Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΡΦΗΣ ΤΑΣΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΡΦΗΣ ΤΑΣΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2019

Τάσος Κόρφης: Νίκος Καββαδίας / Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του


Ο Τάσος Κόρφης δεν ήταν μόνο ένας άνθρωπος των ελληνικών γραμμάτων, υπήρξε και ανώτατος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού. Τα κοινά βιώματα της ναυτικής ζωής και η κοινή τους αγάπη για τη λογοτεχνία, ιδιαίτερα την ποίηση, τον καθιστούν κατάλληλο να επιχειρήσει «ένα «ναυτικό» πλησίασμα αγάπης, μια χωρίς τυπικότητες προσέγγιση, σαν τον εγκάρδιο, τον αυθόρμητο χαιρετισμό των πλοίων που συναντιούνται μεσοπέλαγα»* στο έργο του Νίκου Καββαδία, με τον οποίο συνδεόταν και με στενή φιλία. Με μεγάλη φροντίδα και αγάπη συγκέντρωσε υλικό για τη ζωή και το έργο του και το παρουσίασε σε ένα βιβλίο με τίτλο «Νίκος Καββαδίας / Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του» από το οποίο διάλεξα να παρουσιάσω μερικά αποσπάσματα. Στα αποσπάσματα αυτά ο Τάσος Κόρφης αναφέρεται στα τρία ποιητικά έργα του Καββαδία: «Μαραμπού», «Πούσι» και «Τραβέρσο» και παρακολουθεί πώς εξελίσσονται ο ψυχισμός, η τεχνική και η θεματογραφία του, αλλά και οι επιρροές του στη διάρκεια της ποιητικής του πορείας.



[...]

Το «Μαραμπού» είναι ένα βιβλίο νεότητας.Τυπωμένο το 1933, όταν ο νεαρός Καββαδίας ήταν μόλις 22 χρονών, έχει τη φρεσκάδα και τη γοητεία της εφηβικής αθωότητας, της πρώτης λαχτάρας. Εικόνες από το πέλαγος και τα λιμάνια εναλλάσσονται. Μικρές ιστορίες με ανθρώπους της θάλασσας (ο πιλότος Νάγκελ, ο νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί, ο πλοίαρχος Φλέτσερ, κλπ.) ή ζώα. Η αναζήτηση της έντασης, ο κίνδυνος, η ηδονή της αμαρτίας. Η μέθη της περιπέτειας. Το πάθος στην καθάρια, την τραγική του μορφή.

Το κατακάθι της πίκρας όπου υπάρχει (και υπάρχει συχνά) προέρχεται από το ανεκπλήρωτο ενός ονείρου, από το βούλιαγμά του. Εδώ υπάρχουν άνθρωποι που δεν ξεκίνησαν ποτέ («Mal du depart»), που μόλις ξεκίνησαν είναι έτοιμοι να ναυαγήσουν («Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου») ή άλλοι, αιφνίδια τσακισμένοι από το τυχαίο («Ο πλοίαρχος Φλέτσερ»). Ο έρωτας πληθωρικός και παροδικός. Η γυναίκα, τις περισσότερες φορές ανώνυμη (ένα στοιχείο της περιπέτειας), προσφέρει και χάνεται και (μερικές φορές) μένει μονάχα στη μνήμη. Η επαφή του φανταστικού με το πραγματικό, του δικού μας με το ξένο, οδηγεί στη διάψευση κι από κει σε μια καινούρια επαφή, χωρίς, όμως, ακόμα την αμφισβήτηση.

Ο πυρετός της εναλλαγής κυριαρχεί. Το ποίημα πάλλεται από δράση. Ο λόγος λιτός, απέριττος αφηγείται τα επεισόδια που από τη φύση τους είναι ποιητικά. Το απρόοπτο εντείνει. Εμβόλιμες εικόνες, αχρησιμοποίητες, απρόοπτες ρίμες. Στοιχεία του μοντέρνου μέσα στην παράδοση:

Οι πόλοι γίνανε σε μας πολύ γνωστοί,
θαυμάσαμε πολλές φορές το βόρειο Σέλας,
κι έχουν οι πάγοι χρόνια τώρα σκεπαστεί
από αδειανά κουτιά σπανιόλικης σαρδέλας.

[...]

Το «Πούσι» (1947) είναι το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Καββαδία, τυπωμένο δεκαπέντε περίπου χρόνια μετά το «Μαραμπού». Μέσα σ' αυτά τα χρόνια (1933-47) πολλά συνέβηκαν που επηρέασαν τη ζωή και το έργο του ποιητή: Οι εμπειρίες του από τα καράβια και τα λιμάνια, τα χρόνια που πέρασαν κι άμβλυναν τις επιθυμίες, όνειρα που διαψεύστηκαν, ο πόλεμος. Υποχωρήσεις, συμβιβασμοί, προσφιλή φορτία που ρίχνονται στη θάλασσα. Αλλά, παράλληλα, και μια άκαμπτη (η ίδια η νεανική) δύναμη γι' αντίσταση, που συχνά φθάνει σε δραματικές κορυφώσεις.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
κι είν' αλάργα τόσο η Τοκοπίλλα.
Από να φοβάμαι και να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπίλα.

Εδώ ο ποιητής αφήνει πια την επίπεδη γραφή του «Μαραμπού». Όπως γράφει και ο Αιμ. Χουρμούζιος «ο στίχος είναι υπαινικτικός και όχι πλαστικός. Νοσταλγικός μάλλον παρά δημιουργός αμέσων συγκινήσεων από την επαφή του αναγνώστη με τον ποιητή. Έχει τη γοητεία όλων των πραγμάτων που βρίσκονται σε κάποιαν απόσταση από το καθημερινό, συνηθισμένο και τυπικό γεγονός». Αλλά ας αναλύσουμε πιο διεξοδικά αυτή τη «γοητεία», τον καινούριο τρόπο γραφής του ποιητή γιατί, βέβαια, πρόκειται για έναν καινούριο τρόπο γραφής, απόλυτα και πάλι εναρμονισμένο με τον ψυχισμό του.

Στο «Μαραμπού» κυριαρχούσε η έξαρση, ο αφηγηματικός, ο ευθύς τρόπος. Υπήρχε μια ιστορία: έναυσμα για την εκτόνωση, διέξοδος μιας, σχεδόν πάντα, ανικανοποίητης επιθυμίας. Στο «Πούσι» αντίθετα, ο Καββαδίας δε μας διηγείται πια, τις περισσότερες φορές, συγκεκριμένες θαλασσινές ιστορίες, αλλά πολλά κι ασύνδετα στιγμιότυπα από τη ζωή του στα καράβια, εναλλασσόμενα, την ίδια σχεδόν στιγμή, με μνήμες από οικογενειακά του συμβάντα, περιπέτειές του και διαβάσματα.

Το ποίημα γίνεται δυσκολότερο, πολλές φορές χρειάζεται αποκρυπτογράφηση, προπάντων όταν προσωπικά ή οικογενειακά επεισόδια ή πρόσωπα μπλέκονται με το παρόν. Ο Γουίλλιαμ του «Θαλασσία Πανίς» («Γουίλλιαμ... γέλα στο βυθό φλεγματικά, αφού πια τίποτα δε μέλλει να προδώσεις») δεν είναι άλλος από έναν ναύτη του βυθισμένου στον πόλεμο βρετανικού πολεμικού πλοίου «Ρήπουλς» και η Σμαρώ από την Καλαμαριά του «Θεσσαλονίκη» μια νεανική του όμορφη ιστορία που είχα κάποτε την τύχη ν' ακούσω από τα χείλη του. Αλλά ποιος θα μας πει ποιο ήταν το κορίτσι που νύσταζε στην Καράστρα («Στεριανή Ζάλη»), τι αναμνήσεις είχε από τους τελωνοφύλακες στο Τσίλι («Αρμίδα»), και ποια ήταν η Fanny του Λονδίνου («Black and white»); Ποιος θα μας πει ποιες ήταν οι εμπειρίες, δικές του και ξένες, που απρόοπτα παρεμβάλλονται στους στίχους του και τους χαρίζουν την ομορφιά του απρόοπτου, «τροχίζοντας τα σπαθιά του λόγου» που τόσο του άρεσαν;

Στο «Πούσι» κυριαρχεί το δεύτερο πρόσωπο, το «Εσύ», κάτι που δίνει μεγαλύτερη αμεσότητα και θέρμη στην εξομολόγηση αλλά και βαθύτερη συνοχή στο βιβλίο (Κάτασπρα φορείς κι έχεις βραχεί... Κι εσύ κοιτάς απάνω απ' το τιμόνι... Τα μάτια σου τα κυβερνούσε σοροκάδα... Ο παπαγάλος σου 'στειλε στερνή φορά το γεια σου... κλπ.). Τα ποιήματα μοιάζουνε σαν γράμματα ενός ναυτικού σε συγγενείς και φίλους ή μάλλον σαν σύντομες καρτ ποστάλ από λιμάνια. Οι αφιερώσεις που υπάρχουν σ' όλα, σχεδόν, τα ποιήματα, οι παραλήπτες τους. Και τα εικονογραφημένα με ναυτικές φιγούρες φίλων του ζωγράφων ξεχωριστά δίφυλλα της πρώτης έκδοσης, ένα για κάθε ποίημα, εντείνουν την εντύπωση μιας συλλογής γραμμάτων. Εδώ δεν υπάρχει ο νέος του «Μαραμπού» που φλέγεται για τις αμαρτωλές εμπειρίες, για φολκλορική «ναυτοσύνη», αλλά ο ναυτικός που μέσα στο πούσι ενός ακαθόριστου παρόντος ζητάει να συνδεθεί με τη στεριανή ζάλη ή ξορκίζει τον τυφώνα να βρει περήφανο θάνατο μεσοπέλαγα.

Κι έπειτα στις ξέρες του Ακορά
τσούρμο τ' άγριο κύμα να μας βγάλει
τέρατα βαμμένα πορφυρά
με φτερούγες γλάρων στο κεφάλι.

[...]

Στα τελευταία του ποιήματα («Τραβέρσο», 1975) η θαλασσινή περιπέτεια συνεχίζεται, δραματικότερη όμως τώρα, παρά τα παλιά παιχνιδίσματα και τις καινούριες, βασανιστικές εμπειρίες. Ο ποιητής τραβερσάρει στον καιρό για να σωθεί. Νιώθεις το τρίξιμο από τους κουρασμένους αρμούς, τον μουσώνα που ραγίζει τα ρέλια, τον άσπρο καρχαρία που περιμένει:

Στα όρτσα να προλάβουμε. Τραβέρσο και προχώρα.
Να πάμε να ξοδέψουμε την τελευταία ριξιά,
σε κείνη την απίθανη σ' όλο τον κόσμο χώρα
που τα κορίτσια το 'χουνε στα δίπλα είτε λοξά.

Το ποίημα δονείται από ένα ρίγος θανάτου. Όλοι αυτοί οι «ήρωες» της ιστορίας που έρχονται και παρέρχονται (ο Αζτέκος, ο Μεγάλος Χαν, ο Μάρκο Πόλο), σαν ένας «θαυμάσιος θίασος που περνά με μουσικές εξαίσιες και φωνές», όλος αυτός ο αυτοσαρκασμός, ο παραλογισμός και η ειρωνεία, που θυμίζουν παράλληλες αγχώδεις στιγμές του Καρυωτάκη, δεν μπορούν να διασκεδάσουν, ούτε καν να μετριάσουν την πίκρα του («Βόγκει στο πρόσω η μηχανή και τώρα ανηφοράμε, λειψοί πάνω στο σίδερο, με κουρασμένα μίλια»). Εδώ σταματάει το σπίρτο, ο βαρύς καπνός, η αρρώστια. Η νευρασθένεια, πόζα τού άλλοτε, γίνεται τρέλα. Το κύμα μπουκάρει κι αρπάζει. Η ζωή, που τόσο αγάπησε, ακροβατεί σε μια χορδή τεντωμένη.

Ο στίχος κερδίζει σε σκληρότητα, σε δύναμη. Τα περιγραφικά, τα διακοσμητικά στοιχεία λιγοστεύουν. Γύμνια κι αλήθεια. Το «μοντέρνο» στην πιο γνήσια μορφή του αποσπασματικού, του παράλογου, του δραματικού.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γεια χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.

Τίποτα δεν μπορεί να δώσει, έστω και λίγο φως σ' αυτή την τελευταία του πορεία. Το γαλάζιο, παιδικό πρόσωπο του μικρού παιδιού («Παραμύθια του Φίλιππου»), η φλόγα της νέας γυναίκας που τόσο απελπισμένα αγάπησε («Fata Morgana»), η ανάμνηση, ακόμα κι η θάλασσα, αιώνια ερωμένη του με την ατέλειωτη περιπέτεια: κλεισμένοι δρόμοι πια γι' αυτόν. Η επιστροφή στην ξηρά ένα ναυάγιο και το ξεκίνημα μια άσκοπη επανάληψη. Έρωτας για τη ζωή χωρίς δύναμη. Αντίσταση γεμάτη παραδοχές («Θα μείνει ο ναύτης να μετρά το άσπρο χαλίκι»).

Έζησα, φίλος του κι εγώ, την ιστορία των τελευταίων αυτών ποιημάτων του και ξέρω με τι ένταση γραφτήκανε. Αυτός που χρόνια είχε κόψει το σπίρτο και τον καπνό και μπορούσε να περάσει χρόνο ολόκληρο χωρίς να συνθέσει ένα ποίημα, που κι όταν έγραφε τυραννικά τον βασάνιζε η αμφιβολία, μέσα σε λίγο καιρό συμπλήρωσε τη συλλογή του και την έδωσε στον εκδότη. Ποιήματα καυτά, άμεσα, γραμμένα πάνω στον δεκαπεντασύλλαβο του «Μαραμπού» και το δεκατρισύλλαβο, αλλά πόσο διαφορετικά από εκείνα. Ένταση μέσα στην κόπωση, στιγμές από ένα πάθος που τον οδήγησε στον θάνατο.

Το ξέρω πως λίγοι (σ' έναν τόπο που όλοι έντονα προσπαθούν να διασκεδάσουν, να μη σκέφτονται το μοιραίο) θ' αγαπήσουν αυτά τα πικρά, τα ειλικρινή ποιήματα. Το «Τραβέρσο» δεν αφήνει περιθώρια για μάταιες ελπίδες. Με ανοιχτό, όπως πάντα, το παράθυρο, χωρίς φόβους, ο ποιητής προσπαθεί να κρατηθεί με κουρασμένα, θαλασσοδαρμένα χέρια, από μια, την τελευταία, σανίδα. Και, φεύγοντας, μας τραγουδεί σαν το τζιτζίκι το φθινόπωρο, την ιστορία της θαλασσινής περιπέτειας, της οδύσσειας για την εμπειρία από τα βάθη των αιώνων έως τις μέρες μας. Την ιστορία του αιώνιου Ναύτη.

Ο σαρκασμός, τελευταίο καταφύγιο μια πολύχρονης αγάπης για τη ζωή, απόλυτα συνυφασμένος με τον ψυχισμό των τελευταίων αυτών χρόνων του. Σαρκάζουμε όταν η πίστη μάς προδίδει, όταν βλέπουμε να ναυαγούν τα ιδανικά μας. Και τα ιδανικά του «πολύτροπου», του αμαρτωλού Καββαδία η ίδια η ζωή, το ταξίδι στην απεραντοσύνη της θάλασσας, οι διαδοχικές, οι ατέλειωτες εμπειρίες. Από αυτές ξεκίνησε (με την άγνοια της νεανικής μέθης) και σ' αυτές έμεινε (ξεκινώντας και πάλι απελπισμένα από τη σοφία της ματαιότητας). Σ' έναν γεμάτο ανθρωπιά πολύχρονο διάλογο με τους ανθρώπους, με τον ίδιο του τον εαυτό. Σ' έναν δραματικό έρωτα με την εναλλαγή, με την ίδια την τρέλα.

Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί.
μες στου Giorgione το αργαστήρι.

Πέτρα θα του 'ριξα και δε με θέλει το ποτάμι.
Τι σου 'φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.

[...]

Τάσος Κόρφης, Νίκος Καββαδίας / Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του, εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1991.


____________________________

(*) Φράση του Τάσου Κόρφη από το εσώφυλλο του βιβλίου.

Πηγή για την εικόνα: εδώ


Σάββατο 23 Μαΐου 2015

Τάσος Κόρφης, Πέντε χαϊκού




Ashkenazy plays Chopin Nocturne in C sharp Minor (No 20)


Πέντε χαϊκού


Άναρχο πάθος!
Αγγίζω τ' άγριο αγκάθι
που με πληγώνει.



Χωρισμού δάκρυα
λιώνουν τους πάγους. Βλέπω
καινούρια νησιά.



Στάλα τη στάλα
βάθυνες την ψυχή μου,
θα την ραγίσεις.



Μην ανασκάπτεις.
Υπάρχουν μέσα μου πολλές
θαμμένες πόλεις.



Μεγάλη λέξη
το ανικανοποίητο
νικάει το χρόνο.


Από την ενότητα «Εικοσιτέσσερα χαϊκού» της συλλογής «Παυσίλυπα - Σονέτα και χαϊκού» του Τάσου Κόρφη (εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1987) 



Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

Τάσος Κόρφης, Των μεγάλων χώρων


Η εικόνα είναι από εδώ


Των μεγάλων χώρων


Ω πόσα ποιήματα βιωμένα και όχι γραμμένα
Σε καφενεία σταθμών ή σε ανήσυχες αποβάθρες
Την ώρα που το σμίξιμο ακολουθεί το χαμό,
Και πρέπει να ενωθείς με το πλήθος
Ή άσκοπα να περιμένεις το νυχτερινό επιβάτη.

Ω πόσο προσφιλείς είναι αυτοί οι μεγάλοι χώροι όταν αδειάζουν
Και μένεις ασάλευτος, ανάμεσα στη γη και τον ουρανό
Σαν το κυπαρίσσι,
Που χρόνια ονειρεύεται ν' αφήσει τους τάφους, να γίνει
Κατάρτι σε πλοίο.

Από τη συλλογή Εγκώμια (1993) 

Πηγή: Τάσος Κόρφης, Εγκώμια, εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1993. 


Τρίτη 1 Ιουνίου 2010

Μικραίνει ο κόσμος / Σταύρος Κουγιουμτζής - Τάσος Κόρφης



Μικραίνει ο κόσμος

Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής
Ποίηση: Τάσος Κόρφης
Ερμηνεία: Αντώνης Καλογιάννης
[Από τον δίσκο «Μικραίνει ο κόσμος» (1982)]


Μικραίνει ο κόσμος κι η θάλασσα γίνεται κήπος.
Στερεύει το φως στις γυμνές αποβάθρες.
Μ' ασβέστη σκεπάζουν τα δάκρυα.
Σεντόνι λευκό χειρουργείου
σκεπάζει τ' ανήσυχα χέρια.

Μα εσύ, ματωμένη καρδιά μου,
και πάλι μαζί σου με πας
ταξιδιώτη με πας για ναυάγιο.


Σημειώσεις:

1) Μία ενδιαφέρουσα αναφορά στον δίσκο γίνεται εδώ.
2) Πληροφορίες για τον ποιητή Τάσο Κόρφη υπάρχουν σε παλαιότερη ανάρτησή μου αφιερωμένη σ' αυτόν.
3) Το ποίημα έχει τον τίτλο «Η θάλασσα γίνεται κήπος» και ανήκει στη συλλογή «Εργόχειρα» (Αθήνα, εκδ. Πρόσπερος, 1977). Έχει ως εξής:

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΗΠΟΣ

Μικραίνει ο κόσμος κι η θάλασσα γίνεται κήπος.
Στερεύει το φως στις γυμνές αποβάθρες. Μ' ασβέστη
σκεπάζουν τα δάκρυα. Σεντόνι λευκό χειρουργείου
σκεπάζει τ' ανήσυχα χέρια.

Μικραίνει ο κόσμος μα εσύ, ματωμένη καρδιά μου, πολύκαρπο ρόδι,
και πάλι μαζί σου με πας ταξιδιώτη για ναυάγιο και πάλι
και πάλι σκιρτάς σαν πουλί μες στο χιόνι, σαν ελπίδα αιχμαλώτου.  




Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2009

Στο νότο

Η φωτο είναι από το Deviantart


Στο Νότο


Έχω μια αγάπη σε βουνό φυτέψει
για να την φτάνουν μόνο τα πουλιά,
θάλασσα που δε λέει να γαληνέψει
ήλιος που ανοίγει πόρτες κι αγκαλιά.


Μ' αψύ κρασί την έχω κανακέψει
και με παράφορα χαμού φιλιά,
για να γλιτώνει από τ' άδικου τη σκέψη
κι από της σωφροσύνης τη θηλιά.


Να χαίρεται την ομορφιά του Νότου!
Άτι αραπιάς, βόλι πυρό, καρδιά
που φλέγεται από τον πυρετό του.


Κι ατρόμητη στα πάθη και στα λάθη
να δυναμώνει στην καλή σοδειά
που βγαίνει από την πέτρα και τ' αγκάθι.


Τάσος Κόρφης, «Παυσίλυπα», εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1987


Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009

Τάσος Κόρφης - M/S AIMLESS SPEED

Να θέλεις πάντα να ξεπεράσεις τον εαυτό σου,
ανοίγοντας, κάθε μέρα, και περισσότερες στροφές,
παλεύοντας, κάθε μέρα, με πιο σφοδρούς τυφώνες,
μηχανή που βιάζεται να υπερβάλει τις προδιαγραφές της,
ήρωας, εύκολο θήραμα για τις ενέδρες της φθοράς.

Κι απέναντι στο λυσσασμένο βογγητό σου, το γέλιο των ψαράδων.
Τα κορμιά τους ψημένα στις πυρκαγιές των ηλιαχτίνων,
τα παραγάδια τους φουνταρισμένα με τις άγκυρες της υπομονής,
οι ψαροπούλες τους αραγμένες τεμπέλικα, στο ίδιο μουράγιο.

Απέναντι στο λυσσασμένο βογγητό σου, η γόνιμη εγκαρτέρηση της φύσης.

Τάσος Κόρφης, Ποιήματα, ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ, Αθήνα 1983


Δυο λόγια για τον ποιητή


Ο Τάσος Κόρφης γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1929. Το πραγματικό του όνομα είναι Τάσος Ρομποτής. Καταγόταν από οικογένεια μουσικών, που συνεισέφερε στην ελληνική καλλιτεχνική αφύπνιση. Τελείωσε το γυμνάσιο στην Πάτρα και από το 1947 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, φτάνοντας στην ανώτατη βαθμίδα της ιεραρχίας. Από το 1951, που αποφοίτησε από τη Ναυτική Σχολή Δοκίμων, ως το 1982, που αποστρατεύθηκε, υπηρέτησε σε όλους σχεδόν τους τύπους πολεμικών πλοίων, με εξαίρεση τα υποβρύχια, ως αξιωματικός διευθυντής επιστασίας, Ύπαρχος και Κυβερνήτης. Επίσης σε καίριες θέσεις ξηράς, όπως Διευθυντής προσωπικού, πυροβολικού και γραφείου παραλαβής νέων μονάδων. Τέλειωσε επίσης επιτυχώς τη Ναυτική Σχολή Πολέμου, τις αμερικανικές σχολές πυροβολικού και τη Σχολή Αμύνης του ΝΑΤΟ στη Ρώμη. Όλα αυτά τα προσόντα του σε συνδυασμό με τη γλωσσομάθειά του τον οδήγησαν στην αντιπροσώπευση της Ελλάδας σε νατοϊκά επιτελεία στις Βρυξέλλες και στη Νάπολη της Ιταλίας.


Εμφανίστηκε στα γράμματα όντας ακόμα μαθητής με δημοσιεύσεις στις φιλολογικές σελίδες της "Αυγής" του Πύργου και στο περιοδικό "Χαραυγή". Υπήρξε ένας πολυδιάστατος πνευματικός άνθρωπος. Ασχολήθηκε με την πεζογραφία, την ποίηση, τη βιογραφία, τη μετάφραση, έγραψε μελέτες και δοκίμια και τέλος συνέταξε ανθολογίες αποθησαυρίζοντας το έργο κυρίως ποιητών του Μεσοπολέμου. Ακόμη προχώρησε στην έκδοση περιοδικού και την ίδρυση εκδοτικού οίκου.


Έργα του (ενδεικτικά) :

α) Πεζογραφία

  • Ταξίδι χωρίς πολικό

  • Ένα έρημο σπίτι

  • Δελτίο συμβάντων
β) Ποίηση

  • Ημερολόγιο

  • Εργόχειρα

  • Παυσίλυπα

  • 153 Graffiti

  • Εγκώμια
γ) Μονογραφίες - Δοκίμια - Μεταφράσεις

  • Ματιές σε ποιητές του Μεσοπολέμου

  • Ναπολέων Λαπαθιώτης

  • Νίκος Καββαδίας

  • Ρώμος Φιλύρας



ΠΗΓΗ : Γιολάντα Πεγκλή, "Τάσος Κόρφης - Ρομποτής, Ένας πολυδιάστατος πνευματικός άνθρωπος", περ. "Η Λέξη", τεύχ. 125, σελ. 81-85.