρειάζεται αποκρυπτογράφηση, προπάντων όταν προσωπικά ή οικογενειακά επεισόδια ή πρόσωπα μπλέκονται με το παρόν. Ο Γουίλλιαμ του «Θαλασσία Πανίς» («Γουίλλιαμ... γέλα στο βυθό φλεγματικά, αφού πια τίποτα δε μέλλει να προδώσεις») δεν είναι άλλος από έναν ναύτη του βυθισμένου στον πόλεμο βρετανικού πολεμικού πλοίου «Ρήπουλς» και η Σμαρώ από την Καλαμαριά του «Θεσσαλονίκη» μια νεανική του όμορφη ιστορία που είχα κάποτε την τύχη ν' ακούσω από τα χείλη του. Αλλά ποιος θα μας πει ποιο ήταν το κορίτσι που νύσταζε στην Καράστρα («Στεριανή Ζάλη»), τι αναμνήσεις είχε από τους τελωνοφύλακες στο Τσίλι («Αρμίδα»), και ποια ήταν η Fanny του Λονδίνου («Black and white»); Ποιος θα μας πει ποιες ήταν οι εμπειρίες, δικές του και ξένες, που απρόοπτα παρεμβάλλονται στους στίχους του και τους χαρίζουν την ομορφιά του απρόοπτου, «τροχίζοντας τα σπαθιά του λόγου» που τόσο του άρεσαν;

Στο «Πούσι» κυριαρχεί το δεύτερο πρόσωπο, το «Εσύ», κάτι που δίνει μεγαλύτερη αμεσότητα και θέρμη στην εξομολόγηση αλλά και βαθύτερη συνοχή στο βιβλίο (Κάτασπρα φορείς κι έχεις βραχεί... Κι εσύ κοιτάς απάνω απ' το τιμόνι... Τα μάτια σου τα κυβερνούσε σοροκάδα... Ο παπαγάλος σου 'στειλε στερνή φορά το γεια σου... κλπ.). Τα ποιήματα μοιάζουνε σαν γράμματα ενός ναυτικού σε συγγενείς και φίλους ή μάλλον σαν σύντομες καρτ ποστάλ από λιμάνια. Οι αφιερώσεις που υπάρχουν σ' όλα, σχεδόν, τα ποιήματα, οι παραλήπτες τους. Και τα εικονογραφημένα με ναυτικές φιγούρες φίλων του ζωγράφων ξεχωριστά δίφυλλα της πρώτης έκδοσης, ένα για κάθε ποίημα, εντείνουν την εντύπωση μιας συλλογής γραμμάτων. Εδώ δεν υπάρχει ο νέος του «Μαραμπού» που φλέγεται για τις αμαρτωλές εμπειρίες, για φολκλορική «ναυτοσύνη», αλλά ο ναυτικός που μέσα στο πούσι ενός ακαθόριστου παρόντος ζητάει να συνδεθεί με τη στεριανή ζάλη ή ξορκίζει τον τυφώνα να βρει περήφανο θάνατο μεσοπέλαγα.

Κι έπειτα στις ξέρες του Ακορά
τσούρμο τ' άγριο κύμα να μας βγάλει
τέρατα βαμμένα πορφυρά
με φτερούγες γλάρων στο κεφάλι.

[...]

Στα τελευταία του ποιήματα («Τραβέρσο», 1975) η θαλασσινή περιπέτεια συνεχίζεται, δραματικότερη όμως τώρα, παρά τα παλιά παιχνιδίσματα και τις καινούριες, βασανιστικές εμπειρίες. Ο ποιητής τραβερσάρει στον καιρό για να σωθεί. Νιώθεις το τρίξιμο από τους κουρασμένους αρμούς, τον μουσώνα που ραγίζει τα ρέλια, τον άσπρο καρχαρία που περιμένει:

Στα όρτσα να προλάβουμε. Τραβέρσο και προχώρα.
Να πάμε να ξοδέψουμε την τελευταία ριξιά,
σε κείνη την απίθανη σ' όλο τον κόσμο χώρα
που τα κορίτσια το 'χουνε στα δίπλα είτε λοξά.

Το ποίημα δονείται από ένα ρίγος θανάτου. Όλοι αυτοί οι «ήρωες» της ιστορίας που έρχονται και παρέρχονται (ο Αζτέκος, ο Μεγάλος Χαν, ο Μάρκο Πόλο), σαν ένας «θαυμάσιος θίασος που περνά με μουσικές εξαίσιες και φωνές», όλος αυτός ο αυτοσαρκασμός, ο παραλογισμός και η ειρωνεία, που θυμίζουν παράλληλες αγχώδεις στιγμές του Καρυωτάκη, δεν μπορούν να διασκεδάσουν, ούτε καν να μετριάσουν την πίκρα του («Βόγκει στο πρόσω η μηχανή και τώρα ανηφοράμε, λειψοί πάνω στο σίδερο, με κουρασμένα μίλια»). Εδώ σταματάει το σπίρτο, ο βαρύς καπνός, η αρρώστια. Η νευρασθένεια, πόζα τού άλλοτε, γίνεται τρέλα. Το κύμα μπουκάρει κι αρπάζει. Η ζωή, που τόσο αγάπησε, ακροβατεί σε μια χορδή τεντωμένη.

Ο στίχος κερδίζει σε σκληρότητα, σε δύναμη. Τα περιγραφικά, τα διακοσμητικά στοιχεία λιγοστεύουν. Γύμνια κι αλήθεια. Το «μοντέρνο» στην πιο γνήσια μορφή του αποσπασματικού, του παράλογου, του δραματικού.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γεια χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.

Τίποτα δεν μπορεί να δώσει, έστω και λίγο φως σ' αυτή την τελευταία του πορεία. Το γαλάζιο, παιδικό πρόσωπο του μικρού παιδιού («Παραμύθια του Φίλιππου»), η φλόγα της νέας γυναίκας που τόσο απελπισμένα αγάπησε («Fata Morgana»), η ανάμνηση, ακόμα κι η θάλασσα, αιώνια ερωμένη του με την ατέλειωτη περιπέτεια: κλεισμένοι δρόμοι πια γι' αυτόν. Η επιστροφή στην ξηρά ένα ναυάγιο και το ξεκίνημα μια άσκοπη επανάληψη. Έρωτας για τη ζωή χωρίς δύναμη. Αντίσταση γεμάτη παραδοχές («Θα μείνει ο ναύτης να μετρά το άσπρο χαλίκι»).

Έζησα, φίλος του κι εγώ, την ιστορία των τελευταίων αυτών ποιημάτων του και ξέρω με τι ένταση γραφτήκανε. Αυτός που χρόνια είχε κόψει το σπίρτο και τον καπνό και μπορούσε να περάσει χρόνο ολόκληρο χωρίς να συνθέσει ένα ποίημα, που κι όταν έγραφε τυραννικά τον βασάνιζε η αμφιβολία, μέσα σε λίγο καιρό συμπλήρωσε τη συλλογή του και την έδωσε στον εκδότη. Ποιήματα καυτά, άμεσα, γραμμένα πάνω στον δεκαπεντασύλλαβο του «Μαραμπού» και το δεκατρισύλλαβο, αλλά πόσο διαφορετικά από εκείνα. Ένταση μέσα στην κόπωση, στιγμές από ένα πάθος που τον οδήγησε στον θάνατο.

Το ξέρω πως λίγοι (σ' έναν τόπο που όλοι έντονα προσπαθούν να διασκεδάσουν, να μη σκέφτονται το μοιραίο) θ' αγαπήσουν αυτά τα πικρά, τα ειλικρινή ποιήματα. Το «Τραβέρσο» δεν αφήνει περιθώρια για μάταιες ελπίδες. Με ανοιχτό, όπως πάντα, το παράθυρο, χωρίς φόβους, ο ποιητής προσπαθεί να κρατηθεί με κουρασμένα, θαλασσοδαρμένα χέρια, από μια, την τελευταία, σανίδα. Και, φεύγοντας, μας τραγουδεί σαν το τζιτζίκι το φθινόπωρο, την ιστορία της θαλασσινής περιπέτειας, της οδύσσειας για την εμπειρία από τα βάθη των αιώνων έως τις μέρες μας. Την ιστορία του αιώνιου Ναύτη.

Ο σαρκασμός, τελευταίο καταφύγιο μια πολύχρονης αγάπης για τη ζωή, απόλυτα συνυφασμένος με τον ψυχισμό των τελευταίων αυτών χρόνων του. Σαρκάζουμε όταν η πίστη μάς προδίδει, όταν βλέπουμε να ναυαγούν τα ιδανικά μας. Και τα ιδανικά του «πολύτροπου», του αμαρτωλού Καββαδία η ίδια η ζωή, το ταξίδι στην απεραντοσύνη της θάλασσας, οι διαδοχικές, οι ατέλειωτες εμπειρίες. Από αυτές ξεκίνησε (με την άγνοια της νεανικής μέθης) και σ' αυτές έμεινε (ξεκινώντας και πάλι απελπισμένα από τη σοφία της ματαιότητας). Σ' έναν γεμάτο ανθρωπιά πολύχρονο διάλογο με τους ανθρώπους, με τον ίδιο του τον εαυτό. Σ' έναν δραματικό έρωτα με την εναλλαγή, με την ίδια την τρέλα.

Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί.
μες στου Giorgione το αργαστήρι.

Πέτρα θα του 'ριξα και δε με θέλει το ποτάμι.
Τι σου 'φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.

[...]

Τάσος Κόρφης, Νίκος Καββαδίας / Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του, εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1991.


____________________________

(*) Φράση του Τάσου Κόρφη από το εσώφυλλο του βιβλίου.

Πηγή για την εικόνα: εδώ


Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2018

Ναπολέων Λαπαθιώτης, Η ζωή μου [Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας] (απόσπασμα)




Το παραμύθι...

   Μια φορά κι έναν καιρό –ή, καλύτερα, τη νύχτα προς τα ξημερώματα της 31ης Οκτωβρίου του 1888–, στην Αθήνα, σ’ ένα σπίτι της πλατείας Αγίων Θεοδώρων, είδε το φως ένα κατάξανθο παιδάκι. Η γέννα ήταν δύσκολη, και τη μητέρα –μιαν απ’ τις ομορφότερες γυναίκες του καιρού της– οι γιατροί την είχαν απελπίσει. Κι οι γιατροί, που την είχαν απελπίσει, ήσαν οι πιο ονομαστοί της εποχής εκείνης.
   Να, όμως, που την πιο κρίσιμη βραδιά, μια γυναίκα ηλικιωμένη και γειτόνισσα, που ’κανε χρέη νοσοκόμας, εκεί που αγρυπνούσε στο χαγιάτι, έξω από την κάμαρη της άρρωστης, καθώς την είχε μισοπάρει ο ύπνος στην καρέκλα, είδε ν’ ανεβαίνουν ξαφνικά τη σκάλα δυο ψηλοί άντρες, παράξενα ντυμένοι, με φορεσιές χρωματιστές, που ’πεφταν ως τα πόδια και που βαστούσαν ο καθένας τους στο χέρι κι από μια μικρούλα κασετίνα. Κι όπως εκείνη πετάχτηκε απ’ τη θέση της και με δάκρυα στα μάτια τούς φώναξε:
   «Πού πάτε; Μέσα έχουμε άρρωστη μητερούλα, την καημένη, και θα μας πεθάνει...».
   Εκείνοι χαμογέλασαν, και κάνοντάς της μιαν εκφραστική, καθησυχαστική χειρονομία, της είπαν με πολύ γλυκειά φωνή:
  «Γι’ αυτήν κι εμείς ερχόμαστε. Ήρθαμε να την κάνουμε καλά! Έννοια σου, κυρά μου, και θα ζήσει!».
   Κι η γυναίκα ξύπνησε και χάθηκαν.
  Κι αληθινά, απ’ την άλλη μέρα το πρωί ο πυρετός άρχισε να πέφτει κι η άρρωστη να γίνεται καλύτερα. Και διαδόθηκε στη γειτονιά, αμέσως, το θαύμα των Αγίων Θεοδώρων.
   Αλλά και το ίδιο το πρωί, που τ’ αγοράκι είχε γεννηθεί, η Αθήνα ξύπνησε κατάλευκη, σκεπασμένη μ’ ένα στρώμα χιόνι! Και θεωρήθηκε αυτό, απ’ όλους, σαν εξαιρετικά καλό σημάδι.
   Και το παιδάκι άρχισε να μεγαλώνει μες στα χάδια. Πρώτος γόνος γάμου από έρωτα, δέχτηκε όλη την αγάπη των δικών του, εκτός απ’ την αγάπη του πατέρα του, που για κάμποσον καιρό δεν μπορούσε να το δει στα μάτια του, αφού, χάρις σ’ εκείνο, κόντεψε να χάσει την πολυαγαπημένη του γυναίκα! Όμως, στο τέλος, μια κι όλα διορθώθηκαν, αποφάσισε κι αυτός να τ’ αγαπήσει.
   Κι όταν ήρθε ο καιρός να το βαφτίσουν, έγινε συζήτηση μεγάλη. Παραλίγο να το βγάλουν Γιώργο, εξαιτίας που η μέρα που το βάφτισαν έτυχε να ’ναι του Αγίου Γεωργίου. Ο πατέρας, όμως, σαν στρατιωτικός που ήταν –λοχαγός του πυροβολικού– θέλησε να το βγάλουν Ναπολέοντα. Ένα απ’ τα δυο: Ναπολέων ή Αννίβας! Κι ο νουνός, ξάδερφος πρώτος της μητέρας, σημαιοφόρος κι αυτός του Ναυτικού, προτίμησε το πρώτο. Και τα βαφτίσια έγιναν απέναντι, στην εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων.
   Του πήραν παραμάνα, γιατ’ η μητέρα ήταν πολύ αδύνατη ακόμα για να το θηλάσει μοναχή της.
  Και το παιδάκι άρχισε να ζει. Κι αν εξαιρέσουμε κάτι μικροαρρώστιες, κάτι βγαλσίματα δοντιών και τα παρόμοια, όλα, περίπου, βάδιζαν καλά, και με τον τρόπο τον συνηθισμένο.
  Κι η μητέρα πρόσεξε μονάχα, πως όταν τύχαινε τη νύχτα να περάσει κάποιο φως από μπροστά του, το μωρουδάκι κάρφωνε το βλέμμα του στη φλόγα κι επίμονα την παρακολουθούσε, μαγνητισμένο απ’ αυτή και σαν υπνωτισμένο, και τίποτα δεν ήταν ικανό να το κάνει να τραβήξει τη ματιά του, όσο αυτή υπήρχε μες στην κάμαρα... Κι ίσως αυτό να ’ταν η πρώτη απορία!
   Κι ήρθαν σε λίγο και τα πρώτα λόγια. Κι έγιναν και τα πρώτα-πρώτα βήματα απάνω στο χαλί, και στη ζωή.
   Κι έζησαν έτσι, για καιρό, καλά κι εμείς καλύτερα.
   Κι από κείνο το κατάξανθο παιδάκι του μικρού αυτού παραμυθιού, μου λέγανε αργότερα πως έγινα Εγώ!


____________________________


Πηγές:

α) Για το απόσπασμα: Ναπολέων Λαπαθιώτης, Η ζωή μου / Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας, φιλολογική επιμέλεια Γιάννης Παπακώστας, εκδ. Στιγμή, Αθήνα 1986.

β) Για την εικόνα: εδώ


Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 2017

Γιώργος Ιωάννου, Το κέλυφος


Το κέλυφος


Είναι ειδική η ομορφιά που μπορεί να σου θραύσει το κέλυφος. Μέσα στο κέλυφος βρίσκεται κλεισμένη η βαθιά μυστική χαρά, που όταν ξεχυθεί σε παραλύει. Αυτό το ωοειδές πράγμα, το ντυμένο με κέλυφος, είναι χωμένο κάπου ανάμεσα στην κοιλιά και το στέρνο σου. Και θα πρέπει να ’ναι πολύ μικρό –μικρό μα θαυματουργό– για να μην μπορείς να το ψηλαφείς ούτε και να το αισθάνεσαι. Ίσως να ’ναι και κάπως ευκίνητο, γιατί όταν ξεχύνεται το υγρό του, άλλοτε το νιώθεις πιο υψηλά και άλλοτε πιο χαμηλά, ανάλογα με το πρόσωπο που σου το θραύει.

Μέσα σ’ αυτό το κέλυφος κρύβεται πεισματικά η αληθινή χαρά και η έκσταση. Γι’ αυτό και όταν κυκλοφορείς στους δρόμους είσαι, συνήθως, σαν αδιάφορος ερωτικά, σαν ξεχωρισμένος από τις ερωτικές ώρες σου –δεν είσαι περιχυμένος από ερωτικούς χυμούς ανά πάσα στιγμή. Αυτό γίνεται μόνο όταν αντικριστείς με το πρόσωπο που θαρρείς ότι έχει την ικανότητα να σου σπάσει το κέλυφος. Και κάτι τέτοιο συμβαίνει, ευτυχώς, σπάνια.

Όλη σου η περιφορά ανάμεσα στους ανθρώπους δεν είναι παρά η αναζήτηση του ατόμου που μπορεί να σου θραύει το κέλυφος. Και όμως παρά την αναζήτηση, την προσοχή και την πείρα, στις εκατό φορές, στις χίλιες φορές, η μία επιλογή είναι σωστή και οι άλλες όλες λαθεμένες. Δεν σκέφτηκες λογικά όταν επέλεγες, ξέχασες να κάνεις στον εαυτό σου την ερώτηση για το κέλυφος, δεν μετέφερες τη μορφή του ατόμου αυτού εντός σου, δεν τη φαντάστηκες να διέρχεται τις αισθήσεις σου και να θραύει το κέλυφος. Αλλά αφέθηκες στις εντυπώσεις της στιγμής, στην εκλογή τού κατά τη γενική αντίληψη ωραίου ατόμου. Και τώρα σε αφήνει αδιάφορο, δεν σου κάνει. Και πάνε χαμένοι οι ελιγμοί σου, οι κυκλωτικές κινήσεις σου, οι επίμονες ματιές σου, οι καίριες ερωτήσεις σου και μετά ο ιδρώτας του προσώπου σου και του κορμιού σου. Το κέλυφος έμεινε ανέπαφο, ούτε κινδύνεψε καν να ραγίσει. Βέβαια, υποκρίθηκες ή ξεγελάστηκες ότι κάτι σου συμβαίνει, μα τίποτε δεν σου συνέβαινε και έλεγες ψέματα στον εαυτό σου.

Πρέπει να είναι ισχυρό, σκληρό, το κέλυφος αυτό, γιατί ελάχιστα είναι τα άτομα που σου το θρυμμάτισαν ως τώρα και απελευθέρωσαν την αχαλίνωτη υπόστασή σου, όπου δεν ήξερες τι σου γινόταν και αδιαφορούσες για το ποιος σε είχε υπό την παρακολούθησή του. Κι εσένα που σε θεωρούν μετρημένο και φρονιμότατο σε είδαν ακόμα και σε χωριά μέσα, σε μια χούφτα ανθρώπους μέσα, να διαπράττεις απερισκεψίες ανήκουστες.

Όποιος διαβάζει τις γραμμές αυτές θα φαντάζεται τολμήματα διάφορα, ερωτικές αποκοτιές και σκληρές δοκιμασίες του πληρώματος. Τίποτε απατηλότερον αυτού. Όχι μόνο ερωτικές επαφές και πράξεις δεν είναι απαραίτητες, μα δεν χρειάζεται ούτε καλημέρα καμιά φορά, για να πάρει να ραγίζει το κέλυφος. Μια ματιά είναι αρκετή, ακόμα και μόνο δική σου, μη διασταυρωμένη ματιά, για να νιώσεις πως κάτι το ιδιαίτερο συμβαίνει μέσα σου. Και πως ούτε χρόνος υπάρχει πια ούτε επείγουσες δουλειές ούτε αρρώστιες ούτε προχωρημένη ηλικία. Είσαι πάνω από όλα αυτά, ανώτερος και ικανός για όλα.

Θέλεις να κοιτάζεις στα μάτια του ατόμου που σε συντάραξε, αποκεί εκπέμπεται η δύναμη που κρούει και τελικά θραύει το κέλυφος. Η δύναμη αυτή δεν είναι απαραίτητο να περιέχει σκληράδα ή μαλακάδα. Φτάνει να περιέχει αποχρώσεις βαθιές, να υπόσχεται σώμα και χαρακτήρα με πτυχές άπειρες – αυτή η μικρή περιοχή που μπορεί όμως να είναι φορτωμένη με ανεξάντλητο μυστήριο. Θέλεις να κοιτάζεις δυνατά στα μάτια του ατόμου σου, για να εισχωρήσεις βαθιά του κι εσύ. Δεν αποκλείεται να κρούεις κι εσύ το δικό του κέλυφος. Ένα τέτοιο πρόσωπο, σκεύος της δύσκολης εκλογής σου, πρέπει κι αυτό να έχει σε κάποια θήκη προφυλαγμένη τη μυστική χαρά του. Δεν μπορεί εσύ ο σφιχτοδεμένος να ρέπεις προς άτομα σαλιάρικα με διάχυτο συνεχώς το ερωτικό αίσθημά τους. Πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει μια αναλογία ανάμεσά μας. Έτσι πιθανώς εξηγείται πώς από πολύ νωρίς και μέχρι τώρα ακόμα συμβαίνει από καιρό σε καιρό να σου αφοσιώνονται άνθρωποι, που καμιά λογική δεν μπορεί να εξηγήσει την αφοσίωσή τους. Είναι κατά πολύ ανώτεροί σου και στην ομορφιά και στη νεότητα και στην ερωτική πρόκληση. Και όμως κουρνιάζουν κοντά σου και ούτε σκέψη κάνουν για να δοθούν αλλού ή να δοθούν και αλλού, κρυφά και δόλια, όπως γίνεται στις συνηθισμένες σχέσεις. Τους θραύεις, φαίνεται, κι εσύ το κέλυφος, ξεχύνεις την έκσταση εντός τους. Είσαι η κλώσα που κλωσάει τ’ αβγά τους και κάθε φορά όταν αυτά ωριμάζουν, τα εκκολάπτει κρούοντας με τη μύτη της το κέλυφος.

Αλλιώς είναι χαμένος κόπος, άδικο πέρασμα δίπλα από σώματα, που δεν μένουν απλώς κλειστά, μα που δεν έχουν να σου προσφέρουν τίποτα, όσο κι αν επιμένεις.


Γιώργος Ιωάννου, Καταπακτή | πεζά κείμενα, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1989

__________________________________

Πηγή για την εικόνα: εδώ


Κυριακή 11 Ιουνίου 2017

Ρέα Γαλανάκη, Η άκρα ταπείνωση (απόσπασμα)



Το μυθιστόρημα εστιάζεται στη νύχτα που πυρπολήθηκε η Αθήνα, την Κυριακή 12 Φεβρουαρίου του 2012.

Μια πρώην φιλόλογος και μια πρώην ζωγράφος, που βρίσκονται να συγκατοικούν σε έναν «ξενώνα» του υποβαθμισμένου κέντρου, βγαίνουν κρυφά στις διαδηλώσεις. Η λοξή ματιά τους εισδύει –με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο– στην αόρατη και συμβολική πλευρά των βίαιων συγκρούσεων. Πανικοβάλλονται, χάνονται μέσα στη δική τους πόλη, εξωθούνται στην επαιτεία, χωρίς να χάσουν την προσωπική τους αίσθηση πραγμάτων. Επιστρέφοντας είναι πιο κοντά στην ανέφικτη Ιθάκη.

Ο αναρχικός γιος της μιας, ο χρυσαυγίτης μιας τρίτης που τις φροντίζει, μια νεαρή μετανάστρια και το παιδί της, ο γιατρός και η κοινωνική λειτουργός, τα φαντάσματα ενός ετοιμόρροπου αθηναϊκού σπιτιού και, φυσικά, οι νεοάστεγοι διασταυρώνονται με ποικίλους τρόπους μαζί τους είτε στη σπαρασσόμενη Αθήνα είτε λίγο αργότερα.

Σ’ αυτό το ανθρωποκεντρικό πολιτικό μυθιστόρημα, η απερχόμενη γενιά του Πολυτεχνείου ανοίγει τον δύσκολο, τον αναγκαίο, αν όχι και μοιραίο διάλογό της με τις σημερινές εξεγέρσεις, με τη μεγάλη ανατροπή της ζωής τα τελευταία χρόνια, με τη μνήμη αλλά και με την Άκρα Ταπείνωση του άστεως. (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)


[...]

Ο ίδιος είχε ορμήσει αλαλάζοντας εναντίον ενός οχήματος που πλησίαζε προσεκτικά το κτήριο των κινηματογράφων, ενώ επίσης όρμησαν ακάλεστες στον νου του οι ταινίες που είχε δει εκεί, μικρό παιδάκι με τη μάνα του, μόνος του μέχρις και πριν από λίγα χρόνια. Θυμόταν πιο καθαρά την αίθουσα του Αττικόν, μεγαλόπρεπη, εκθαμβωτική, επιτομή του αστικού κύρους στον πολιτισμό του θεάματος, την πιο παλιά στην πόλη όπως είχε ακούσει, ενώ ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο ήταν έργο ωριμότητας του Ερνέστου Τσίλερ —ονόματα και αρχιτεκτονικές που δεν μετρούσαν γι' αυτόν πια, που τυπικά έπρεπε να τα εχθρεύεται, ενώ όσο σπούδαζε αρχιτεκτονική βαραίναν μέσα του πολύ. Απολάμβανε σαν θεατής την αίγλη και την ομορφιά της αίθουσας. Μα απόψε έσπρωχνε η βραδιά τον νου, την πράξη, τη ζωή, τους κατοίκους της Αθήνας, να μοιραστούν σε δυο εχθρικά στρατόπεδα. Κομμάτι του συστήματος αναδείχτηκε γι' αυτόν το κτήριο και ο πολιτισμός του, σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός των κυρίαρχων ελίτ, όπως θα 'λεγε παλιότερα χωρίς να ντρέπεται για την καθαρεύουσά του. Ιδού μια άποψη που σίγουρα θα εξαγρίωνε την ηττημένη μάνα του.

Γύρισε ξανά το κεφάλι, την κοίταξε από απόσταση. Εκεί, ακλόνητη, μαζί με την Τειρεσία και τον σκοτωμένο ήρωα. Κράτησε το βλέμμα πάνω της, ενώ ήξερε πως συνέχιζε το ίδιο λάθος. Δεν είχε όμως άλλο τρόπο τώρα. Μ' αυτό το βλέμμα έπρεπε να τη ρωτήσει μονομιάς όλα τα βασανιστικά κι επίμονα ερωτήματα, που ολόκληρη ζωή δεν έτυχε, ή δεν είχε τολμήσει, να της απευθύνει. Όχι μονάχα από δική του ανασφάλεια ή από σεβασμό για την προσωπική της ιστορία. Δεν το είχε κάνει για να μην την πληγώσει πιο βαθιά, έτσι εύθραυστη που είχε αποδειχθεί η μάνα του. Κι άρχισε ένα νοερό, έναν απελπισμένο διάλογο μαζί της, με το μυαλό του καρφωμένο πάντα στις πολεμικές επιχειρήσεις: «Τι είναι, μάνα, ο πολιτισμός;». Ρητορικό και κάλπικο του φάνηκε, έτσι διατυπωμένο, το ερώτημα, μα κάτι τέτοιες ερωτήσεις, απλές κι ίσως αναπάντητες, απαιτούν μια ρητορεία, μια μαλαγανιά. «Και τι μια εξέγερση, για πες μου», συνέχισε πιο σοβαρός. «Είναι δυνατόν να μη διαφέρει το σήμερα από το χθες; Αν δεν υπάρχει επανάληψη στην Ιστορία, όπως εσύ μου έλεγες, τότε δεν μπορεί να υπάρχει επανάληψη ούτε στις διαμαρτυρίες, ούτε στις εξεγέρσεις —έτσι δεν είναι, μάνα;».

Πήρε βαθιά ανάσα, πήρε θάρρος. «Το ξέρετε, το ξέρεις μέχρι κι εσύ, η αναμάρτητη, το Πολυτεχνείο σας υπήρξε μια χαμένη πια στον χρόνο, μια ιερή ωστόσο εξέγερση, που σε πολλά προδόθηκε. Και ας ακολούθησε τη Χούντα ένα δημοκρατικό πολίτευμα, κι ας ήταν αυτό πάρα πολύ καλό —όμως για ποια δημοκρατία μιλάμε, μάνα, σήμερα; Εξαντλείται μόνο σε μια εκλογική διαδικασία η δημοκρατία; Μέσα από τα δυο μεγάλα κόμματα, που εναλλάσσονται στην εξουσία, δεν καταστράφηκε η χώρα; Όχι ότι δεν φταίει και η Αριστερά, η κοινοβουλευτική εννοώ, όντας αντιπολίτευση είχε κι αυτή τον ρόλο της, δεν κυβέρνησε ωστόσο. Το ξέρεις όμως κι εσύ η ίδια, μάνα, ποτέ μια καταστροφή δεν μοιράζεται σε ίσα ακριβώς μερίδια, δεν είναι μερίδα φαγητού από τσουκάλι εστιατορίου. Καταστράφηκαν οι πιο πολλοί, ανάμεσά τους οι πιο αθώοι και οι πιο αδύναμοι, ενώ τα λαμόγια δεν χάσανε ούτε μια δεκάρα, ή χάσανε όσο γινότανε λιγότερα, κάποιοι μπορεί και να έγιναν πιο πλούσιοι πατώντας πάνω στους ταπεινωμένους.

»Πώς, λοιπόν, να μην ξεσηκωθεί ο κόσμος, μάνα, μέσα σε τούτη την πρωτοφανέρωτη καταστροφή της χώρας; Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που ξεσηκωθήκατε κι εσείς τότε, πριν από μισό αιώνα —πες μου ειλικρινά, πιστεύεις πως αυτό θα ήταν δυνατόν, μάνα; Κι ας μην είναι στρατιωτική δικτατορία, που κι εγώ το πιστεύω πως δεν είναι, όμως σκέψου το λιγάκι, μάνα, γι' αυτήν εδώ τη δημοκρατία των ολίγων και των πλούσιων, γι' αυτήν εδώ την παντοδυναμία του χρήματος, που καταστρέφει τους λαούς της Ευρώπης, που καταργεί όσα κερδήθηκαν σε μακρούς κοινωνικούς αγώνες με το αίμα —πες μου, γι' αυτά πνιγήκατε τότε στο αίμα; Δεν μπορώ να το πιστέψω. Άλλωστε και τότε, στην αφάνταστα παλιά δική σου εξέγερση, παρά το γεγονός πως ζει ακόμη η γενιά σου, βάλατε κι εσείς φωτιές καταμεσής στους δρόμους, είχατε επίσης πυρπολήσει αυτοκίνητα, τρόλεϊ, κάδους και ό,τι άλλο βρέθηκε μπροστά σας, για να ορθώσετε οδοφράγματα στους δρόμους. Συμφωνώ, εκεί σταματήσατε, ούτε πυρπολήσεις σε κτήρια-σύμβολα, σε τράπεζες και μαγαζιά, ούτε λεηλασίες από τα μπουλούκια, και προπαντός κανείς άλλος νεκρός εκτός από τους ήρωες που αντιστάθηκαν. Αλλά μπορεί ποτέ να ξανασυμβεί το ίδιο, μάνα; Όλα δεν είναι τώρα διαφορετικά; Απάντησέ μου και σε τούτο, μάνα, κάθε διαφορετική εξέγερση δεν περιέχει κατά κάποιον τρόπο και μια διαφορετική καταστροφή; Μάνα, δες με, μεγάλωσα επιτέλους. Ή μήπως διαφωνείς επειδή σε ρωτάω τούτη τη στιγμή, έχοντας στο χέρι τα δικά μου όπλα απέναντι στο τέρας, ενώ σε άλλες, πιο ειρηνικές στιγμές και συζητήσεις, θα μπορούσες ακόμη και να συμφωνήσεις; Τι είναι το κάψιμο ενός κινηματογράφου, μάνα, που κι εγώ τον είχα κάποτε χαρεί, μπροστά στις δεκάδες αυτοκτονίες ανθρώπων τα τελευταία τούτα χρόνια, στη ζωή όσων καταστράφηκαν, όσων βγήκαν να ζήσουνε στους δρόμους, όσων γέρων ζούνε σαν ζητιάνοι από τις συντάξεις τους, όσων νέων χάνονται άνεργοι εδώ ή φεύγουν να χαθούν για τα καλά στα ξένα; Και μη μου πεις ότι σου κάνω κήρυγμα, απλά τον πόνο του δικού μου του καιρού σού περιγράφω. Μεγάλωσα πια, μάνα».

Βούρκωσε, ένα πεισματωμένο αγόρι. Γιατί το ένιωθε, εκείνο που εναγώνια της ζητούσε πίσω από τον καταιγισμό ερωτημάτων, δεν ήταν βέβαια η απάντησή της για τον τρόπο που μαχόταν. Την απάντηση την ήξερε, δεν θα συμφωνούσε η μάνα του μαζί του. Η συγγνώμη της ήταν εκείνο που ζητούσε, αλλά η μάνα του αρνιότανε να του τη δώσει. Και φοβόταν πως η απόρριψη της μάνας του για τη σημερινή βία των εξεγέρσεων, βαθμιαία θα την οδηγούσε και στη δική του απόρριψη. Κλοτσούσε σ' αυτή την ιδέα, επιμένοντας να θεωρεί τον εαυτό του και τις πράξεις του σαν μια φυσική συνέχεια της μάνας του, σωματική και ιστορική συνέχεια. Η δική του όμως μάνα θα όφειλε τουλάχιστον να τον ακούσει, αν όχι και να σεβαστεί την άποψή του. Επειδή κι εκείνος, όταν μπήκε στην οργάνωση, την απαρνήθηκε στα φανερά, μα δεν την έβγαλε ποτέ από την καρδιά του. Ωστόσο τίποτε δεν γνώριζε, τίποτε δεν ήταν δυνατόν να ξέρει, ούτε για τη φανερή απόρριψή της ούτε για την κρυφή αφοσίωσή του η μάνα του.

[...]


Από το μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη Η άκρα ταπείνωση (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2015)

___________________________


Πηγή για την εικόνα: εδώ


Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

Γιώργος Ιωάννου, Μαδέρια στο πέλαγος


Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «ΑΝΤΙ» (τεύχος 142, σελίδα 12). Πρόκειται για συμβολή του Γιώργου Ιωάννου στο αφιέρωμα του περιοδικού στον Νίκο Καββαδία.

Τώρα που ο φίλος Στρατής Τσίρκας ζωντανεύει κάθε τόσο στο «ΑΝΤΙ» στιγμές από τη φιλία του με το Νίκο Καββαδία, νιώθω κι εγώ ζωηρά την ανάγκη να μιλήσω για τη γνωριμία μου με τον χαμένο ποιητή, μα διστάζω κάπως, γιατί τα όσα έχω να πω είναι φτωχικά, δεν είναι τίποτε σχεδόν, δεν μπορούν να αποτελέσουν καμιά ιδιαίτερη συμβολή για τη συμπλήρωση της εικόνας του και μάλλον θα καταλήξω, φοβάμαι, να μιλήσω πιο πολύ για τον εαυτό μου παρά για κείνον. Ωστόσο επειδή θέλω οπωσδήποτε να κάνω λόγο για τον αγαπημένο μου ποιητή, θα συμμαζέψω εδώ ό,τι έχω και δεν έχω σχετικά μ' αυτόν και θα το εκθέσω με τον τρόπο μου.

Ποιήματα του Νίκου Καββαδία πρωτοδιάβασα στην Ανθολογία του Αποστολίδη τρία τέσσερα χρόνια μετά τον πόλεμο. Ο τόνος και η ποιότητά τους με συνάρπασε αμέσως. Ήμουν φοιτητής της Φιλολογίας στη Θεσσαλονίκη —φοιτητής χωρίς ούτε ένα δικό μου βιβλίο στο σπίτι μου— και ανακάλυψα την Ανθολογία τρυπωμένη στο λεγόμενο φοιτητικό αναγνωστήριο, ένα μακρόστενο αχούρι, όπου διάβαζαν αντικριστά εκατοντάδες φοιτητές απ' όλες τις Σχολές, στριμωγμένοι ελεεινά και τρισάθλια. Πάντως, έστω και εκεί, μπορούσες, αν εξασφάλιζες την εμπιστοσύνη του ταλαίπωρου βιβλιοθηκάριου, ψάχνοντας στα υψηλά ράφια της βαρυσκονισμένης βιβλιοθήκης να ανακαλύψεις ενδιαφέροντα βιβλία, όχι βέβαια από αυτά που είχαν οριστεί για τις εξετάσεις —αυτά γίνονταν συνεχώς ανάρπαστα μια και ελάχιστοι φοιτητές είχαν στα σπίτια τους βιβλιοθήκες. Η Ανθολογία, ευτυχώς, για τις εξετάσεις δεν ήτανε. Ούτε η εγκληματολογία του Λομπρόζο ήτανε, ούτε η Βιολογία του Λυσένκο, ούτε το Έγκλημα και Τιμωρία, ούτε το Συμπόσιο του Πλάτωνος, ούτε οι κωμωδίες του Αριστοφάνη. Όλα αυτά ανακατωμένα, και όπως πρόφταινα, τα διάβαζα και τα ξαναδιάβαζα με φοβερή όρεξη. Άφηνα το ένα κι έπιανα τ' άλλο, τα συνέπλεκα μέσα μου. Κι ακόμα, διάβαζα ό,τι μπορούσα για τον υπαρξισμό και τους υπαρξιστές, που τα δόγματά τους και τα καμώματά τους πολύ με μεθούσαν. Κι ακόμα με μεθούν, εδώ που τα λέμε.

Αλλά τα ποιήματα του Καββαδία που υπήρχαν στην ισχνή ακόμα Ανθολογία ήταν εξαιρετικά λιγοστά, όπως ακόμα και του Καβάφη και του Σεφέρη. Γι' αυτούς όμως ήξερα πολλά πράγματα, παρακολουθούσα από την αρχή της την «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», που υπηρετούσε τη γενιά του Τριάντα και τους αγαπημένους της συγγραφείς, ενώ για τον θαυμάσιο Καββαδία κανένας δεν βρισκόταν να μας πει μια κουβέντα.

Από τον ποιητή Χριστιανόπουλο έμαθα, νομίζω, πως τα βιβλία του Καββαδία «Μαραμπού» και «Πούσι» υπήρχαν στη Δημοτική Βιβλιοθήκη, αυτήν που είχε οργανώσει περίφημα ο ποιητής Βαφόπουλος. Έτρεξα, λοιπόν, για τα βιβλία, μα άδικα το τρέξιμο. Τα έβρισκες κι εδώ πολύ εύκολα, το φοιτηταριό δεν τα ζητούσε. Και ήταν κάτι υπέροχες εκδόσεις, προπολεμικές, κατάστικτες από διακόσμηση σαν τίποτε τατουάζ. Πήρα ένα τετράδιο και αντέγραψα τα ποιήματα, που χωρίς καλά καλά να το καταλάβω τα έμαθα απέξω. Το ίδιο έγινε και με τη μετάφραση του Σεφέρη στην «Έρημη Χώρα» του Θ.Σ. Έλιοτ.

Έλεγα και ξανάλεγα με κρυφή απόλαυση τους στίχους του Καββαδία κι ένιωθα την πραγματικότητα —την πολύ σκληρή τότε πραγματικότητα— κάπως να υποφέρνεται. Εκείνο που μ' έθελγε περισσότερο ήταν αυτή η τόσο ταιριαστή με τον κόσμο των ποιημάτων του μουσικότητα, ο ρεμπέτικος κάπως τόνος που αναδίνεται, θαρρείς, μέσα από τα ίδια τα πράγματα, τοπωνύμια και καράβια και λιμάνια και απλά μα δυνατά μεράκια των ναυτικών. Ούτε που πήγαινε ο νους μου στην επιδίωξη καμιάς παρόμοιας ζωής, μολονότι μια συμφοιτήτριά μου, κόρη καπετάνιου και πιθανώς τσιμπημένη μαζί μου —όλα συμβαίνουν καμιά φορά— μου τριβέλιζε συχνά το μυαλό με κουβέντες σαν αυτές: «Θα σε πάρει ο μπαμπάς μου στο καράβι και θα σε κάνει δεύτερο καπετάνιο του». «Με το πτυχίο της φιλολογίας;», της έλεγα. «Αμέ, γιατί όχι;», επέμενε εκείνη. «Δεν είσαι καλά, κοπέλα μου», της είπα στο τέλος και το 'κοψε.

Δεν είχα τάσεις φυγής, ούτε και μπορούσα να έχω, όπως δεν παρουσιάζει τέτοιες τάσεις ούτε και ο Καββαδίας. Αυτά, πως είναι ποιητής της φυγής, και μάλιστα σε τόπους εξωτικούς, είναι ακρισίες των διαφόρων τζιτζιφιόγκων της φιλολογίας, που με το μυαλό τους «χτίζουν ανώγεια και κατώγεια» και οι οποίοι τον περιφρονούν, τον περιφρονούσαν μάλλον, αγρίως, γιατί δεν έχει, λέει, πνευματικές ανησυχίες. Οι μπουρμπουλίθρες αυτές, που μπερδεύουν τη θολούρα με τις πνευματικές ανησυχίες, θέλουν όλους να τους κάνουν όμοιους με τον εαυτό τους και τους υποταχτικούς των.

Ο Καββαδίας εμπνεόταν από την ίδια τη ζωή του. Αυτή ήταν η ζωή του, η δουλειά και η διασκέδαση του ναυτικού στα λιμάνια και στις θάλασσες. Δεν έγραψε ο Καββαδίας για πράγματα που από το κρεβάτι του ονειρευόταν —γιατί αυτό είναι φυγή. Άλλο τώρα, αν η αγάπη του προς τη θάλασσα και τη λιμανίσια περιπέτεια τον έσπρωχνε με τη φαντασία και σε άλλα μέρη, άγνωστα και πιο εξωτικά, όπου με το σώμα του δεν είχε φτάσει. Αλλά τουλάχιστο ήξερε τις αναλογίες τους. Ο Καββαδίας αν μπορεί να χαρακτηρισθεί για τάσεις φυγής, μόνο για φυγή, για τρύπωμα, προς την Αθήνα, όπου το σπίτι του και οι φίλοι του, μπορεί να χαρατηρισθεί.

... Οι μαθήτριες σχόλασαν του Ωδείου.
Φωτεινές ρεκλάμες της οδού Σταδίου.
Γέφυρα βρεγμένη σκοτεινή.

Δεν είναι, λοιπόν, ξαναλέω, ο Καββαδίας ποιητής της φυγής, μα ποιητής της σκληρής ζωής του, που την αγαπούσε όμως παράφορα. Κι ούτε έκαμνε αυτή τη ζωή για να φύγει, να ξεφύγει από κάποιαν άλλη, όπου είχε δήθεν περιπέσει σε αδιέξοδο. Αυτό ήθελε ο άνθρωπος να κάνει και αυτό έκανε. Έγινε ναυτικός, ασυρματιστής στα καράβια: Μαρκόνης. Και έγινε λατρευτής, προσκυνητής στα λιμάνια, όπου με απόλαυση κάθε φορά έφτανε. Δυστυχώς, ακόμα κι ο καλός πεζογράφος Βασίλης Λούλης, ο άλλος ναυτικός της λογοτεχνίας μας, δεν μπόρεσε τον Καββαδία να τον καταλάβει —αυτή τη μέθη του από τη ναυτική ζωή. Και τον κατηγορεί πως παραποιεί το σκληρό ναυτικό επάγγελμα και τη στερημένη ζωή του ναύτη. Ο καθένας από την εσωτερική σκοπιά του, αυτό είναι κι εδώ το μυστικό.

Είναι βαριά ερωτική η ποίηση του Καββαδία, σαν μοσκοβολιά απόκρυφων μελών νεανικού κορμιού. Και ναρκώνει.

Με τα ποιήματα, τα διαβάσματα και τα τρανέματα, ο καιρός μας περνούσε, και ο εμφύλιος φούντωνε. Μέρα τη μέρα περιμέναμε να ντυθούμε φαντάροι. Όταν τελικά ντυθήκαμε, ο εμφύλιος ευτυχώς είχε λήξει, μα βέβαια το πνεύμα του ζούσε και βασίλευε. Τότε, στη διάρκεια της βασικής εκπαίδευσης, έγινε —τι έγινε; δημιούργησα— μια ιστορία σχετική με την ποίηση του Καββαδία, που ποτέ μου, όταν αργότερα τον γνώρισα, δεν κατάφερα να του την αφηγηθώ, μολονότι πολύ το ήθελα.

Από την Κόρινθο, όπου εκπαιδευόμασταν, μας φέρνανε τμηματικά στο Χαϊδάρι κι από κει πάλι μας προωθούσαν κάπου στη Γλυφάδα, σ' ένα κέντρο επιλογής αξιωματικών. Στη Γλυφάδα μάς έντυναν αμέσως, με μια φόρμα, που είχε μπρος και πίσω ένα μεγάλο νούμερο, που αυτό πια ήταν το όνομά μας, και μας κρατούσαν εκεί δυο μέρες υπό παρακολούθηση. Εγώ ποτέ, σε καμιά στιγμή, δεν θέλησα να γίνω αξιωματικός, γι' αυτό έκαμνα το κέφι μου μη λογαριάζοντας τίποτε. Αλλά έλα που ήμουν ο μοναδικός πανεπιστημιακός πτυχιούχος από όλη εκείνη την ογδοντάδα... Γι' αυτό προσπαθούσανε, ντε και καλά, παρά τα ξεγλιστρήματά μου, να με κάνουν.

Ανάμεσα στ' άλλα κατορθώματα που έπρεπε να πραγματοποιήσουμε, κάποια στιγμή είχαμε να κάνουμε και μια ομιλία, έτσι εκ του προχείρου. Αυτό κρινόταν απ' όλους, ιδίως από εκείνους που σκαρφάλωναν στα σκοινιά και έκαμναν το ασύλληπτο για μένα μονόζυγο, ως το πιο δύσκολο αγώνισμα. Η εκ του προχείρου ομιλία επλανάτο από πάνω μας σαν απειλή και γινόταν ακόμα τρομερότερη, καθώς δεν ξέραμε ποια ακριβώς στιγμή θα μας τη ζητήσουν. Τι να πεις; για ποιο πράμα να πεις; τι έχουμε εμείς να πούμε; λέγανε οι πιο νταβραντισμένοι. Εγώ φυσικά χαιρόμουνα. Ανήκα σε μια μικρή ομάδα με τρεις τέσσερις ακόμα φαντάρους και ένα λοχαγό. Μέσα σ' ένα τολ ήρθε ξαφνικά και η σειρά της περίφημης ομιλίας. Λέγει ο λοχαγός σ' έναν κωμικό στην εμφάνιση φαντάρο: «Πες μας κάτι, εσύ, μίλησέ μας για ένα θέμα, σαν να είμαστε μια μεγάλη ομάδα και σε ακούμε». Αυτός κάτωχρος ψέλλισε κάτι ασυναρτησίες και σώπασε. Ήταν φανερό πως θεωρούσε κατόρθωμα αυτό που είχε κάνει. Στο μεταξύ εμένα ο νους μου είχε κολλήσει στα ποιήματα του Καββαδία και δεν ξεκολλούσε με τίποτε. Τα θυμόμουν ένα προς ένα πολύ καλά και ήθελα μέσα σε κείνη την ελαφρώς ανεκδιήγητη κατάσταση να μιλήσω γι' αυτά και τον ποιητή τους. Μου λέει σε μια στιγμή ο λοχαγός: «Πες μας τώρα κι εσύ κάτι». Αρχινάω, λοιπόν, για τον Καββαδία και δεν έλεγα να σταματήσω. Τι βιογραφικά, τι στίχους, τι αναπτύξεις, τι συσχετισμούς! Με κοίταζαν οι άλλοι κατάπληκτοι μα και τρομοκρατημένοι. «Τι λέει αυτός ο παλαβός;» Γιατί εγώ δεν έκαμνα οικονομία στα λόγια μου, ούτε και απέφευγα στίχους του Καββαδία που θα μπορούσαν να παρθούν κατά λέξη από εκείνο το άμαθο στα λογοτεχνικά —και μόνο στα λογοτεχνικά;— κοινό... Άρχισα από το ποίημα «Μαραμπού»:

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί,
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο...

Τα μάτια του λοχαγού άστραψαν, σαν να άκουσε κάτι που το έβαζε κιόλας με τον νου του. Δεν είπε όμως τίποτε˙ με άφησε να συνεχίσω.

Ακόμη, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό...

Εδώ , στα μάτια του λοχαγού πέρασε ένα βαθύ γέλασμα. Κατάλαβε πως δεν αποτελούσαν έμμεση ομολογία αυτοί οι στίχοι. Εγώ ένα καλόπαιδο, κατάλευκο και αφράτο, δεν έμοιαζα καθόλου για άνθρωπο ικανό να τραβάει χασίσι και κοκό. Αλλά ο προλαλήσας συνάδελφός μου, ο ευφραδέστατος εκείνος σκουράντζος, είχε σκύψει και δεν με κοίταζε. Το σκύψιμό του ήταν, η γη να τον καταπιεί. Όταν πια ξεστόμισα και τ' άλλο:

Το πειρατικό του Captain Jimmy,
που μ' αυτό θα φύγετε κι εσείς,
είναι φορτωμένο με χασίς
κι έχει τα φανάρια του στην πρύμη...

Οι φαντάροι είχαν χαθεί ολότελα στους πάγκους των. Παιδιά από χωριά άγρια τσαλαπατημένα από καταβολής ελληνικού κράτους, νόμιζαν πως όπου να 'ναι θα διαταχτεί η εκτέλεσή μου και θα πάρει η μπάλα άδικα κι αυτούς. Κι όχι τίποτε άλλο, αλλά δεν θα γινόντουσαν και αξιωματικοί, πράγμα για το οποίο τους έπιανε ίλιγγος μεγαλείου. Όμως ο λοχαγός, ένας συμπαθέστατος τριαντάρης, ψημένος από τις επιχειρήσεις μα κατά βάθος αβρός, με τα μάτια χαμηλά αλλά κάπως σαν φωτισμένα, δεν έκανε κανένα απολύτως σχόλιο. Προχώρησε στους άλλους περίτρομους, που δεν θυμάμαι, αν είπαν ή δεν είπαν κάτι.

Όσο για μένα ήμουν πανευτυχής. Είχα κάνει την πρώτη μου ομιλία από στήθους —και μάλιστα για την ποίηση αγαπημένου ποιητή— ντυμένος με μια φόρμα που έφερνε τον αριθμό 76, με υπόκρουση το βουητό των αεροπλάνων από το κοντινό Ελληνικό και ακροατήριο όχι και τόσο ευκαταφρόνητο, όσο θα νόμιζε κανείς. «Εἷς, ἐμοί μύριοι», λέει το παλιό ρητό. Και αυτός ο «Εἷς» υπήρχε. Όταν συνέβαιναν αυτά ο Καββαδίας πρέπει να ήτανε 41 χρονώ.

Εξακολουθούσα να μην γνωρίζομαι μαζί του, μα ολοένα μάθαινα νεότερα γι' αυτόν. Γράφοντας το «Φιλότιμο» έβαλα σε κάποιο από τα πεζά ως τίτλο έναν στίχο του: «Κάτω στις ακτές της Αφρικής». Ζούσα πραγματικά πια στις ακτές της Αφρικής, στη Βεγκάζη της Λιβύης... Ανάμεσα σε ναυτικούς και λιμενιάρηδες. Μόνο που εγώ ήμουν κι εκεί ένας δασκαλάκος, καθηγητάκος έστω. Το ίδιο κάνει.

Τον πρωτοείδα το 1968, μέσα στη δικτατορία, όταν κατέβηκα στην Αθήνα να διαβάσω ανέκδοτα πεζά μου στο Ινστιτούτο «Γκαίτε». Μας μάζευε τότε εκεί ο αναντικατάστατος Γιοχάννες Βάισερτ, σφοδρός αντιφασίστας. Με παρουσίασε ο Γιώργος Σαββίδης και με έγνεφε από κάτω ενθαρρυντικά ο Στρατής Τσίρκας. Ήτανε πάρα πολλοί φίλοι στην αίθουσα. Ο Καββαδίας ήρθε στο διάλειμμα, ανάμεσα στην ανάγνωση και τη συζήτηση, και με φίλησε σταυρωτά. Ήταν πιο κοντός από μένα. Και γενικά, όσο κι αν ήμουν προειδοποιημένος από τις περιγραφές και τις φωτογραφίες, διεπίστωσα πως κάθε άλλο παρά με τύπο σκληρού ναυτικού έμοιαζε. Είχε κάτι το κάπως στρογγυλό ο Καββαδίας, που έδειχνε οπωσδήποτε συναισθηματικό άνθρωπο. Το πρόσωπό του και ιδιαίτερα τα μάτια του είχαν κάτι το γελαστό, το ζωηρά χαμογελαστό μάλλον, και η φωνή του ήταν γλυκιά, χαμογελαστή κι αυτή, θα έλεγα. Φαίνεται πως ήταν άνθρωπος που έκαμνε πολλά αστεία και είχε να πει πάντοτε πολλά τα νόστιμα. Σε μια μαγνητοταινία που έχω ακούσει στο σπίτι της οικογένειας Καραγάτση και όπου διηγούνται διάφορα ευτράπελα ο Καραγάτσης, ο Τσαρούχης και ο Καββαδίας, ο τελευταίος διακρίνεται για το κέφι του και τις διάφορες μιμήσεις φωνών και προσώπων. Χάρηκα τότε στο «Γκαίτε» πολύ περισσότερο την παρουσία του Καββαδία απ' ό,τι λυπήθηκα για την απουσία του Σεφέρη, που μας είχε ειδοποιήσει ότι θα έρθει αλλά δεν ήρθε. Τον Σεφέρη, άλλωστε, τον ήξερα και με ήξερε, ενώ τον Καββαδία όχι.

Μετά από τη συζήτηση πάνω στα κείμενά μου, όπου από την τρομάρα μου ήμουν απελπιστικά ολιγόλογος πήγαμε, μας πήγε μάλλον ο γαλαντόμος Γιώργος Σαββίδης, σε ένα εστιατόριο, δεν ξέρω πού ακριβώς, για να συμφάγουμε. Ερχόταν και ο Καββαδίας μαζί μας. Με βαθιά ευχαρίστηση βάδιζα κοντά του και άγγιζα τον ώμο του με το σώμα μου. Πρέπει να το ένιωθε. Κατά τη διάρκεια του δείπνου, μου άλλαζαν κάθε τόσο θέση, για να βρεθώ με όλους για λίγο από κοντά. Ήμουν δα το τιμώμενο πρόσωπο. Αθηναϊκά τερτίπια, υπέροχα... Όταν κάθισα δίπλα στον Καββαδία, κάποια στιγμή μου λέει: «Είσαι παντρεμένος;». «Όχι», του απαντώ. «Βάστα γερά», μου κάνει, «αγάντα!». «Δεν χρειάζομαι παροτρύνσεις», του λέγω. Και του διηγήθηκα την ιστορία με τη συμφοιτήτρια, την κόρη του καπετάνιου. Γέλαγε με ευχαρίστηση. «Γλίτωσε η ναυτιλία μας από ένα σίγουρο ναυάγιο», είπα. Γέλαγε αλλά δεν σχολίαζε. Ήταν τρυφερός.

Όταν το '71 εγκαταστάθηκα μόνιμα στην Αθήνα, με πήρε σε λίγο ένας φίλος της παρέας του στο τηλέφωνο και μου είπε, όταν θέλω, να πηγαίνω να τους βρίσκω. Αυτό ήταν, βέβαια, μια πολύ τιμητική πρόσκληση, μια και αυτοί δεν σήκωναν ψευτοδιανοούμενους. Εγώ όμως υπηρετούσα τότε σε εσπερινό σχολείο και δεν μου ήταν εύκολο να ανταποκριθώ. Ύστερα το λησμόνησα, καθώς υποφέρω, όταν χάσω έστω και μια νύχτα από τη μοναξιά μου.

Βρήκα ένα μεσημέρι τον Καββαδία πίσω απ' την Ακαδημία, εκεί στα λεωφορεία. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς είπαμε. Μάλλον τον μάλωσα που δεν κάθεται να γράψει περισσότερα. Μου είπε να πηγαίνω μαζί τους και ότι όπου να 'ναι μπαρκάρει. Δεν πήγα, κι εγώ είμαι που έχασα. Έτσι με κυνηγούσε κάποτε κι ο Θέμελης στη Θεσσαλονίκη, αλλά εκείνος στο τέλος με γράπωσε και μ' έκανε θαμώνα του «Αχιλλέα».

Ξαναείδα τον Καββαδία μετά τη μεταπολίτευση, μια μέρα που υπογράφαμε σ' ένα δικηγορικό γραφείο για να μην επανέλθουν οι Γλύξμπουργκ. Ήταν πιο μπροστά στη σειρά από μένα. Χαιρετηθήκαμε από μακριά. Φεύγοντας αυτός, μιλήσαμε. Ήτανε μια χαρά, στα κέφια του. Δεν τον ξαναείδα. Τον άκουσα όμως λίγες μέρες προτού πεθάνει.

Μια νύχτα κατά η ώρα μιάμιση χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ήταν ένας παλιός μαθητής μου από την Κασσάνδρα, που βρισκόταν εδώ στην Αθήνα και θυμήθηκε η ώρα μιάμιση τη νύχτα να με πάρει. Καθώς είχα παιδευτεί ώσπου να πιάσω στα σκοτεινά το τηλέφωνο, μιλούσα και ήμουν μες στα νεύρα. Μου λέγει ο μαθητής: «Μαζί μας είναι και ο Νίκος Καββαδίας. Θέλει να σας μιλήσει». Αμέσως ξεθύμωσα. Κατάλαβα γιατί με πήρε το παιδί. Είχε γίνει λόγος για μένα, είπε ο νεαρός ότι με είχε καθηγητή, και αποφάσισαν να με πάρουν. Λέω του Καββαδία, έτσι για να δώσω κάποιο έναυσμα: «Πότε θα βγάλεις άλλα ποιήματα;». Και ήμουν βέβαιος πως θα έλεγε ότι θ' αργήσει ακόμα. «Τυπώνω», μου λέει, «στον Κέδρο. "Τραβέρσο" είναι ο τίτλος». «Σε παρακαλώ», του λέω, «να βάλεις κι εκείνο το ποίημα που είχες στα "Ελεύθερα Γράμματα" το 1945. Είναι καλό, να το βάλεις. Αν θέλεις να σου το στείλω, έχω το περιοδικό». «Ναι», μου απαντάει, «θα το βάλω. Στο υπόσχομαι. Δεν το έχω περιλάβει στο "Τραβέρσο", αλλά θα το δώσω».

Είναι ένα ποίημα με τίτλο «Αντίσταση», χαρισμένο στη Μέλπω Αξιώτη. Πολύ δυνατό, νομίζω. Αντιγράφω την πρώτη στροφή:

Στο παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οι στεριές.
Πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβηούν κι εκείνα.
Θάλασσα τρώει το βράχο απ' όλες τις μεριές.
Μάτια λοξά και τ' αγαπάς: Κόκκινη Κίνα.

Σε λίγες μέρες ο Νίκος Καββαδίας ξαφνικά πέθανε. Στην κηδεία του ήταν κόσμος πολύς, συγκινημένος, κι ένας ωραίος νεαρός επίσκοπος, ντυμένος με τα χρυσά μα πολύ γήινος. Ταίριαζε η βυζαντινή πολυτέλειά του και τα φυλακισμένα νιάτα του με τη ρομαντική αμαρτωλή ποίηση του Νίκου Καββαδία, την οποία μάλλον θα είχε υπόψη του. Φαινόταν ταραγμένος.

Όσο για το ποίημα δεν το 'βαλε. Δεν πρόλαβε, δεν θέλησε —δεν ξέρω. Έχω την εντύπωση πως το φοβόταν. Το «Τραβέρσο» κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του. Εγώ, πάντως, μόλις πέθανε, πήγα και είπα για τη συνομιλία μας, όπου έπρεπε. Τους ανάφερα και τη στιχομυθία, αλλά δεν έγινε τίποτε. Είναι πολλοί οι παράγοντες σ' αυτές τις περιπτώσεις και απόλυτη η σιωπή από την άλλη μπάντα.
Σε μια εποχή ποιητικού πληθωρισμού και βαρεμάρας, ο Νίκος Καββαδίας ήταν ένας από τους αληθινούς ποιητές, από τους ελάχιστους γνήσιους που έχω γνωρίσει.


Από τη συλλογή κειμένων με τίτλο «Επτά κείμενα για τον Νίκο Καββαδία» που επιμελήθηκε η Άντεια Φραντζή και εκδόθηκε στην Αθήνα το 1982 από τις εκδόσεις Πολύτυπο. Τα κείμενα της συλλογής έγραψαν ο Αλέξανδρος Αργυρίου, ο Γιώργος Ιωάννου, ο Στρατής Τσίρκας και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.




Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

Κωστής Παπαγιώργης, Ο ιησουιτισμός της συμπάθειας



Ο ιησουιτισμός της συμπάθειας


Γιατί η δυστυχία του άλλου σταλάζει πάντα μέσα μας την ηδονή; Όσο δικολαβίστικη κι αν φαίνεται αυτή η απορία και έτοιμη να γενικεύσει τη νοσηρότητα μεμονωμένων καταστάσεων, ουσιαστικά ξεκινάει από ένα καθημερινό βίωμα που μάταια πασχίζουν να μεταμφιέσουν τα επιδέξια χέρια της ηθικής. Πίσω από την ανομολόγητη αγαλλίαση που προκαλεί η κακοτυχία των άλλων -ακόμα και των πιο κοντινών μας- ο Αριστοτέλης είχε το σθένος να αναγνωρίσει τη σύγκριση. Η χαρά του άλλου με καθιστά υποδεέστερο, η δυστυχία του ισχυρότερο. Έτσι, με οδηγό αυτό τον ανήθικο λογιστή, διαμορφώνεται μια συμπεριφορά που ενισχύει απλόχερα κάθε μορφή ατομικισμού και εγωισμού.

Φυσικά δεν λείπουν οι εκφράσεις της συμπάθειας: συνδρομή και συμπαράσταση που συχνά εκδηλώνονται με τρόπους που δεν αφήνουν περιθώρια για υποψίες. Εκεί τα δάκρυα, οι περιπαθείς περιπτύξεις, οι μεγαλόστομες υποσχέσεις, οι συλλυπητήριες εξάρσεις που είναι πρόθυμες ακόμα και να βάλουν το εγώ τους ενέχυρο. Αλλά, όπως το θαλασσινό νερό δεν ξεδιψάει ούτε λευκαίνει, ο παθών γνωρίζει ότι παρόμοιες προσφορές όχι μόνο είναι ασύστατες, αλλά ότι παίζουν σε βάρος του μια ένοχη παρωδία.

Με τερπνό σαρκασμό ο Νίτσε περιέγραψε τον «ενθουσιασμό» που προκαλεί το ξένο πάθημα. «Είναι συφοριασμένος, και να που καταφθάνουν οι "συμπαθούντες" για να του περιγράψουν τη συμφορά του -στο τέλος βέβαια θα φύγουν ικανοποιημένοι και ενθουσιασμένοι: χόρτασαν με τον τρόμο του παθόντος, σάμπως να ήταν δικός τους, και έτσι πέρασαν ένα όμορφο απόγευμα» (Αυγή, τέταρτο βιβλίο, σ. 224).

Πράγματι, όταν η συμφορά δεν έχει εμάς για στόχο, όχι μόνο μας δωρίζει ένα ευχάριστο απόγευμα, αλλά μας δίνει τη σπάνια ευκαιρία να πάρουμε όλες τις άδηλες εκδικήσεις που απαιτεί η αιμοβορία των ενστίκτων. Μπροστά στο φέρετρο καταφάσκουμε πανηγυρικά στην άτρωτη ύπαρξή μας. Μπροστά στη χρεοκοπία επιβεβαιώνεται η ορθή τακτική μας. Μπροστά στην αρρώστια επικυρώνεται η ισχύς μας.

Να γιατί πάντα στις εκφράσεις της συμπάθειας υπάρχει ένα στοιχείο έξαρσης, ενώ τα συγχαρητήρια καλύπτονται από μια σκιά απροθυμίας. Με τον μυστικό αταβισμό που διέπει πάθη και συγκινήσεις, το συγχαίρειν και το συλλυπείν κρατούν κάτι από την αρχέγονη σχέση του ζωντανού με τον πεθαμένο, του νικητή με τον νικημένο, του ισχυρού με τον ανίσχυρο.

Και η τρωκτική αυτή σχέση φτάνει στο κατακόρυφό της, όταν ο εκλεπτυσμένος σαδισμός της συμπάθειας κάνει το παν για να διαψεύσει τον εαυτό του. Επικαλείται το ηθικό του κύρος, γίνεται αφηγητής, γονατίζει μπροστά σε ανθρώπους και σε πράγματα, προσφέρει την «πολύτιμη» βοήθειά του, είναι έτοιμος να περπατήσει πάνω στο νερό. Με έναν λόγο η συμπάθειά του ένα μόνο πράγμα εκφράζει: «ευτυχώς που δεν είμαι στη θέση σου».

Η θωπεία που καταλήγει σε στραγγαλισμό, το φιλί που δύσκολα κρύβει τα δόντια, είναι ένα μάθημα που μόνο ο ατάλαντος κόσμος των «ευγενών αισθημάτων» δεν δέχεται να ομολογήσει. Μάθημα σκληρό και στέρεο, όπου ο άνθρωπος δεν ξεχνάει την ανθρωποβόρα καταγωγή του, γι' αυτό και μένει κοντά στις πηγές της ζωής.


Πηγή: Κωστή Παπαγιώργη, Σιαμαία και ετεροθαλή, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1990.



Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

Σταύρος Κουγιουμτζής, Ο ηλικιωμένος κύριος




Σταύρος Κουγιουμτζής, Μικρές πολιτείες (ορχηστρικό)
Δίσκος: Μικρές πολιτείες (1974)


Ο ηλικιωμένος κύριος


Το λεωφορείο ξεκίνησε για το συνηθισμένο του δρομολόγιο. Από επιβάτες, είχε έναν μόνο˙ έναν ηλικιωμένο κύριο. Η ώρα ήταν περασμένη και δεν είχε κίνηση. Στην πρώτη στάση ανέβηκαν δύο νέοι που κάθισαν απέναντί του. Αυτός γύρισε και τους κοίταξε αδιάφορα. Ξαφνικά όμως το βλέμμα του «κόλλησε» στον ένα από τους δύο.

Εκείνος το πρόσεξε και χαμογέλασε κάπως φιλάρεσκα. Το λεωφορείο περνούσε τις άδειες στάσεις, κόβοντας λίγο την ταχύτητα χωρίς να σταματάει.

Ο ηλικιωμένος κύριος συνέχισε να κοιτάζει προς τον νέο, που άρχισε να ενοχλείται και ήταν σαν να 'λεγε από μέσα του: Δε μας παρατάς, ρε μπάρμπα!

Από τη συζήτηση που είχε με τον άλλο, καταλάβαινες ότι ασχολείται με το μπάσκετ. Καθώς μιλούσε έριχνε και καμιά ματιά στον ηλικιωμένο κύριο.

Κάποια στιγμή εκείνος σηκώθηκε, πέρασε από μπροστά τους και στάθηκε στη μεσαία πόρτα του λεωφορείου στηριζόμενος από μια χειρολαβή.

Τότε ο νέος έσκυψε και ψιθύρισε κάτι στον άλλον. Εκείνος γύρισε και κοίταξε τον ηλικιωμένο κύριο, μ' ένα ειρωνικό χαμόγελο... Αυτός, χαμένος στον δικό του κόσμο, δεν κατάλαβε τίποτα.

Στο σπίτι δεν τον περίμενε κανείς. Μπήκε σ' ένα δωμάτιο και κάθισε σε μια πολυθρόνα. Απέναντί του υπήρχε μια μεγάλη δισκοθήκη με Μπαχ, Μότσαρτ, Μπετόβεν και πολλούς άλλους. Πλάι από την δισκοθήκη, ένα πιάνο. Πόσα χρόνια χαμένα, σκέφτηκε. Τόσο πάθος, τόση αγάπη και τόση δουλειά, σκόνταψαν όλα σ' έναν τοίχο˙ στα ακατάλληλά του χέρια. Με τον καιρό, του 'γινε συνήθεια να κοιτάζει τους ανθρώπους, όχι τόσο στα μάτια, όσο στα χέρια. Και πολλές φορές να τους αναγνωρίζει κιόλας από τα χέρια.

Ένα καλοκαίρι στην πλαζ της Αγίας Τριάδας, πολύ παλιά, καθώς σεργιανούσε περπατώντας στην ακτή, τα μάτια του έπεσαν στα χέρια μιας κοπέλας που ήταν ξαπλωμένη στην άμμο. Το πρόσωπό της το είχε σκεπασμένο με μια άσπρη πετσέτα. Στάθηκε μπροστά της αμφίβολος. Ύστερα πρόφερε το όνομα Καίτη, χαμηλόφωνα και διστακτικά, γιατί δεν ήταν και βέβαιος ότι την αναγνώρισε.

Η κοπέλα ακούγοντας αυτό τ' όνομα, τράβηξε την πετσέτα από το πρόσωπό της: ήταν μια συμμαθήτριά του.

Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και άρχισε να βηματίζει μέσα στο δωμάτιο. Για μια στιγμή σταμάτησε μπροστά στο πιάνο. Ύστερα, αργά και μηχανικά, έπαιξε μια συγχορδία... Αυτό που ακούστηκε, δεν ήταν ήχος˙ μια κραυγή ήταν. Μια κραυγή από μνήμες που σαν τρομαγμένα πουλιά έψαχναν για ένα ανοιχτό παράθυρο.

Ένιωσε να χάνεται και ξανακάθισε στην πολυθρόνα. Όταν ύστερα από λίγο συνήρθε, το μυαλό του πήγε πάλι στον νέο του λεωφορείου, μ' εκείνα τα υπέροχα χέρια. Τα χέρια με τα λεπτά, τα μακριά και ευλύγιστα δάχτυλα, τα γεννημένα για τη μουσική και όχι για τα καλάθια του μπάσκετ.

Σταύρος Κουγιουμτζής

Το διήγημα δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Η λέξη, τ. 181, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2004.   


Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Τα πρώτα γράμματα



Τη μέρα που μπήκαν οι Γερμανοί στην Καβάλα, μια ομάδα στρατιωτών με φορτηγά, κατέλαβαν το Δημοτικό σχολείο της γειτονιάς. Έτσι κι αλλιώς ήταν άδειο, αφού από βδομάδες τώρα δεν υπήρχε Ελληνικό Δημόσιο. Το σχολείο έγινε στρατώνας. Γύρω του άρχισαν εκβραχισμούς και άνοιξαν αλάνες. Εκεί παρκάρανε αυτοκίνητα και τεθωρακισμένα. Από τα κοντινά σπίτια έδιωξαν τις οικογένειες. Εγκαταστάθηκαν εκεί βαθμοφόροι και στρατιώτες.

Έφθασε πείνα. Τριγυρνούσαμε στο σχολείο ψάχνοντας στα σκουπίδια των Γερμανών. Στους λόφους γυρνούσαμε, στις πλαγιές μαζεύοντας χόρτα. Πευκοβελόνες μαζεύαμε και κουκουνάρες για τη φωτιά. Πουρνάρια λίγο ψηλότερα. Στη θάλασσα κατεβαίναμε, απ' τα βράχια μαζεύαμε πεταλίδες, μύδια, πιο μέσα χτένια. Αλάτι μαζεύαμε απ' τα βράχια. Βρίσκαμε κάτι ελάχιστα, αφού όλοι τα ίδια ψάχναν.

Πίσω απ' τους Γερμανούς ακολουθούσαν οι Βούλγαροι. Η περιοχή μας πέρασε στη δικαιοδοσία τους. Με κάθε τρόπο προσπαθούσαν να την ενσωματώσουν στο Βασίλειο του Μπόρι. Απαγόρεψαν καθετί ελληνικό. Δεν άνοιξαν ποτέ ελληνικά σχολεία και υποχρέωναν τα παιδιά να πηγαίνουν σε βουλγαρικά σχολεία. Όλα τα έγγραφα και οι εφημερίδες ήταν στη γλώσσα τους. Άλλαξαν τις επιγραφές στους δρόμους, στις εκκλησίες και τα καταστήματα. Μάζεψαν κι εξαφάνισαν τα ελληνικά βιβλία. Όλα τα αρχεία. Σε κάθε ελληνική επιχείρηση ή κατάστημα διόρισαν κι έναν Βούλγαρο πολίτη σαν συνεταίρο. Έτσι, για να μην πάω σε βουλγαρικό σχολείο η μητέρα μου μ' έκρυβε. Έλεγε παντού «είναι μικρός ακόμη». Έτσι κι αλλιώς δεν πρόλαβα να πάω ούτε σ' ελληνικό, αφού όταν ήρθε η ηλικία μου έγινε ο πόλεμος κι αυτά είχανε πια κλείσει. Δεν γνώριζα ανάγνωση και γραφή.

Ήταν αρχές του 1943, η μητέρα μου αποφάσισε πως πρέπει να μάθω γράμματα. Όμως λίγα και τα δικά της. Στην Τραπεζούντα μόλις πρόλαβε να πάει μέχρι την τρίτη Δημοτικού. Μετά εδώ στο Ελληνικό Βασίλειο έπρεπε να δουλέψει στα καπνά. Παρ' όλα αυτά μια από τις μεγαλύτερές της απολαύσεις ήταν να κάθεται, όταν είχε χρόνο, στη γωνιά της, με την γκαζόλαμπα ή το καντήλι, και να διαβάζει κάθε τυπωμένο χαρτί που έπεφτε στα χέρια της. Συνήθως παλιά σχολικά βιβλία.

Νιώθαμε στην κυριολεξία περιτριγυρισμένοι απ' τον εχθρό, καθώς στα γύρω σπίτια απ' το δικό μας, στα επιταγμένα, είχαν εγκατασταθεί Γερμανοί και Βούλγαροι.

Από το φόβο των αλλογλώσσων, κυρίως απ' την τακτική των Βουλγάρων, η μητέρα, για να τονώσει το φρόνημά μου, μου μάθαινε τους πρώτους στίχους απ' τον Θούριο του Ρήγα, ακόμη τους πρώτους στίχους απ' την Ωδή του Κάλβου Εις τον Ιερόν Λόχον. Μου τα διάβαζε από ένα παλιό αναγνωστικό που το έκρυβε στο υπόγειο κάτω από τσαλιά και ξύλα. Οι Βούλγαροι έτσι κι αλλιώς απαγόρευαν και κυνηγούσαν βιβλία και γραφές της γλώσσας μας. Στο σκοτάδι του υπογείου μ' έβαζε να τα επαναλαμβάνω με χαμηλή φωνή αλλά μ' ένταση. Κι όταν κάποτε με άκουσε να φωνάζω μια ή δυο βουλγάρικες λέξεις στον συνομήλικό μου, από τα επιταγμένα, Πάβελ, ήρθε στον κήπο, μ' άρπαξε απ' το μπράτσο, μ' έσυρε στο σπίτι αγριεμένη, μ' έκανε μαύρο στο ξύλο.

Λίγα τα δικά της γράμματα, δεν μπορούσε να με προχωρήσει, ζήτησε τότε τη βοήθεια μιας νεαρής γειτόνισσάς μας, της Μαρίκας. Τον τελευταίο χρόνο πριν απ' τον πόλεμο είχε τελειώσει το Γυμνάσιο. Ερχόταν δύο φορές τη βδομάδα, κρυφά στο υπόγειο με τη λάμπα ή το καντήλι, μου έκανε μαθήματα. Σε σπασμένη πλάκα έγραφα μ' ένα φαγωμένο κοντύλι, έσβηνα με τα δάχτυλα. Όση ώρα κρατούσε το μάθημα η μητέρα καθόταν στην πόρτα, κρατούσε ένα πλεκτό με βελόνες στα χέρια και επισκοπούσε.

Κάθε φορά που έβγαινα απ' το υπόγειο στο φως, είχα τη σταθερή αίσθηση πως απ' τον σκοτεινό κόσμο της ανάγνωσης, της γραφής και των βιβλίων περνούσα στο φως της προφορικής ζωντανής γλώσσας.

Συνεχίζονταν έτσι τα μαθήματα με αντάλλαγμα κάτι φαγώσιμο, απ' την μητέρα μου, όταν υπήρχε.

Όταν μπήκε, το Σεπτέμβρη του 1944, ο ΕΛΑΣ κι απελευθέρωσε την πόλη μας, κι ύστερα από λίγο άνοιξαν τα σχολεία, ήμουν από τα ελάχιστα παιδιά της ηλικίας μου που γνώριζε ανάγνωση και γραφή.

Η επιτροπή του ΕΑΜ της γειτονιάς κατέλαβε το σχολείο. Μπήκαμε μέσα, μαθητές και γονείς, το καθαρίσαμε από τα υπολείμματα των Γερμανών, το βάψαμε με ασβέστη κάτω από την επίβλεψη των δασκάλων μας. Και ήταν αυτοί, η Μαρίκα, που όπως αποδείχτηκε ήταν στην ΕΠΟΝ, ένας άλλος γείτονας μεγαλύτερός μας που κι αυτός είχε τελειώσει το Γυμνάσιο πριν τον πόλεμο, και τέλος διευθυντής και καθοδηγητής μας ανέλαβε ο Αλέξης, που ήταν φοιτητής της Νομικής πριν τον πόλεμο.

Δουλέψαμε μ' ενθουσιασμό παρ' όλες τις ελλείψεις και την πείνα. Διορθώσαμε τα λίγα θρανία που είχαν διασωθεί, κουβαλήσαμε κορμούς δέντρων για σκαμνιά, με παλιά σανίδια φτιάξαμε πίνακες. Οι δάσκαλοι λέγανε πως εμείς είμαστε τα θεμέλια της νέας κοινωνίας. Και θέλαμε να είμαστε.

Υπήρχε ένα συνονθύλευμα παιδιών και ηλικιών. Παιδιά που για πρώτη φορά έπρεπε να πάνε σχολείο μέχρι παιδιά που, έχοντας χάσει τα χρόνια της Κατοχής, ήταν δεκαοχτώ και πάνω. Θέλανε να πάρουν το χαρτί του Δημοτικού για να συνεχίσουν στο Γυμνάσιο, όπως εγώ, και άλλοι που το θέλαν για να εργαστούν σε υπηρεσίες.

Αφού είχαν αρχίσει τα μαθήματα, μετά από βδομάδες, με κάλεσε ο διευθυντής. Μου έκανε διάφορες ερωτήσεις, μ' έβαλε να διαβάσω και να γράψω μερικές σειρές. «Είμαι ευχαριστημένος μαζί σου», τον άκουσα να λέει καθώς έγραφα στον πίνακα. «Από αύριο θα πας στην έκτη τάξη και θα κάνεις μαθήματα μαζί μου». Έτσι σε λίγες βδομάδες από την τρίτη τάξη βρέθηκα στην έκτη. Εκεί που φυσιολογικά θα έπρεπε να βρίσκομαι σύμφωνα με την ηλικία μου. Και δικαιωματικά εντάχθηκα και στα Αετόπουλα.

Μετά τις συμφωνίες της Βάρκιζας άρχισαν να καταφθάνουν οι Εγγλέζοι, με τα πλοία τους στο λιμάνι, να πιάνουν τα μέρη που είχαν εγκατασταθεί πριν οι Γερμανοί, και πίσω τους το παλιό καλό ελληνικό Δημόσιο.

Το σχολείο προχωρούσε δύσκολα, με πείνα, με κρύο, με κάθε είδους ελλείψεις. Η κατάσταση που βιώναμε ήταν έκρυθμη, όλα από μέρα σε μέρα παίζονταν. Την 25η Μαρτίου έγινε στη μεγάλη αίθουσα του σχολείου μια μεγάλη γιορτή. Απάγγειλα μ' επιτυχία ένα μέρος από τον Θούριο του Ρήγα, κάποια παιδιά διάβασαν άλλα κείμενα. Στο τέλος της γιορτής ο διευθυντής μας, ο Αλέξης, έκανε έναν σύντομο απολογισμό των μηνών που πέρασαν, είπαν να μην ξεχάσουμε τον αγώνα που έγινε και γίνεται, και μας ανακοίνωσε το κλείσιμο του σχολείου. Θα το ανοίξουν, μας είπε, και πάλι οι νέες αρχές. Έγινε θρήνος και οδυρμός.


Ξαναγυρίσαμε στις αλάνες, στα κατσάβραχα και στα βουνά. Τώρα το περισσότερο αγαπημένο μας παιχνίδι ήταν να μαζεύουμε σφαίρες, που τις βρίσκαμε παντού, ν' ανεβαίνουμε ψηλά στη Δεξαμενή, πάνω απ' τα πεύκα, στον Άγιο Παντελεήμονα. Εκεί ανάβαμε μεγάλη φωτιά, με βελόνες και κουκουνάρες από πεύκα, ρίχναμε μέσα τις σφαίρες και ξαπλώναμε ένα γύρω και πίσω απ' τα βράχια. Οι σφαίρες σκάζανε ομαδικά, πραγματική ομοβροντία, τα μολύβια θέριζαν και τότε όποιον πάρει ο χάρος. Και βέβαια μας πήρε έναν φίλο. Κανείς δεν μπορούσε πια να μας ελέγξει.

Τον Οκτώβρη του 1945 άνοιξαν και πάλι τα σχολεία, τώρα με τη νέα προπολεμική διεύθυνση και μαθαίναμε επιτέλους την αποκαλυπτική αλήθεια πως ο Αλέκτωρ στη γενική γίνεται του Αλέκτορος.



Λίγα λόγια για τον συγγραφέα



Ο Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου γεννήθηκε το 1935 στην Καβάλα. Ποιητής και πεζογράφος. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από την Καππαδοκία και τον Πόντο. Το 1944 χτυπήθηκε από γερμανική χειροβομβίδα και έχασε το αριστερό του χέρι. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών Αθηνών. Εργάστηκε σε διάφορες ιδιωτικές επιχειρήσεις. Από το 1971 ζει στη Θεσσαλονίκη.
Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1962 με την ποιητική συλλογή «Έγκλειστοι». Έγραψε ποίηση, πεζά και μικρά δοκίμια. Εργασίες του έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες, περιοδικά και ανθολογίες. Έργα του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ολλανδικά, Ιταλικά, Πολωνικά, Ρουμάνικα και Ρωσικά.


________________________


ΠΗΓΕΣ:

1) Το κείμενο του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου είναι από το αφιέρωμα «Ιστορίες από το σχολείο» του λογοτεχνικού περιοδικού Η λέξη (τεύχος 175).
2) Πληροφορίες για τον συγγραφέα από Ε.ΚΕ.ΒΙ. Κι επειδή είναι γνωστός κυρίως για την ποίησή του διαβάστε ποιήματά του στο Translatum.
3) Η πρώτη φωτογραφία είναι της Βούλας Παπαϊωάννου και την πήρα από εδώ.
4) Η δεύτερη φωτογραφία είναι του Κώστα Μπαλάφα και την πήρα από εδώ.


Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011

Μαρία Κουγιουμτζή, Θυμός


Θυμός


Η μάνα το έχει ακόμα το σημάδι. Έχει αχνέψει πολύ, μόλις που το διακρίνεις. Αν δεν το ξέρεις ούτε που το βλέπεις. Όμως εγώ το ξέρω και το βλέπω πάντα εκεί, στη θέση του. Εκεί ακριβώς που το έκανα. Γιατί εγώ της το έκανα. Με τη μασιά. Την πυρωμένη μασιά. Κοιμόταν όταν την κατέβασα στα μούτρα της, όχι με δύναμη, απαλά, αργά, όχι με απόλαυση, με έξαρση, ότι εξόρκιζα το κακό, το κακό που έκανε εκείνη, η μάνα μου, η εικόνα μου, εκείνη ήταν το κακό, δεν ήταν μόνο του, δεν το 'φερε κανείς ξένος και τ' απόθεσε στα χέρια της, εκείνη το περιείχε στο κακιασμένο βλέμμα της, με την πυρωμένη τσιμπίδα προσπάθησα να τ' αρπάξω, να το κάψω, να το εξαφανίσω, όπως εκείνη αφάνισε μια ψυχή, όχι τη δική μου. Τη δική μου τη ροκάνιζε σιγά σιγά με λόγια μέλι, μη δίνεις, μη χαϊδεύεις, μη... μη... και χαλούσε το στομάχι της ψυχής μου, δεν άντεχα να βλέπω τη μάνα μου φίδι στον παράδεισο της άγνοιάς μου. Όταν ήμουν εφτά χρονών κατάπια ντι τι τι, κοιμόμουνα τρία μερόνυχτα, δεν ήξερε γιατί, τεμπέλα μ' έλεγε, νόμιζε, όταν της το είπα αλληθώρισε το μάτι της, μου 'δωσε μια σφαλιάρα κι έκλαψε, πήγε να μ' αγκαλιάσει μα τραβήχτηκα, έκλαψε πιο δυνατά, σιγά που... Ενώ τσιτσίρισε το δέρμα της, περίεργο, άργησε ν' αντιδράσει, κοιμόταν κι ο εγκέφαλος καθυστέρησε να δώσει σήμα, άνοιξε τα μάτια της μάλλον ήσυχα, με είδε με τη μασιά στα χέρια, δεν ξέρω πώς την κοιτούσα, τι ψυχή είχε το βλέμμα μου, πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα ως να τινάξει το σκέπασμα από πάνω της τσιρίζοντας κι άρχισε να με κυνηγάει, ενώ καθώς αυτόματα είχε φέρει το χέρι στο μάγουλό της και το 'συρε πάνω στην πληγή, απόμεινε η πέτσα του να κρέμεται, και μ' αυτό το χέρι γύρευε να μ' αρπάξει, έτρεχε ξωπίσω μου, μα πού να με φτάσει. Βγήκα στην αυλή, κατάλαβε ότι δεν θα μ' έπιανε ποτέ, κάθισε στο πεζούλι κι έκλαιγε. Ύστερα έπαψε να κλαίει και κοίταζε ίσα μπροστά μάλλον χωρίς να βλέπει. Την πλησίασα αργά, έβγαλε την παντόφλα της και μου την πέταξε. Δεν με πέτυχε.

Μέσα στη φτώχεια μας, μας περίσσευε ένα δωματιάκι, λίγο μεγαλύτερο από κοτέτσι, το νοικιάσαμε σ' έναν κακομοίρη μετανάστη που καθόλου δεν μας καλοφάνηκε. Κιτρινιάρης, ρουφηγμένος σαν φυματικός, με καφετιά αραιά δόντια, φορούσε μονίμως μια λιγδιασμένη καμπαρντίνα. Όμως δεν ήταν αυτό, ήταν το βλέμμα του, διαρκώς κατεβασμένο, λοξό, ένοχο βλέμμα. Είχε ένα καροτσάκι, πουλούσε ξηρούς καρπούς έξω απ' τους κινηματογράφους, μαζευόταν στην καμαρούλα τη νύχτα, μουλωχτά, σιγανοπατώντας κι έπεφτε να κοιμηθεί χωρίς ν' ανάψει το φως. Τα ελληνικά του μισά και στραβοκάνικα. Κάτι μου βρωμάει σ' αυτόν, είπε η μάνα μου στη νουνά μου˙ εμείς τα παιδιά το μυρίσαμε γρήγορα, αλλά δεν ξέραμε τι είδους μυρουδιά ήταν. Η Βάσω, η μεγαλύτερη απ' την παρέα μας, ψηλή, ξερακιανή, στέκα τη φωνάζαμε, άχαρη στην ηλικία των έντεκα χρόνων της, η Βάσω, λοιπόν, καθότανε και της χάιδευε το μπράτσο, μας έφερνε σακούλες τα σπόρια και τρώγαμε όλες φτύνοντας τα φλούδια με μανία σαν να φτύναμε εκείνον. Η Βάσω όλο και πιο συχνά μας έφερνε σπόρια και καραμέλες, ώσπου έφτασαν στ' αυτιά της μάνας της τα καμώματά της. Αφού την πάτησε ένα γερό ξύλο, έστειλε τον άντρα της που παραφύλαξε τον νοικάρη μας και μόλις εκείνος εμφανίστηκε σκυφτός, όρμησε και του 'ριξε δυο χαστούκια, μιλιά δεν έβγαλε, μόνο σούρθηκε ως την καμαρούλα του έμεινε εκεί κλεισμένος μέρες, η μάνα μου τον λυπήθηκε, του πήγε ένα πιάτο φαγί, μια κανάτα νερό, τ' άφησε έξω από την πόρτα του. Μετά άρχισε πάλι να πηγαίνει στη δουλειά του, αλλά εμείς δεν είχαμε σπόρια να τρώμε.

Έτυχε να πεθάνει κάποια συγγένισσά μας κι η μάνα μου έπρεπε να πάει στο ξενύχτι. Δεν ήθελα να κοιμηθώ στης νουνάς μου, είχε όλο αγόρια εκείνη, κατά σύμπτωση ο νοικάρης μας ήταν στην καμαρούλα του, η μάνα μου κοίταξε καχύποπτα την πόρτα του και φώναξε αρκετά δυνατά ώστε να την ακούσει: τον νου σου μη σε πλησιάσει ο χτικιάρης, μη σε ξεμοναχιάσει ο σιχαμένος, μακριά του, έτσι και σε σιμώσει θα σας πνίξω και τους δυο με τ' άντερά σας. Ακούς; Ήξερα πως το ακούς το 'λεγε σ' αυτόν κι όχι σε μένα. Έδεσε το μαντίλι στο κεφάλι της και βγήκε στον δρόμο.

Σουρούπωνε όταν έφυγε κι η γειτονιά μαζώχτηκε στα σπίτια της. Άναψα το φως κι άπλωσα τα τετράδιά μου στο τραπέζι να γράψω τα μαθήματά μου. Δεν πρόλαβα να πιάσω το μολύβι όταν άκουσα τα άηχα βήματά του να πλησιάζουν. Έτριξε η πόρτα του καθώς άνοιξε κι έκλεισε, το σώμα μου μαζεύτηκε ενώ τ' αυτιά μου τεντώθηκαν. Τίποτα, ησυχία.

Είχα τελειώσει τα γραψίματά μου, νύσταζα, αλλά δεν μπορούσα να χαλαρώσω, ήμουν σφιγμένη. Δεν ήξερα τι φοβόμουν απ' αυτόν, αλλά φοβόμουν. Κάποια στιγμή άκουσα ένα χαρχάλεμα στην πόρτα, δεν σκέφτηκα τη μάνα μου, αυτόνα σκέφτηκα. Ζούφωξα στη γωνιά μου, μάζωξα τα πόδια ως την κοιλιά, κατέβασα το φόρεμά μου ως τους αστραγάλους. Άκουσα τα βήματά του να γυρίζουν πίσω. Η καρδιά μου ταμπούρλο. Πέρασε ώρα, μισοζαλισμένη απ' τη νύστα είδα την πόρτα ν' ανοίγει κι αυτόν να πλησιάζει προς το μέρος μου. Η γλώσσα μου κολλημένη, το λαρύγγι στεγνό. Άφησε πάνω στο τραπέζι ένα πιάτο κι έφυγε πάλι ήσυχα νυχοπατώντας. Αφού ήρθε η ψυχή μου στον τόπο της, άπλωσα το χέρι στο πιάτο. Βρασμένα ζεστά κάστανα, φιστίκια κι ένα μανταρίνι το γέμιζαν. Έφαγα τα ζεστά κάστανα αργά αργά, ξεφλούδισα με τα δόντια τ' αλμυρά κικιρίκια αφήνοντας και για τη μάνα, ξεδίψασα με το μισό μανταρίνι με τ' αυτιά τεντωμένα.

Νύσταξα, κοιμήθηκα. Όταν άνοιξα τα μάτια μου το δωμάτιο ήταν πλημμυρισμένο στο φως, αυτός όρθιος από πάνω μου. Τα μάτια του πρώτη φορά με κοίταζαν και τα 'βλεπα. Είχαν ένα γλυκό καστανό χρώμα, άχνιζαν από ζεστασιά σαν τα κάστανα που μου 'φερε ψες βράδυ. Του χαμογέλασα.

Σήκω να πας σκολειό, μου είπε και μου 'δειξε δυο φραντζολάκια με σαλάμι πάνω στο τραπέζι.Βγήκε πηγαίνοντας πίσω πίσω, μου χαμογελούσε.

Αφού έφαγα πήρα την πάνινη τσάντα μου, αλλά πριν φύγω άνοιξα την πόρτα και μπήκα στο δωμάτιό του. Ήταν συμμαζεμένο, όχι καθαρό, απλώς τακτοποιημένο, πρώτη φορά έμπαινα μέσα, το κρεβάτι του με το λερωμένο πάπλωμα, χάμω σε μια γωνιά ένα καλάθι μ' ένα μπουκάλι λάδι, ζυμαρικά, μια κρεμάστρα με δυο πουκάμισα κι ένα παντελόνι περασμένη στο χερούλι του παραθυριού, στο τραπέζι δυο πιάτα, ένας τέντζερης, η κορνιζαρισμένη φωτογραφία ενός κοριτσιού εννιά δέκα χρονών με τα ίδια καστανά μάτια αυτουνού. Ένα καντηλάκι έκαιγε πλάι της.

Καθώς με είδε να την κοιτάζω, η κόρη μου, είπε. Σκοτώθηκε πριν ένα χρόνο μαζί με τη μάνα της. Έπεσε βόμβα στο σπίτι, ανατινάχτηκαν. Το χεράκι της κόπηκε απ' τον ώμο και πετάχτηκε σε μιαν αυλή. Το βρήκαν το μπρατσάκι της και μου το φέραν μετά μια ώρα. Το περάσαμε μέσα απ' το μανικάκι της για να τη θάψουμε. Έκλαιγε, κι έκλαιγα κι εγώ. Εκείνη την ώρα άνοιξ' η πόρτα κι όρμησε η μάνα μου έξαλλη. Αφού με τράνταξε για τα καλά, το στόμα μου μύριζε σαλάμι, αυτός σε τάισε; ούρλιαξε κι όρμησε πάνω του, τον έσουρε απ' τα μαλλιά, μάταια τσίριζα εγώ πως δεν με πείραξε, πως ήτανε καλός και λυπημένος, εκείνη τον έσουρε με τη γειτονιά ξοπίσω της, τον ξεμάλλιασαν, του σκίσανε τα ρούχα και το πρόσωπο. Ταυτόχρονα η νουνά μου με μια γειτόνισσα μ' άρπαξαν και με ξάπλωσαν στο κρεβάτι. Να με παρηγορήσουν νόμιζα. Μα εκείνες μου σήκωσαν το φουστάνι, μ' άνοιξαν τα πόδια, μου κατέβασαν το εσώρουχο. Εντάξει είναι, δεν την πείραξε, φώναξαν της μάνας μου καθώς με είχαν γυρίσει ήδη μπρούμυτα. Δεν καταλάβαινα, αισθανόμουνα. Δεν ήταν ανθρώπινα δάχτυλα αυτά, ήταν νύχια αρπαχτικών που σκάλιζαν όχι το σώμα, την ψυχή μου, κι ακόμα πιο πολύ αισθανόμουν τις δικές τους ψυχές να έχουν βγει απ' το σώμα τους και να 'χουν μεταφερθεί πάνω σ' αυτά τα γαμψά νύχια. Κι αυτό που ένιωθα ήτανε τόσο απεχθές, τόσο βάρβαρο, τόσο σκοτεινό, σαν να με είχαν παραχώσει σ' ένα βόθρο και μου 'ριχναν τόνους ακαθαρσίες πάνω μου και δεν μπορούσα ν' ανασάνω. Το μόνο που κατάφερα είναι μόλις μ' άφησαν απ' τα χέρια τους να τους δώσω δυο δυνατές κλοτσιές στα μούτρα. Η μύτη της νουνάς μου μάτωσε, δεν είπε τίποτα.

Έφυγε χωρίς να πάρει τα πράγματά του, σαν δαρμένος σκύλος. Όρμησα στη μάνα μου, τη δάγκωνα, δεν μπορούσαν να με ξεκολλήσουν από πάνω της.

Κάποτε βρήκα το κουράγιο και του έπλυνα το πάπλωμα. Μπροστά της. Πήγε να με βοηθήσει, της τ' άρπαξα απ' τα χέρια. Δεν μίλησε. Μαζί με τη Βάσω του το πήγαμε εκεί που είχε το καρότσι του. Πήρε το πάπλωμα, το μύρισε, μας κοίταξε γλυκά και γλίστρησε το χέρι του στο μπράτσο της Βάσως καθυστερώντας αρκετά στα δικά μου μαλλιά.

Όχι, ποτέ δεν κατέβασα τη μασιά πάνω στη μάνα μου. Ήθελα να το κάνω. Το φανταζόμουνα. Το σχεδίαζα κάθε βράδυ και έσπαζε ο θυμός μου πάνω στην κίνηση του χεριού μου. Καθώς κατέβαινε η μασιά και τσίρωνε το πρόσωπό της, μαζευόταν ζαρωμένο το δέρμα της, μάζευε κι ο θυμός μου, γινόταν ένα μόρφωμα εκτρωματικό, σταματημένο μόνιμα εκεί, στο διάφραγμά μου. Η αναπνοή μου ήταν αναγκασμένη να σκαλώνει πάνω του, να διασχίζει αυτή τη σκοτεινή αυλή, ως να βγει ξεγδαρμένη, μολυσμένη, πού;

Για χρόνια της μιλούσα ελάχιστα. Άπλωνε το χέρι της να μ' αγγίξει κι εγώ τραβιόμουνα. Έβλεπα το αόρατο σημάδι της μασιάς πάνω στο πρόσωπό της και το περίεργο είναι πως το 'βλεπε και κείνη, γιατί κάθε τόσο σήκωνε το χέρι κι άγγιζε την πληγή.


Από τη συλλογή διηγημάτων Άγριο βελούδο (2008)



________________

ΠΗΓΕΣ: 

α) Για το διήγημα: Κουγιουμτζή Μαρία, Άγριο βελούδο, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2008.
β) Για την εικόνα του εξωφύλλου: Καστανιώτης

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 

α) Για τη συλλογή αυτή διηγημάτων η Μαρία Κουγιουμτζή βραβεύτηκε με το Βραβείο Διηγήματος του ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, καθώς και με το Βραβείο Διηγήματος του περιοδικού Διαβάζω. 
β) Για τη συγγραφέα δείτε Translatum.
γ) Μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη της συγγραφέως στην εφημερίδα Τα Νέα.