Καθ' οδόν για το σχολείο σήμερα, σταματημένη στην ίδια διασταύρωση που περνώ κάθε μέρα, πίσω από αρκετά αυτοκίνητα περιμένω ν' ανάψει το πράσινο. Ένας άνθρωπος σκυφτός, αδύνατος, το σακάκι και το παντελόνι του να κρέμονται πάνω του σα σε σκιάχτρο, αξύριστος, βρώμικος σέρνει μετά βίας τα πόδια του βαδίζοντας στη νησίδα πλάι στα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα και τείνει το χέρι. Κανείς δεν τον προσέχει. Το συγκεκριμένο φανάρι είναι από τα δύσκολα της πόλης - το πράσινο διαρκεί όσο η διέλευση τριών αυτοκινήτων - κι οι οδηγοί έχουν τον νου τους και το βλέμμα στραμμένο εκεί.
Πλησιάζοντας βλέπω στο άλλο του χέρι μια αυτοσχέδια χαρτονένια πινακίδα με ορνιθοσκαλίσματα που κραύγαζαν "ΠΕΙΝΑΩ". Δε μιλούσε, δεν παρακαλούσε, άπλωνε μόνο ελαφρά, ανεπαίσθητα, θαρρείς με διακριτικότητα, το χέρι και σήκωνε πάνω σου ένα βλέμμα φωτιά γεμάτο απελπισία, ντροπή και παράπονο.
Έλυσα τη ζώνη ασφαλείας να χώσω το χέρι στην τσέπη. Μόλις λίγο πριν ο ψιλικατζής της γειτονιάς μου με είχε γεμίσει κέρματα - του είχαν τελειώσει τα μικρά χαρτονομίσματα. Έστειλα εκεί που της έπρεπε τη σωστή θεωρία κατά την οποία η ελεημοσύνη ποσώς βοηθάει την καταπολέμηση της ζητιανιάς και ουδόλως ωφελεί το ζητιάνο και μόλις με πλησίασε, έβγαλα το χέρι απ' το παράθυρο και βιαστικά κι αμήχανα το άδειασα στη χούφτα του. Στην ταραχή και την ντροπή μου δεν αντιλήφθηκα το πράσινο που άναψε και εισέπραξα το συντονισμένο κορνάρισμα των οδηγών πίσω μου.
Σαν πιο λαμπρός μού φάνηκε ο ήλιος μετά. Κι ας ξέρω καλά πως δεν έλυσα το πρόβλημα αυτού του ανθρώπου, πως η χειρονομία μου καμιά ουσιαστική αξία δεν είχε. Ήμουν απλώς κάποιος που τον κοίταξε στα μάτια, που δεν τον προσπέρασε σαν να ήταν αόρατος. Ήμουν απλώς μια κατάφαση μέσα στις απανωτές αρνήσεις που δέχτηκε αυτός ο άνθρωπος από όλους όσους τρέχαμε βιαστικά να διεκπεραιώσουμε τις υποθέσεις μας, να κερδίσουμε τον υλικό μας "παράδεισο" από τον οποίο ποιος ξέρει τι είχε εξορίσει εκείνον.
ΜΟΥΣΙΚΗ - ΣΤΙΧΟΙ: Phil Collins (από το άλμπουμ "But Seriously" του 1989)
She calls out to the man on the street "Sir, can you help me? It's cold and I've nowhere to sleep, is there somewhere you can tell me"?
He walks on, doesn't look back, he pretends he can't hear her. Starts to whistle as he crosses the street seems embarassed to be there.
Oh, think twice! 'Cause it's another day for you and me in Paradise. Oh, think twice! 'Cause it's another day for you you and me in Paradise.
Think about it!
She calls out to the man on the street. He can see she's been crying, she's got blisters on the soles of her feet, she can't walk but she's trying.
Oh, think twice! 'Cause it's another day for you and me in Paradise. Oh, think twice! It's just another day for you you and me in Paradise.
Just think about it!
Oh, Lord! Is there nothing more anybody can do? Oh, Lord! There must be something you can say.
You can tell from the lines on her face, you can see that she's been there. Probably been moved on from every place 'cause she didn't fit in there.
Oh, think twice! 'Cause it's another day for you and me in Paradise Oh, think twice! It's just another day for you you and me in Paradise.
Τουλάχιστον, ας καρτερούμε το απροσδόκητο, όπως μια σπίθα κάτω από τη χόβολη. Γύρω απ' τη λάμπα εμείς μένουμε εδώ, κι οι νύχτες όξω γράφουνε τα ριζικά μας.
Αν σώθηκα ως τώρα, μ' έσωσε ο ίδιος ο Θεός·
εγώ χτυπούσα μόνο τα χέρια και τα πόδια μου, αλλά στην κρίσιμη στιγμή μ' άρπαζε πάντα κάποιο χέρι.
Κάθε στιγμή ενεδρεύει το απροσδόκητο, η μοίρα -ή όπως θέλεις πες την- που αγρυπνεί. Νομίζουμε πως θα σωθούμε, και χανόμαστε· νομίζουμε πως θα χαθούμε, και σωνόμαστε. Μα ξέρει πάντα εκείνη πιο πολλά από μας.
Προσπάθησα να κάνω την όψη τού κόσμου πιο χαρούμενη, κι η τύψη με ξανάβρισκε πάντα κι η θλίψη. Κι όμως, ένιωθα μέσα μου ύστερα από κάθε πτώση, έτοιμα να σαλέψουν, δυο φτερά.
(Από τη συλλογή Το χάραμα του μύθου (1960-1963), ενότητα Σκοτεινά Διαλείμματα)
Κώστας Στεργιόπουλος, Τα Ποιήματα Α΄ 1944 - 1965, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1988.
Ο Κώστας Στεργιόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1926. Λόγω των συνεχών μετακινήσεων της οικογένειάς του ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Άνδρο, τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα. Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πραγματοποίησε διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε στη Δημόσια και Ιδιωτική Εκπαίδευση, στη Σχολή Κινηματογράφου και Θεάτρου του Λ.Σταυράκου, ως λέκτωρ στην έδρα Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (1966-1969, οπότε το δικτατορικό καθεστώς του Παπαδόπουλου κατάργησε το θεσμό των λεκτόρων), ως βοηθός στο Σπουδαστήριο Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (1969-1972, οπότε παύτηκε από τη δικτατορία του Παπαδόπουλου) και ως καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων (1974-1984, οπότε αποχώρησε με εθελουσία έξοδο). Το 1986 αναγορεύτηκε ομότιμος καθηγητής στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας από τις στήλες της Νέας Εστίας το 1943.
Σαν σήμερα, στις 2 Νοεμβρίου 1911, γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης ο μεγάλος μας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης.
Από την ενότητα ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ [VIII - XIV]
XIV
Τ' ΑΝΩΤΕΡΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΜΟΥ τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας. Ιδού και μερικές πράξεις για παράδειγμα :
(1) Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει : με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.
(2) Το γινόμενο των μυριστικών χόρτων επί την αθωότητα δίνει πάντοτε το σχήμα κάποιου Ιησού Χριστού.
(3) Η ευτυχία είναι η ορθή σχέση ανάμεσα στις πράξεις (σχήματα) και στα αισθήματα (χρώματα). Η ζωή μας κόβεται, και οφείλει να κόβεται, στα μέτρα που έκοψε τα χρωματιστά χαρτιά του ο Matisse.
(4) Όπου υπάρχουν συκιές υπάρχει Ελλάδα. Όπου προεξέχει το βουνό απ' τη λέξη του υπάρχει ποιητής. Η ηδονή δεν είναι αφαιρετέα.
(5) Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δεν μένει στο τέλος παρά η αλήθεια.
(6) Κάθε πρόοδος στο ηθικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την ικανότητα που έχουν η δύναμη κι ο αριθμός να καθορίζουν τα πεπρωμένα μας.
(7) Ένας "Αναχωρητής" για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους άλλους μισούς, ένας "Επερχόμενος".
Οδυσσέας Ελύτης, Ο Μικρός Ναυτίλος, εκδ. ΙΚΑΡΟΣ, Αθήνα 1985.
Σκηνοθετημένη από το Γάλλο σκηνοθέτη Marcel Camus τούτη η ταινία, συμπαραγωγή Βραζιλίας, Γαλλίας κι Ιταλίας, αποτελεί διασκευή και μεταφορά του γνωστού αρχαιοελληνικού μύθου του Ορφέα και της Ευρυδίκης στο περιβάλλον μιας φαβέλας του Rio de Janeiro την περίοδο του καρναβαλιού.
Η ταινία αγαπήθηκε πολύ από κοινό και κριτικούς τόσο στην εποχή της όσο και μεταγενέστερα και σήμερα εξακολουθεί να αποτελεί μια πολύ καλή επιλογή μεταξύ των σινεφίλ θεατών. Ήταν υποψήφια για το βραβείο BAFTA καλύτερης ταινίας (1961), που δεν κέρδισε, ενώ της απονεμήθηκαν : Oscar καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας (1960), Χρυσός Φοίνικας καλύτερης σκηνοθεσίας για τον Marcel Camus στο Φεστιβάλ των Καννών (1959), Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξένης ταινίας (1960) και βραβείο Sant Jordi καλύτερης ξένης ταινίας (1960).
Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ
Ο Ορφέας είναι οδηγός λεωφορείου στο Rio de Janeiro. Γόης από φύση, ωστόσο η Μίρα κατάφερε να τον αρραβωνιαστεί και στην αρχή της ταινίας τούς βλέπουμε να προσπαθούν να βγάλουν άδεια γάμου. Ο αρμόδιος υπάλληλος για την έκδοσή της αναφέρει τον αρχαιοελληνικό μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης κάνοντας τη Μίρα να ζηλέψει και να υποθέσει πως υπάρχει άλλη γυναίκα στη ζωή τού αρραβωνιαστικού της.
Μετά την έκδοση της άδειας γάμου, ο Ορφέας παίρνει την κιθάρα του από το ενεχυροδανειστήριο για να παίξει στο καρναβάλι. Στο λεωφορείο συναντά την Ευρυδίκη, τη φλερτάρει αλλά δε δίνει συνέχεια αφενός επειδή τη βρίσκει μικρή κι αφετέρου επειδή την ίδια το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να βρεθεί στο σπίτι της εξαδέλφης της Σεραφίνας.
Επιστρέφοντας στο σπίτι του που εφάπτεται με αυτό της Σεραφίνας ο Ορφέας αυτοσχεδιάζει ένα τραγούδι με ακροατές δυο μικρά παιδιά και τα ζώα του (αναφορά στο μύθο που θέλει τον Ορφέα να μαγεύει με τη μουσική του τα θηρία). Η Ευρυδίκη τον ακούει, μαγεύεται από το τραγούδι κι εκείνος ανακαλύπτει πως είναι γείτονες, προσπαθεί να την ξελογιάσει μα εκείνη φεύγει τρέχοντας. Όταν τη φτάνει, εκείνη τον εντυπωσιάζει λέγοντάς του τον αρχαίο μύθο και ότι κατάλαβε πως κι εκείνος τον ξέρει από τα λόγια του τραγουδιού του.
Οι δυο τους ερωτεύονται αλλά είναι μονίμως κυνηγημένοι από τη Μίρα κι εκείνον που αναζητά την Ευρυδίκη από τότε που το έσκασε από το σπίτι της.
Η ταινία κορυφώνεται την ημέρα του καρναβαλιού. Η Ευρυδίκη έχει δει μια ανδρική φιγούρα ντυμένη με τη στολή του Θανάτου κι είναι φοβισμένη. Μεταμφιεσμένη με το κοστούμι της Σεραφίνας χορεύει με τον Ορφέα χωρίς να το αντιληφθεί η Μίρα, ώσπου η Σεραφίνα με το φίλο της έρχονται στη γιορτή κι αποκαλύπτεται η μεταμφίεση της Ευρυδίκης. Για μια ακόμη φορά αναγκάζεται να το βάλει στα πόδια προσπαθώντας να γλιτώσει από τη Μίρα και το Θάνατο, αλλά τώρα δε θα φανεί τυχερή. Θα σκοτωθεί από ηλεκτροπληξία από λάθος του Ορφέα.
Παρά το γεγονός πως η Ευρυδίκη είναι νεκρή ο Ορφέας θα την αναζητήσει στο γραφείο αναζητήσεων, όπου θα τον οδηγήσει ο Ερμής (άλλη αναφορά στο μύθο), ένας ηλικιωμένος εισπράκτορας λεωφορείου. Ο θυρωρός του γραφείου θα τον λυπηθεί και θα τον πάει κάπου όπου πραγματοποιείται μια θρησκευτική τελετή κατά την οποία οι τραγουδιστές κι οι χορευτές καταλαμβάνονται από πνεύματα. Ο Ορφέας θα επικοινωνήσει με το πνεύμα της Ευρυδίκης μέσω του σώματος μιας γυναίκας, εκείνος θα θελήσει να τη δει, αλλά αυτή θα τον προειδοποιήσει να μη στραφεί να κοιτάξει προς το μέρος της φωνής διαφορετικά θα τη χάσει για πάντα. Δεν την υπακούει, το πνεύμα της αφήνει τη γυναίκα κι ο Ορφέας τη χάνει για πάντα.
Σε όλο το υπόλοιπο της ταινίας ο Ορφέας περιπλανιέται θρηνώντας, ώσπου οι περιπλανήσεις του τον φέρνουν στο νεκροτομείο της πόλης, όπου ανακτά το σώμα της Ευρυδίκης. Μεταφέρει το άψυχο σώμα της στα χέρια του μέχρι την καλύβα του, η οποία καίγεται, και η Μίρα πετώντας με μανία καταπάνω του μια πέτρα τον βρίσκει στο κεφάλι και τον σκοτώνει δίνοντας έτσι τέλος στην τραγωδία.
Είναι η ίδια η κιθάρα του Ορφέα που θα κάνει τον ήλιο ν' ανατείλει ξανά, καθώς θα την πάρει στα χέρια του και θα παίξει το ένα από τα δυο μικρά αγόρια που ακολουθούσαν παντού τον Ορφέα. Ένα μικρό κορίτσι θα του δώσει ένα λουλούδι κι η ταινία θα κλείσει με τα τρία παιδιά να χορεύουν περιμένοντας την ανατολή σ' ένα συμβολισμό ανανέωσης της ίδιας της ζωής.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Η ταινία γυρίστηκε με μη επαγγελματίες ηθοποιούς. Ο Breno Mello που ενσάρκωσε στην ταινία τον Ορφέα ήταν ένας ποδοσφαιριστής κι αυτή ήταν η πρώτη του ταινία. Ωστόσο κατάφερε να αποδώσει με βαθιά συγκινητικό τρόπο το σπαραγμό του για το χαμό της Ευρυδίκης. Η Marpessa Dawn, Αμερικανίδα χορεύτρια με υποκριτική εμπειρία, έφερε σε πέρας το ρόλο της με ρεαλιστικό τρόπο. Κατά μια περίεργη σύμπτωση ο Mello πέθανε τον Ιούλιο του 2008 και η Dawn τον ακολούθησε έξι εβδομάδες αργότερα.
Το soundtrack της ταινίας περιέχει συνθέσεις του θρύλου της bossa nova Antonio Carlos Jobim όπως τα "Samba de Orfeo" και "A Felicidade" καθώς και το πολυαγαπημένο "Manhã De Carnaval", γραμμένο από τον Luiz Bonfá.
_________________________________
ΠΗΓΕΣ : Για την ανάρτηση χρησιμοποίησα πληροφορίες από εδώ, εδώ κι εδώ .
Ο Nathaniel Adams Coles γεννήθηκε στις 17 Μαρτίου 1919 στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα αλλά μεγάλωσε στα γκέτο του δυτικού Σικάγου, όπου η οικογένειά του μετακόμισε το 1923 αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Στην οικογένειά του όλοι είχαν σχέση με τη μουσική - έπαιζαν κάποιο όργανο ή τραγουδούσαν. Από νωρίς φάνηκε η έφεσή του στη μουσική και πήρε τα πρώτα μαθήματα στο πιάνο από τη μητέρα του, που έπαιζε εκκλησιαστικό όργανο. Πριν ακόμα πάει στο νηπιαγωγείο, μόλις στα τέσσερά του χρόνια, άκουσε στο ραδιόφωνο το τραγούδι "Yes, We Have No Bananas", κι έμαθε να το παίζει μόνος του ξεσηκώνοντας τις νότες "με το αυτί". Άρχισε κανονικά μαθήματα πιάνου στα δώδεκά του χρόνια μαθαίνοντας όχι μόνο τζαζ και γκόσπελ μουσική αλλά και την ευρωπαϊκή κλασική μουσική παίζοντας, όπως έλεγε, από Μπαχ μέχρι Ραχμάνινοφ.
Άρχισε την καλλιτεχνική του καριέρα ήδη από τα εφηβικά του χρόνια κάπου στα μέσα τής δεκαετίας του '30, υιοθετώντας το όνομα Nat Cole. Με τον μεγαλύτερο αδερφό του, Edward, έκαναν ηχογραφήσεις για λογαριασμό τής Decca και στη συνέχεια ο Nat εγκαταστάθηκε στο Λος Άντζελες παίζοντας σε διάφορα νυχτερινά κέντρα ως σολίστας. Το 1937 με προτροπή τού Bob Lewis, ενός ιδιοκτήτη κλαμπ, σχημάτισε μια μικρή μπάντα με τον Wesley Prince στο μπάσο και τον Oscar Moore στην κιθάρα. Ήταν ο Wesley αυτός που του έδωσε το παρατσούκλι "King" και το σχήμα τους πήρε το όνομα Nat King Cole Trio. Μετά το 1947 κι αφού το σχήμα είχε αλλάξει πρόσωπα με μόνο σταθερό τον ηγέτη του, η Capitol Records όλο και λιγότερο παρουσίαζε το τρίο, ενώ ηχογραφούσε τον Cole μόνο του σαν τραγουδιστή με την υποστήριξη πλούσιας ορχήστρας εγχόρδων. Έτσι, γύρω στα 1950 ο Nat King Cole είχε πια αποκτήσει τη φήμη ενός εξαίρετου τραγουδιστή με ζεστή, βελούδινη μπάσα φωνή, είχε κερδίσει ένα ευρύ κοινό και είχε για πάντα σταθεροποιήσει τη θέση του στην ιστορία τής μουσικής.
Πολέμησε το ρατσισμό σε όλη του τη ζωή και αρνήθηκε να παίξει σε χώρους αποκλειστικά για έγχρωμους. Το 1956 σε κάποια συναυλία στην Αλαμπάμα κι ενώ βρισκόταν επί σκηνής, δέχτηκε επίθεση από τρία μέλη τής οργάνωσης White Citizens Council, που προσπαθούσαν να τον απαγάγουν. Ποτέ στο εξής δεν ξαναέπαιξε στο Νότο.
Το 1958 πήγε στην Αβάνα, όπου ηχογράφησε το άλμπουμ "Cole Español", ολόκληρο στα ισπανικά. Το άλμπουμ έγινε τόσο δημοφιλές στη Λατινική Αμερική αλλά και τις ΗΠΑ που άλλα δύο παρόμοια το ακολούθησαν : το "A Mis Amigos" το 1959, στο οποίο τραγουδάει στα ισπανικά και πορτογαλικά, και το "More Cole Español" το 1962. Χαρακτηριστικό είναι πως ο ίδιος δε μιλούσε καθόλου ισπανικά - μάθαινε τα τραγούδια παπαγαλία.
Έφυγε από τη ζωή πολύ νέος στις 15 Φεβρουαρίου 1965.
Ακολουθούν δεκαοχτώ από τις πιο γνωστές ηχογραφήσεις του - δώδεκα στα αγγλικά και έξι στα ισπανικά. Καλή ακρόαση!
Σημείωση: Για την ανάρτηση άντλησα πληροφορίες από εδώ, εδώ κι εδώ.
Ο Νίκος Καββαδίας είναι από τους πιο αγαπημένους και πολυδιαβασμένους μου ποιητές, καθώς τόσο η ζωή του όσο κι η ποίησή του είναι άρρηκτα δεμένες με τη θάλασσα - στοιχείο που καθορίζει και τη δική μου τη ζωή.
Ένα από τα πιο αγαπημένα μου μελοποιημένα ποιήματά του είναι το Fata Morgana που μελοποίησε η Μαρίζα Κωχ. Παρακάτω θα δούμε τον ίδιο τον ποιητή να εξηγεί κάποια πράγματα απ' αυτά που αναφέρονται στους στίχους τού ποιήματος. Ό,τι διαβάσετε από εδώ και κάτω είναι αντιγραφή από το βιβλίο του Μήτσου Κασόλα: Νίκος Καββαδίας, Γυναίκα - Θάλασσα - Ζωή/αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο, που εκδόθηκε από τον Καστανιώτη το 2004. Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας μάς πληροφορεί, η μαγνητοφώνηση έγινε στο σπίτι τού συγγραφέα, κατά την τελευταία επίσκεψη του ποιητή, μόλις σαράντα εφτά μέρες πριν το θάνατό του από εγκεφαλικό στις 10 Φεβρουαρίου 1975. "Απέπνεε ένα αίσθημα μοναξιάς, ένα προαίσθημα μη δεν προλάβει να μπαρκάρει, στις 12 του Γενάρη, και μείνει στη στεριά και του συμβεί τίποτα...", λέει ο Μήτσος Κασόλας και προσθέτει : "Αυτό το προαίσθημα, αυτή η ανασφάλειά του ήταν και ο κρυφός λόγος μου να του ζητήσω να μου επιτρέψει ν' ανοίξω το μαγνητόφωνό μου και να καταγράψω κάποιες απαγγελίες ποιημάτων του και κάποιες από τις πολλές ιστορίες του. Δέχτηκε. Έτσι σώθηκε η φωνή του κι οι ιστορίες του, που ποσώς τον ενδιέφερε, νομίζω, πόσο πραγματικές, πόσο αληθινές ή πόσο μυθοποιημένες ήταν. Το ίδιο δεν ενδιέφερε και μένα και ελπίζω να μη σας ενδιαφέρει και σας".
___________________________________________
-- Λοιπόν, για να σωπάσουμε όλοι τώρα, παρακαλώ, να ακούσουμε τον φίλο μας τον Καββαδία να μας απαγγέλλει κάποια του ποιήματα, απ' αυτά που θα έχει στη νέα ποιητική συλλογή του.
-- Επιμένεις, Κασόλα; Μα 'γω, όταν τα απαγγέλλω, τα δολοφονώ, αδερφέ μου.
-- Τα θυμάσαι απέξω;
-- Τα θυμάμαι, αλλά ντρέπομαι.
-- Ας ντρέπεσαι, θέλω, όπως σου είπα, να κρατήσω τη φωνή σου στο μαγνητόφωνό μου, να την έχω, μαζί και ό,τι άλλο μας πεις απόψε...
-- Θα σας απαγγείλω ένα που έχει τον τίτλο: "Γυναίκα".
Χόρεψε πάνω στο φτερό τού καρχαρία. Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα. Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία. Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα. .................................................
Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο. Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα. Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω ως να μου γίνεις Μοίρα,Θάνατος και Πέτρα.
-- Το σκότωσα, έτσι;
-- Όχι, ίσα ίσα, μια χαρά το είπες. Ωραίο ποίημα. Για κείνη που έχεις μπερδέματα το έγραψες αυτό;
-- Όχι, για κείνη έχω γράψει αυτό που θα σας πω τώρα.
Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.
Στρείδι ωκεάνειο αρραβωνιάζεται το φως. Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι κι ο άρρητος πόνος, πιο πικρός και πιο στυφός, που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.
Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί, οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι, όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.
Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό. Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα, άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό, ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ' αγαπήσαν.
Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός, δόξα τού κρύσταλλου, κρασί απ' τη Σαντορίνη. Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.
Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες τού Σινά. Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι. Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά, μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.
Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι. Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια. Μπροστά στην Πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.
-- Νίκο, αν μου επιτρέπεις να σε ρωτήσω κάτι, του λέω (νομίζοντας, με την παύση που έκανε, ότι η απαγγελία αυτού του ποιήματος είχε τελειώσει), από όλες τις γυναίκες που συνάντησες στα λιμάνια τού κόσμου, είναι καμιά που να τη θυμάσαι ιδιαίτερα;
-- Όχι, οι περισσότερες δεν είχαν το καρχηδόνιο επίχρισμα. (Χαμογελάει).
-- Γιατί χαμογελάς; Τι είναι αυτό το καρχηδόνιο επίχρισμα, δεν το κατάλαβα. Γιατί διστάζεις; (Στην παρέα εκείνο το βράδυ υπήρχαν και αρκετές κοπέλες). Ντρέπεσαι τα κορίτσια;
-- Όχι, δεν ντρέπομαι... Να, είναι ένα επίχρισμα που υπάρχει πάντα μέσα στον γυναικείο κόλπο.
-- Πρόσθετο;
-- Όχι, φυσικό επίχρισμα, όπως και τα λαμινάρια που λέω : Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια κλπ. Λαβίδα από την Άγια Κοινωνία.
-- Και τα λαμινάρια πάλι, τι είναι αυτά;
-- Ένα τέλειο φύκι, θα 'λεγα, φυτεμένο μες στη γη, αλλά δουλεύει μόνο του, εργάζεται, ζει, το οποίο, άμα το κόψεις, μετά είναι νεκρό και ζωντανεύει και μεγαλώνει μόνο μέσα στον γυναικείο κόλπο και πουθενά αλλού. Και μπορεί να τη σκοτώσει τη γυναίκα άμα το ξεχάσει μέσα της. Μ' αυτό κάνανε οι Αμερικάνες εκτρώσεις.
-- Τόσο δραστικό είναι;
-- Κάνει μια αιμορραγία μ' αυτό η γυναίκα, διαστέλλει τον κόλπο της κι άμα το αφήσει περισσότερο απ' όσο πρέπει, αυτό μεγαλώνει και γίνεται μια διχάλα. Μια διχάλα, ας πούμε, σαν την ιερή λαβίδα της μετάληψης, του αγίου δισκοπότηρου που λέω.
-- Και το καρχηδόνιο επίχρισμα; Τι είναι;
-- Κοίτα να δεις -γελάει και πάλι- όλες, όλες το έχουν αυτό το καρχηδόνιο επίχρισμα, εγώ το έβγαλα έτσι, ποιητικά... Θυμίζει τα βάζα των Καρχηδόνιων, που τα βάφανε αυτοί μόνο από μέσα, μ' ένα ειδικό επίχρισμα. Και το γυναικείο επίχρισμα, πώς να το πω, είναι η χλωρίδα, ας πούμε. Όπως έχουμε θαλάσσια χλωρίδα, τροπική χλωρίδα, πανίδα κλπ. Είναι πολύ ερεθιστική. (Γελάει). Άμα δεν υπάρχει αυτή η κολπική χλωρίδα, δεν μπορεί η γυναίκα να κάνει παιδί. Μα καλά, τόσα πολλά ξέρω εγώ;
-- Τα κέρατά σου ξέρεις, Καββαδία, του απαντάω.
Κι ο Καββαδίας ξαναγελάει και γελάμε όλοι και πάλι και συνεχίζουμε τη συζήτηση.
-- Και οι γυναίκες, λοιπόν, που γνώρισες εσύ στα λιμάνια, γιατί αυτές δεν είχανε το καρχηδόνιο επίχρισμα;
-- Γιατί οι πόρνες δεν έχουν αυτό το επίχρισμα, σπάνια το έχουν. Από την πολλή χρήση δεν έχουν. Σπάνια νά 'χουνε αυτές την "άγια σκουριά", που λέω. Κάτι σαν αυτή την κόκκινη, πυρόχρωμη σκουριά των λατομείων, που τη φορτώναμε στα καράβια από το Στρατόνι, τη Γερακινή κλπ. Αυτό το επίχρισμα έχει απόχρωση σκουριάς.
Φάτα Μοργκάνα
-- Αφήσαμε όμως το ποίημα μισό, να σας πω και το υπόλοιπο. (Απαγγέλλει και πάλι):
Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα. Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα. Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα. Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.
Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο όνομα. Εύα από την Κίο. Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στο Αμανάτι και η τέταρτη είν' ένα αγόρι μ' ένα μάτι.
Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια, όστρακα, λυσίκομες κοπέλες, φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια, άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.
Να 'χαμε το λύχνο του Αλαδίνου ή το γέρο νάνο απ' την Καντώνα. Στείλαμε το σήμα του κινδύνου πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.
Δαίμονας γεννά τη νηνεμία. Ξόρκισε, Allodetta, τ' όνομά του. Λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου, και φυλλομετρά τον καζαμία.
Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του. Γεια χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο. Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου, έχει και στην κόλαση μπορντέλο.
Γελάμε με το "έχει και στην κόλαση μπορντέλο" και σχολιάζει:
-- Η ψυχή του πεθαμένου βγαίνει από πίσω, η γιαγιά μου το 'λεγε. Εμένα δε βγήκε ακόμα. Λοιπόν, μέσα στον κυκλώνα, στο μάτι, έχει άπνοια, τέλεια άπνοια. Αλλά πώς θα βγεις από κει πέρα, απ' τον κυκλώνα; Και πού θα την πάει αυτήν την άπνοια, από πού θα την σπάσει να μην πέσει ο αέρας; Και κει βλέπεις πλοία στον αέρα, ψάρια στον αέρα, ξύλα αιωρούμενα, φίδια... Μιλάω για κυκλώνες και όχι για τους ανεμοστρόβιλους, τους ανεμορούφαλους της στεριάς.
-- Και, Φάτα Μοργκάνα;
-- Φάτα Μοργκάνα είναι ένα φαινόμενο που συμβαίνει στη Σικελία, στο στενό, ή στη Νάπολη απόξω, νύχτα, τρεις η ώρα, και παρουσιάζει τρεις γυναίκες που χορεύουν στον ορίζοντα. Μετά σβήνει. Κρατά ένα δυο λεπτά, τρεις η ώρα τη νύχτα, πάντα την ίδια εποχή. Καμιά φορά μπορεί να είναι και ηλιακό φαινόμενο και να το βαστάει κάποιο σύννεφο και το παρουσιάζει μετά. Να, κάνει μια αποθήκευση αυτού.
-- Εσύ το είδες αυτό το φαινόμενο;
-- Δύο φορές.
-- Μη μου πεις... Έχουνε σχήμα; Πώς είναι;
-- Έχουνε σχήμα, κανονικό σχήμα, με τα πέπλα τους, τα μαλλιά τους, λυσίκομες, σε ανατριχιάζει αυτό το φαινόμενο.
-- Αλήθεια, με συγχωρείς που σε ξαναρωτάω, το 'χεις δει εσύ αυτό το θέαμα με τα μάτια σου;
-- Ναι, βρε παιδάκι μου, πολλές φορές. Αυτό το θέαμα μάλιστα το είδα, την πρώτη φορά, με έναν Καραντώνη. Αυτός με φώναξε. "Δεν ξέρω τίποτα", μου λέει. Ξάδερφος πρώτος του Αντρέα του ύπαρχου στο καράβι. Αλλά αντικατοπτρισμούς έχω δει πολλές φορές. Έχω δει το Αλγέρι και μετά τους μιναρέδες του στην Ερυθρά. Και λες, αυτό δεν είναι Κάιρο, Αλεξάνδρεια, είναι τ' Αλγέρι, που το ξέρεις. Γιατί μπαίνοντας μετά στο παλιό ντοκ, βλέπεις τι έχει, πόσα φανάρια κλπ.
Για περισσότερο ...Καββαδία ανατρέξτε:
1) ΜΗΤΣΟΣ ΚΑΣΟΛΑΣ, Νίκος Καββαδίας, Γυναίκα - Θάλασσα - Ζωή/Αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο, εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, Αθήνα 2004.
2) GUY (MICHEL) SAUNIER, "Ετούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό..."/Έρευνα στον μυθικό κόσμο του Νίκου Καββαδία, εκδ. ΑΓΡΑ, Αθήνα 2004.
Πριν από λίγα λεπτά έφτασε στο ταχυδρομικό μου κουτί από τα φιλαράκια μου στην Αθήνα ένα μήνυμα το περιεχόμενο του οποίου βρήκα πολύ εντυπωσιακό και ενδιαφέρον και θέλησα να το παρουσιάσω εδώ. Δε γνωρίζω το συντάκτη του κειμένου που περιεχόταν στο μήνυμα, όποιος κι αν είναι, πάντως, εκφράζω τις ευχαριστίες μου.
Η εμφάνιση μιας ντροπαλής 24χρονης σε σόου ταλέντων της ουκρανικής τηλεόρασης προκάλεσε το κλάμα μίας ολόκληρης χώρας, καθώς και διεθνή αίσθηση. Περίπου 13.000.000άνθρωποι είδαν την Kseniya Simonova στο σόου "Ουκρανία έχεις ταλέντο" σε μια εξαιρετική επίδειξη της τέχνης της άμμου.
Η Ουκρανία προετοιμάζεται για τις προεδρικές εκλογές του Ιανουαρίου του 2010, ενώ βρίσκεται σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση ως χώρα. Από τον περασμένο Μάιο, οπότε και εμφανίστηκε για πρώτη φορά η Simonova, με ένα κουτί γεμάτο άμμο, ζωγραφίζοντας πανέμορφες εικόνες πάνω σε αυτό, απεικονίζοντας την ιστορία της πρώην σοβιετικής χώρας, όλο και περισσότεροι θαυμαστές κάθονταν μπροστά από τους τηλεοπτικούς τους δέκτες για να τη δουν. Τα βίντεό της στο Youtube έχουν συγκεντρώσει πάνω από 4.000.000 κλικ, αριθμός απίθανος για ένα κοινό που γνωρίζει λίγα για την ιστορία της Ουκρανίας.
Η Ουκρανία έχασε περίπου το 1/4 του πληθυσμού της κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αριθμός που αντιστοιχεί περίπου στο 20% των συνολικών θανάτων. Με τη βοήθεια της άμμου, τα πορτραίτα της Simonova δείχνουν τις ανθρώπινες απώλειες από τη γερμανική εισβολή του 1941.
Η σκηνή, στο άνοιγμά της, δείχνει ένα ζευγάρι να κάθεται σε ένα παγκάκι κάτω από έναν ουρανό γεμάτο αστέρια. Ξαφνικά, εμφανίζονται πολεμικά αεροπλάνα και η ευτυχισμένη σκηνή αντικαθίσταται από θάνατο και θλιμμένα πρόσωπα. Στη συνέχεια, έρχεται ένα μωρό και η γυναίκα χαμογελά ξανά, αλλά ο όλεθρος του πολέμου τη μετατρέπει σε χήρα, πριν η εικόνα με τη σειρά της να πάρει τη μορφή του Αγνώστου Στρατιώτη της Ουκρανίας.
Η 24χρονη κέρδισε, φυσικά, το πρώτο βραβείο του παιχνιδιού (80.000 λίρες) και επέστρεψε στην κανονική της ζωή στην Κριμαία. Έκπληξη αποτελεί πάντως το κίνητρό της για τη συμμετοχή στο παιχνίδι."Δήλωσα συμμετοχή για να βοηθήσω ένα παιδί, το οποίο χρειαζόταν να υποβληθεί σε εγχείρηση. Δεν είχα σκοπό να κάνω όλη τη χώρα να κλάψει", είπε.
Η Kseniya Simonova γεννήθηκε στην Ουκρανία το 1985. Χειρίζεται την άμμο με μεγάλη δεξιοτεχνία, δημιουργώντας εικόνες γεμάτες ζωντάνια. Το πρώτο από τα δύο βίντεο που ακολουθούν είναι εκείνο που της έδωσε το πρώτο βραβείο στο παιχνίδι "Ουκρανία έχεις ταλέντο".
"Μερικοί άνθρωποι είναι προορισμένοι να συναντηθούνε", όπως λέει η φίλη μου η Βίκυ. Έκθαμβοι πολλοί από μας το έχουμε δει να επαληθεύεται αυτό μια ή περισσότερες φορές στη διάρκεια του βίου μας. Να, μια στιγμούλα μόνο "σαν κλειδούχος να συγκατατεθεί ο καιρός" κι άνθρωποι προερχόμενοι από άλλους τόπους, άνθρωποι που τίποτα δεν προοιώνιζε τη συνάντησή τους, όχι μόνο συναντιούνται απροσδόκητα αλλά συνάπτουν και σχέσεις ουσιαστικές και βαθιές, απ' αυτές που αντέχουν στο χρόνο.
Πριν από είκοσι παρά κάτι χρόνια, πρωτοβίωσα την ιδιότυπη ξενιτιά τού ν' αφήσω πίσω την πατρίδα μου την Αθήνα και να εγκατασταθώ σε τούτη εδώ την πόλη τού νότου, μακριά από πολλά απ' όσα αγαπούσα. Κι ένα βράδυ που είπαμε να πνίξουμε τους κοινούς μας καημούς με μια συνάδελφο που συνυπηρετούσαμε στο ίδιο απομακρυσμένο σχολείο, βρεθήκαμε στο "Κάστρο", μια ταβέρνα που δεν υπάρχει πια κι όπου τραγουδούσε, όπως μας είχαν πει, ένας συνάδελφος δάσκαλος. Έτσι έγινε η γνωριμία μου μ' έναν ιδιαίτερης ευαισθησίας άνθρωπο, δάσκαλο με όλα τα γράμματα κεφαλαία κι εξαίρετο τραγουδιστή κι ερμηνευτή των πιο ακριβών τραγουδιών της ελληνικής μουσικής. Το "Κάστρο" έγινε το στέκι μου κι ο Παναγιώτης έγινε σιγά σιγά πηγή έμπνευσης, κινητήριος μοχλός δημιουργίας, αργότερα συνάδελφος στο ίδιο σχολείο, συνοδοιπόρος, συναγωνιστής και φίλος.
Εκείνος δεν ξέρει πόσο είχε γλυκάνει την ξενιτιά μου τότε με τις μουσικές και τα τραγούδια του. Δε μου χάλασε ποτέ το χατίρι σε παραγγελιές. Ο κόσμος να χάλαγε θα τραγούδαγε την "Αχάριστη" και την "Αρχόντισσα" του Τσιτσάνη, το "Γράμμα" του Μπακαλάκου και τούτο εδώ που βαθιά με συγκινούσε τότε και τώρα κι ας έχει πια ξεχαστεί.
Του το αφιερώνω, λοιπόν, εγώ η "χοντρούλα άνοιξη", όπως συνηθίζει να με λέει από τότε που στρουμπούλεψα με μερικά παραπανίσια κιλά.
Ο άνθρωπος του κάβου (Στίχοι/Μουσική/Ερμηνεία : Χάρις Αλεξίου, από το δίσκο "Οδός Νεφέλης '88", 1995)
Πάνω σ' ένα μαύρο κάβο είν' το σπίτι του μοναχός, συντροφεμένος απ' τη λύπη του. Ήταν νέος, ήταν γέρος δε θυμάμαι πια μα θυμάμαι πως μιλούσε μόνο στα πουλιά... Και κανένας δεν τον είχε κάνει φίλο του πάντα μοναχός γυρνούσε με το σκύλο του.
Κι όπως μάζευα κοχύλια κι άσπρα βότσαλα ήρθαν κι έκατσαν κοντά μου δυο γλαρόπουλα. Μου 'παν να τον πλησιάσω που 'μαι μοναχή να του φτιάξω μιαν αγάπη να μιλάει γι' αυτή...
Μα η δικιά μου η αγάπη είν' η θάλασσα για μοναδική μου φίλη την εκράτησα... Να μου τραγουδήσει πάλι την παρακαλώ μήπως την ακούσει κι έρθει μέχρι το γιαλό η μανούλα μου η γοργόνα η Μαγδαληνή να της πω να του χαρίσει πάλι τη φωνή... Να μου πει τα μυστικά του και τα λάθη του που τον κρύψαν απ' τους φίλους κι απ' τα πάθη του. Κι ύστερα να πλύνω τ' άστρα να του φέξουνε νά 'ρθει πριν φανούν οι γλάροι και με κλέψουνε.
Πάνω σ' ένα μαύρο κάβο όλη μου η ζωή να μετράω τους πειρατές της κάθε χαραυγή... Και η μάνα μου δε βγαίνει και δε φαίνεται, το τραγούδι μου στο κύμα μέσα πνίγεται. Την αγάπη να διαλέξω ή τη θάλασσα; Απ' τις δυο ποια με πονάει δε λογάριασα. Κι έτσι ανάμεσα στις δύο τώρα αφήνομαι μα καμιά δεν είν' δικιά μου και μαραίνομαι...
Πάνω σ' ένα μαύρο κάβο όλη μου η ζωή να μετράω τα όνειρά της κάθε χαραυγή...
Η Μαρία Σουλτάτου γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ηράκλειο της Κρήτης. Είναι παρούσα στα μουσικά μας πράγματα αρκετά χρόνια. Διαθέτει μια θεσπέσια φωνή και κυρίως τη διακρίνει ένα σπάνιο καλλιτεχνικό ήθος, που την οδηγεί σε εκλεκτές συνεργασίες και δισκογραφικές δουλειές.
Η πρώτη της συνεργασία ήταν με τον Λίνο Κόκοτο αλλά στη συνέχεια ευτύχησε να συνεργαστεί με πολλούς από τους μεγάλους συνθέτες μας, όπως οι Μίκης Θεοδωράκης, Σταύρος Ξαρχάκος, Χρήστος Λεοντής, Ηλίας Ανδριόπουλος, Χριστόδουλος Χάλαρης, Χρήστος Νικολόπουλος, Αριστείδης Μόσχος, Μιχάλης Τερζής. Όπως η ίδια δεν παραλείπει να τονίζει, σταθμός στην καριέρα της υπήρξε η συνεργασία της με το Σταύρο Ξαρχάκο στην παράσταση "Αμάν - αμήν" που είχε θέμα της το ρεμπέτικο τραγούδι.
Ο άνθρωπος είναι ένα πλάσμα καταδικασμένο συνεχώς να εξελίσσεται. Είναι αξιοθαύμαστο σε πόσο μεγάλο βαθμό αυτή η εξέλιξη, αυτό που σταδιακά γινόμαστε, εξαρτάται από το περιβάλλον μας τόσο το φυσικό όσο και το ανθρωπογενές. Αν ο καθένας από εμάς ψάξει βαθιά και ειλικρινά μέσα του, ίσως δει πως ο εαυτός του σμιλεύτηκε και πήρε "σχήμα" από την επίδραση και την επιρροή που άσκησαν πάνω του τόποι και πρόσωπα με τα οποία ήρθε σε άμεση ή έμμεση επαφή, κατ' αναλογία, βέβαια, και με τη δική του ετοιμότητα και δεκτικότητα.
Από την καθημερινή μου επαφή με μικρά παιδιά (αλλά,φευ, και πολλούς ενήλικες) έχω διαπιστώσει την απαρέσκειά τους ως προς το πιο απαιτητικό είδος μουσικής, δηλαδή την κλασική. Μια απαρέσκεια που τις περισσότερες φορές οφείλεται σε άγνοια, η οποία με τη σειρά της συχνά οφείλεται είτε στην παντελή άρνηση να ακούσουν (έστω δειγματοληπτικά) είτε στην προειλημμένη απόφαση πως τάχα "αυτή η μουσική δεν είναι για μένα".
Αν σ' έναν ενήλικα είναι μάλλον αδύνατο ή τουλάχιστον πολύ δύσκολο να αλλάξει μια τέτοια στάση, δε συμβαίνει το ίδιο με τα μικρά παιδιά, που εκ φύσεως είναι δεκτικά στα ερεθίσματα. Θέλει όμως προσπάθεια και κόπο και γνώση τόσο του είδους της μουσικής όσο και του τρόπου σκέψης και αντίδρασης των παιδιών.
Όλα αυτά τα λέω επειδή έχω κι εγώ τα δικά μου ανεξόφλητα χρέη σε τόπους αλλά κυρίως σε πρόσωπα. Αν έχετε την υπομονή να συνεχίσετε, θα καταλάβετε τι εννοώ από την ιστορία που θα διηγηθώ παρακάτω.
Είμαι μοναχοπαίδι εργαζομένων γονιών. Τα σχολικά μου χρόνια στην Αθήνα τα σχολεία ήταν διπλής βάρδιας, πρωινά και απογευματινά. Όταν ήμουν απογευματινή, τα πρωινά τα περνούσα ήδη από την ηλικία των επτά χρόνων ολομόναχη στο σπίτι ωσότου έρθει η ώρα για το σχολείο. Κι αφού τα διαβάσματα είχαν τελειώσει, για να περάσω την ώρα μου έπαιζα, όπως κάθε σωστό παιδί. Παιχνίδι μου ήταν ένα φορητό ηλεκτρόφωνο που είχαμε και η συλλογή από τα 45άρια δισκάκια με τα οποία διασκεδάζαμε σε γιορτές και σχόλες. Κάποτε που αλλάξαμε σπίτι, γιατί θα ερχόταν και η γιαγιά να μείνει μαζί μας, στη νέα πολυκατοικία που πήγαμε έμενε στο διπλανό διαμέρισμα ένας (τρελο)Κερκυραίος με την οικογένειά του. Πολύ καλοί άνθρωποι και δέσαν οι οικογένειές μας αμέσως.
Ο καιρός πέρασε... είχα τελειώσει το δημοτικό, θα ήμουν στην πρώτη γυμνασίου, όταν ένα ανοιξιάτικο απόγευμα που ήμουν μόνη στο σπίτι, έβγαλα ως συνήθως από το ντουλάπι το ηλεκτρόφωνο κι άρχισα να παίζω τα δισκάκια μου (είχα τώρα και τα ολόδικά μου, κυρίως του Πασχάλη και των Olympians) σε μια ένταση κάπως μεγαλύτερη από το συνηθισμένο. Δεν πέρασε πολλή ώρα κι ακούω το κουδούνι. Ανοίγω κι ήταν ο γείτονας. "Εσύ τ' ακούς αυτά;" με ρώτησε. "Θα το χαμηλώσω", του είπα, νομίζοντας πως ήταν η ένταση που τον είχε ενοχλήσει. Για να μην τα πολυλογώ, έριξε μια ματιά στα δισκάκια που είχα αραδιασμένα τριγύρω και μετά μου είπε: "Κλασική μουσική έχεις ακούσει ποτέ"; Πάσχισα να μη γελάσω. Κλασική μουσική; Εγώ; Τι δουλειά είχα εγώ μ' εκείνους εκεί που ουρλιάζουν και λένε πράματα που δεν τραγουδιώνται; Θεός φυλάξοι! Τίποτα απ' αυτά δεν είπα, βέβαια. Πήρα μόνο υπάκουα τα κλειδιά και τον ακολούθησα στο διπλανό διαμέρισμα.
Πάντα είχα την απορία γιατί σ' εκείνο το διαμέρισμα το ένα δωμάτιο ήταν μονίμως κλειστό κι εμείς τα παιδιά (εγώ και τα μικρά τα δικά του) δεν είχαμε πρόσβαση. "Είναι το δωμάτιο του Λ.", έλεγε η γυναίκα του, "Είναι του μπαμπά", λέγαν τα παιδιά. Είχε έρθει η ώρα η απορία μου να λυθεί. Η πόρτα ξεκλειδώθηκε και μπαίνοντας είδα ένα γραφείο, μια τεράστια βιβλιοθήκη ασφυκτικά γεμάτη βιβλία και δίσκους, σε περίοπτη θέση το στερεοφωνικό και μια αναπαυτική πολυθρόνα, όπου με έβαλε να κάτσω. Τοποθέτησε ένα δίσκο στο πικάπ και με άφησε μόνη μου στο δωμάτιο για να πάει να κανονίσει με τη γυναίκα του τα κεράσματα. Πρόφαση, βέβαια. Ήθελε να είμαι μόνη μου σ' αυτή την πρώτη επαφή με τη μουσική που αποκαλούσε μουσική "του". Επιστρέφοντας με βρήκε με τα δάχτυλα αγκιστρωμένα στα μπράτσα της πολυθρόνας και με τα μάτια υγρά από το κλάμα. Τέτοια επίδραση είχε ασκήσει πάνω μου αυτό που άκουσα. "Αμ, το 'ξερα εγώ", είπε. Άργησα να καταλάβω τι ήξερε εκείνος που δεν ήξερα ακόμη εγώ. Η φοβερή έκπληξη ήρθε όταν μου είπε πως αυτό που είχα ακούσει ήταν η Μαρία Κάλλας (που ως τότε εγώ κορόιδευα, συντασσόμενη με τους συνομηλίκους). Κι ακολούθησε αυτό το απόσπασμα που τώρα εγώ μοιράζομαι μαζί σας.
Από τότε συχνά πυκνά πήγαινα κι ακούγαμε μουσική μαζί. Καθάριζε με ευλάβεια τους δίσκους του κι έβαζε ασταμάτητα ν' ακούμε. Κάπως έτσι άλλαξε η στάση μου γενικότερα απέναντι στα είδη της μουσικής και μορφοποιήθηκε ως ένα μεγάλο βαθμό και η αισθητική μου.
Στον άνθρωπο αυτό χρωστάω κάτι ακόμα: την εξοικείωση με τα μαθηματικά, την άλλη του αγάπη. Ήταν εκείνος που στην πρώτη δυσκολία στο γυμνάσιο μου έδωσε χέρι βοήθειας και όχι μόνο δεν τα μίσησα αλλά τα αγάπησα κιόλας.
Τούτο το φθινόπωρο ήρθε εξόχως γεναιόδωρο... Φέρνει μαζί του μνήμες-χαρές, μνήμες-πληγές αλλά και μνήμες από μελλούμενα.
James Blunt, "Cry" (από το άλμπουμ "Back to Bedlam", 2005)
I have seen peace, I have seen pain Resting on the shoulders of your name Do you see the truth through all their lies? Do you see the world through troubled eyes? And if you want to talk about it anymore, Lie here on the floor and cry on my shoulder. I'm a friend
I have seen birth, I have seen death Lived to see a lover's final breath Do you see my guilt? Should I feel fright? Is the fire of hesitation burning bright? And if you want to talk about it once again, On you I depend. I'll cry on your shoulder. You're a friend.
You and I have lived through many things. I'll hold on to your heart I wouldn't cry for anything, But don't go tearing your life apart.
I have seen fear, I have seen faith. Seen the look of anger on your face. And if you want to talk about what will be, Come and sit with me And cry on my shoulder. I'm a friend. And if you want to talk about it anymore, Lie here on the floor And cry on my shoulder once again. Cry on my shoulder I'm a friend.
Είμαι χειρότερος απ' τους αλήτες, τις αρτίστες αυτοί μπορούν και ζουν, δεν περιμένουνε μα εγώ ό,τι παίρνω γίνεται προπέτασμα καπνού για όσα ζητώ, και προπαντός μια εξιλέωση στην τέλεια σχέση να σωθώ ή να μαρτυρήσω.
Μα ο άλλος είναι ανέφιχτος, γιατί δεν είναι μόνο σώμα ή κατανόηση μα κάποια ανεπανάληπτη φωνή. Κι αν προχωρήσω εγκάρσια μέσα του έντρομος θα ιδώ πως μένει θεατής. Δεν είναι ετοιμασμένος για μαρτύριο ή για μοίρασμα σκοτώνοντας τη σίγουρη μικρή του ελευθερία. Φυλάγεται και σε καλεί μονάχα αν υπογράψεις πως όλα θα τα σεβαστείς, και το κυριότερο τη σίγουρη μικρή του ελευθερία
Δεν είναι από εκείνα που κάνουν κρότο. Το θυμήθηκα, γιατί εδώ και λίγη ώρα ρίχνει ένα φοβερό χαλάζι. Αύριο θα πρέπει να γιατροπορέψω τα λουλουδάκια μου.
Ό,τι λες στην πένα το γράφει. Σκέπτεσαι θυμάσαι νομίζεις αγαπάς υπαγορεύεις.
Μερικά τα αποσιωπάς. Όχι πως είσαι υποκριτής αλλά λιγάκι σα να ντρέπεσαι που είναι τόσο λίγα και σα να κομματιάζεσαι τόσα πολλά που είναι.
Με αφοσίωση σε ακούνε οι λέξεις σε αντιγράφουν και η πένα διψασμένη ρουφάει όσο μελάνι αφήνουν πίσω τους --σαν τις σουπιές-- τα συνταρακτικά θολώνει η σύλληψή τους.
Όπως σου υπαγόρευσε η μοίρα να τα ζήσεις γραμμένα σε δικό της απορροφητικό χαρτί έτσι ακριβώς κι εσύ τα υπαγορεύεις στην άγνωστη ποιότητα του μέσου που διαθέτεις.
Καμιά φορά όταν η πένα μπάζει κρύο γιατί οι προφυλάξεις έχουνε πετσικάρει απ' των δεινών την παλαιότητα λίγο παραμορφώνεις την εικόνα -- αίσθημα που δριμύ χειμώνα δρέπει το στρέφεις να μαζεύει χαμομήλια και κάπως έτσι γλυκαίνει του κειμένου ο καιρός.
Όλα ετούτα και άλλα μαζί τα παίρνει φεύγοντας ο χρόνος σα να 'τανε δικά του. Κάποια στιγμή του τα ζητάς τ' ανοίγεις θέλεις να δεις εάν θυμάται το χαρτί όσα του υπαγόρευσες γιατί ακόμα και της άψυχης εγγύησης η μνήμη με τον καιρό κι αυτή αδυνατίζει.
Ταράζεσαι χλωμιάζεις βλέπεις να 'χουν γραφτεί πράγματα που δεν είπες τον εαυτό σου αγνώριστο κι οι πράξεις του θρασύδειλες να ενοχοποιούν άλλων την προδοσία ενώ η δική σου σε ανύψωση να θριαμβεύει ως θύμα
κι άλλα κι άλλα τερατώδη, επονείδιστα που και νεκρός να είσαι ντρέπεσαι να τα πεις με το γυμνό όνομά τους.
Φρίττεις κι ερμηνεύεις πως όλα είναι βγαλμένα τάχα απ' της γραφής το άρρωστο μυαλό.
Σε λιγοστεύει σε ταπεινώνει να παραδεχτείς πως όλ' αυτά τα ανίδεα που γράφουμε γνωρίζουνε για μας περισσότερα και πιο αβυσσαλέα απ' όσα μισοξέρουν όσα ζήσαμε.
Το πρωτοδιάβασα στο λογοτεχνικό περιοδικό "Η λέξη", στο τεύχος 183... Συμπεριελήφθη ελαφρώς τροποποιημένο στην ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά "Χλόη θερμοκηπίου", εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ.
ΜΟΥΣΙΚΗ - ΣΤΙΧΟΙ: Γιώργος Σταυριανός ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Γεράσιμος Ανδρεάτος (από το άλμπουμ "Το χρώμα της μνήμης")
Λάτρεψα τα σημάδια τ' ανεξίτηλα που απ' το δικό σου πέρασμα απομείναν με δέος συλλογίστηκα πως θα σε πάρει ο άνεμος πως θα σε πάρει ο χρόνος και με στοργή ψηλάφισα τα λίγα, τα λιγόσπαρτα σημάδια της ζωής σου
και με στοργή ψηλάφισα τα λίγα,τα λιγόσπαρτα σημάδια της ζωής σου
Ένα αγαπημένο τραγούδι-πασπαρτού είπα να σας χαρίσω σήμερα. Πασπαρτού, γιατί το χρησιμοποιώ τα τελευταία χρόνια την πρώτη μέρα μαθημάτων στο σχολείο, όταν παίρνω καινούρια τάξη, παιδιά που δεν τα είχα την προηγούμενη χρονιά. Με την τόση του τρυφερότητα τι γρήγορα που ξεκλειδώνουν οι ψυχούλες! Πώς εξανεμίζεται στίχο το στίχο, νότα τη νότα το άγχος και κερδίζω τα πρώτα χαμόγελα εμπιστοσύνης! Και συνήθως τα πιτσιρίκια το αγαπούν, μολονότι είναι ο ρυθμός του αργόσυρτος. Από την άλλη μέρα είμαστε όλοι έτοιμοι να ψάξουμε "μαγισσάκια" κρυμμένα μέσα στα βιβλία μας. Το σιντι-πλέιερ είναι πάντα σ' ετοιμότητα. Τραγουδώντας ξορκίζουμε εμείς το άγχος, το φόβο, τη λύπη, τον εκνευρισμό, οτιδήποτε απειλεί να χαλάσει τη μέρα μας.
Καλή σας μέρα! Και σ' όλα τα πιτσιρίκια (ειδικά τα πρωτάκια) που θα πάνε σήμερα σχολείο!
Είχα σκοπό να γράψω κάτι για το θέμα, γιατί μέρες που είναι, με τις ετοιμασίες για την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς, πολλούς απασχολεί η ενδεχόμενη έξαρση της νέας γρίπης που αναμένεται κατά τον Οκτώβρη, όπως ενημερώνουν οι αρμόδιοι.
Ένα έχω να πω: Οι γονείς να μην ανησυχούν διόλου. Διότι αφ' ενός ως γνωστόν τα ελληνικά σχολειά από άποψη υλικοτεχνικής υποδομής είναι πολύ υψηλών προδιαγραφών και αφ' ετέρου οι δικοί μας δάσκαλοι δεν είναι τίποτα τυχαίοι. Εκτός από δάσκαλοι είναι επίσης ψυχολόγοι, ενίοτε νοσοκόμοι, ενώ από φέτος θα είναι σύμβουλοι υγείας, γιατροί, ελεγκτές υδραυλικοί, ελεγκτές κάδων απορριμμάτων και όποια άλλη έκτακτη ειδικότητα κριθεί αναγκαία.
Η δε πολιτεία από τη μεριά της έχει λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της νέας γρίπης στα σχολειά, όπως φαίνεται καθαρά από τις σχετικές εγκυκλίους που έχουν καταφτάσει στις σχολικές μονάδες. Για να το δείτε κι εσείς αυτό, περάστε μια βόλτα από εδώ και διαβάστε με προσοχή. Μια επίσης ενδιαφέρουσα ματιά για το θέμα εδώ.
Πρόκειται για άκρως απαστράπτοντα μαργαριτάρια που αλιεύτηκαν από γραπτά μαθητών γυμνασίων διαφόρων περιοχών της χώρας μας.
α) Εσπεριδοειδή σαν τα προτοκάλια είναι και τα μαντολίνια, αλλά πιο μικρά και με φλούδα που βγαίνει εύκολα. (Γυμνάσιο Αθήνας)
β) Η επετηρίδα είναι αυτό που βγάζουμε στα μαλλιά μας άμα δε λουζόμαστε συχνά. (Γυμνάσιο Πάτρας)
γ) Στην αρχαία εποχή δεν υπήρχαν ξένες χώρες, γι' αυτό δεν έχουν βρει οι αρχαιολόγοι αρχαία διαβατήρια. (Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης)
δ) Ο Λεωνίδας και οι Τριακόσιοι του ηττήθηκαν γιατί οι Θερμοπύλες ήτανε πολυπληθέστεροι σε αριθμό. (Γυμνάσιο Αθήνας)
ε) Την Οδύσσεια την έγραψε ο Οδυσσέας. Την Ιλιάδα ο Ηλιάδης. (Γυμνάσιο Λαμίας)
στ) Η κυριότερη αιτία της εξάτμισης είναι η φωτιά κάτω από το κατσαρολάκι. (Γυμνάσιο Κορίνθου)
ζ) Ενεργητική φωνή: Κυνηγάω το λαγό. Παθητική φωνή: Ο λαγός με κυνηγάει. (Γυμνάσιο Κορίνθου)
η) Οι βηταμίνες βρίσκονται ακριβώς ανάμεσα από τις αλφαμίνες και τις γαμαμίνες. (Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης)
θ) Το ακριβώς αντίθετο της Αγίας Τριάδας είναι η Διαβολική Τριάδα, πυρ, συν γυναιξί και θάλασσα. Πράγματα του Σατανά. (Λύκειο Ξάνθης)
ι) Ερώτηση: "Τι γνωρίζετε για τις εικονομαχίες;". Απάντηση: "Εικονομαχίες ήταν οι μάχες που έκαναν οι λαοί για τις εικόνες. Όποιος κέρδιζε τη μάχη κέρδιζε και τις εικόνες". (Γυμνάσιο Αθήνας)
ια) "Οι Δέκα Εντολές γράφτηκαν από τον Σινά και παραδόθηκαν στον Μωυσή στην Πλάκα. Ήταν όλες πέτρινες, αλλά σαφέστατες". (Γραπτό υποψηφίου για τη Σχολή της Αστυνομίας)
Τα παιδιά αυτά τέλειωσαν το δημοτικό (!), φοίτησαν στο γυμνάσιο τελειώνοντας επιτυχώς (?!) τις τάξεις, ολοκλήρωσαν τον κύκλο της υποχρεωτικής βασικής εκπαίδευσης παραμένοντας ουσιαστικά αγράμματα και κάποια απ' αυτά τέλειωσαν και το λύκειο. Εκείνο το τελευταίο ήθελε και να εισαχθεί στη σχολή της αστυνομίας. (Μεταξύ μας, δε θα με εξέπληττε αν περνούσε κιόλας). Όλα βαίνουν καλώς στο Ελλαδιστάν...
Μελαγχολική είναι η διάθεσή μου απόψε, κάπως βαριά. Κάθομαι στο μπαλκόνι και κοιτάζω τ' αστέρια που στραφταλίζουνε στο ξέφτι τ' ουρανού που με σκεπάζει. Βρίσκω την αρκουδίτσα μου, τη Μικρή Άρκτο, και της χαμογελώ. Από μερικά παιδικά παιχνίδια δεν ξεφεύγει ποτέ κανείς, παρ' όλη την πάροδο του χρόνου.
Η γειτονιά εντελώς έρημη. Τα γύρω μπαλκόνια άδεια, σκοτεινά, δίχως κόσμο και κουβέντες. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα επαναλαμβάνεται με εντυπωσιακή συνέπεια το ίδιο σκηνικό. Ούτε συνεννοημένοι να ήταν οι γείτονες! Χτες τέτοιαν ώρα όλα ήταν χαρωπό καλοκαιράκι με παιδικές φωνούλες, γέλια κι αστεία στα μπαλκόνια, σήμερα είναι μελαγχολικό φθινόπωρο με μόνο το φως και τους ήχους των τηλεοράσεων να δραπετεύουν από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες.
Ωστόσο, είναι απολαυστική αυτή η σιγαλιά. Ακούγονται στεντόρειες οι έσω φωνές. Το νυχτολούλουδό μου ξεχύνει τη μεθυστική, λιγωτική μοσχοβολιά του και στο τραπεζάκι τρεμοπαίζει το κερί κάνοντας το κεχριμπαρένιο σταφύλι να λάμπει.
Ένα ακόμα καλοκαίρι πέρασε, λοιπόν. Ένας ακόμα κύκλος έκλεισε κι έχει κιόλας ανοίξει ένας νέος. Έτσι μετρώ εγώ τον καιρό. Με καλοκαίρια που έρχονται και φεύγουν για να 'ρθουν άλλα. Κάθομαι και λογαριάζω τι μου έδωσε, τι μου πήρε τούτο το φετινό... Άψογος βγαίνει ο ισολογισμός. Κι εγώ πλουσιότερη σ' εμπειρίες, σ' εντυπώσεις, σ' αισθήματα και συναισθήματα.
Η νύχτα προχωράει ακάθεκτη κι εγώ ακόμα παρακολουθώ το καλοκαιράκι να φεύγει απρόθυμα με αργά, διστακτικά και κάπως κουρασμένα βήματα. Το πρωί ο ήλιος θα βγει πάλι ζεστός φέρνοντας ένα ακόμα νιούτσικο φθινόπωρο, έναν ακόμα Σεπτέμβρη. Να, σαν αυτόν που τραγουδά στο cd η Marianne Faithfull.
The Summer dying September lives in flame The sisters dancing No happy ending to the game Don't bother to call me Think I'll stay here just the same
Flaming September What can you give me that is true? Do you remember Do you remember Do you remember All the life I gave to you
The Summer dying September lives in flame My youth lies bruised and broken No happy ending to the game Don't bother to tell me I'll live on here just the same
Flaming September What can you show me that is new? My heart remembers Do you remember Do you remember All the life I gave to you
Flaming September What can you show me that is true? My heart remembers Do you remember Do you remember All the life I gave to you
Τ' αγαπώ πάρα πολύ αυτό το τραγούδι. Μ' αρέσουν οι στίχοι του τόσο απλοί και τρυφεροί. Με τρελλαίνει ο υπόκωφος ρυθμός του με μια τόση δα δόση καημού από κάτω και τα τσακίσματα της φωνής του Λιδάκη που τα υπογραμμίζουν.
Προσπαθώ καιρό τώρα να το οπτικοποιήσω και να το ανεβάσω στο ...σωλήνα, ώστε να το αναρτήσω εδώ, αλλά δεν έβρισκα κατάλληλες εικόνες γι' αυτό που είχα στο μυαλό μου. Ε, σήμερα που μου το έστειλε έτοιμο μια ...φίλη του σωλήνα, ορίστε! Ελπίζω να το χαρείτε όσο εγώ.
ΜΟΥΣΙΚΗ-ΣΤΙΧΟΙ: Σόφη Παππά ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Μανώλης Λιδάκης (από το άλμπουμ "Το Κλειδί)
Από πολύ μικρή, βρέφος σχεδόν, μεγάλωσα με το ραδιόφωνο. Αυτό με ηρεμούσε όταν με έπιανε η ακατανίκητη παρόρμηση για γκρίνια, αυτό δρόσιζε τον πυρετό μου όποτε αρρώσταινα, αυτό με νανούριζε όταν αρνιόμουν σαν καλό παιδάκι να πάω για ύπνο, αυτό με παρηγορούσε όταν μ' έπνιγε το παιδιάστικο παράπονο, αυτό συνόδευε τη γλυκιά φωνή της μάνας μου αργότερα, όταν το βραδάκι έπεφτε κι εκείνη μπάλωνε, σιδέρωνε ή ακόμη ετοίμαζε το τραπέζι για να φάμε όλοι μαζί (ωραία που ήταν χωρίς τηλεόραση!). Έτσι μεγάλωνα και μεγάλωσα... ρουφώντας ήχους. Τα δημοτικά που αγαπούσε η γιαγιά, τα τραγούδια του Αττίκ και των άλλων του είδους, που κάποιοι αργότερα ενοχοποίησαν ως "ελαφρά", τις καντάδες, αλλά και αργότερα τα λαϊκά, τα ρεμπέτικα, το λεγόμενο έντεχνο, τις ροκιές της εφηβείας... τέλος δεν έχουν οι αναζητήσεις ως τα σήμερα.
Κατά έναν περίεργο τρόπο πάντα, από μικρό παιδί, με έθελγαν ακούσματα που χτυπούσαν κατευθείαν στην ψυχή, που μ' έκαναν για κάποιον ανεξήγητο λόγο να θέλω να κλάψω. Απορούσαν οι μεγάλοι: "μα εμείς εδώ βάλαμε μουσική να διασκεδάσουμε και το παιδί δακρύζει;" έλεγαν. Ακόμα και στα εφηβικά μου χρόνια της άρνησης, της αναζήτησης, της σκληρής αντιπαράθεσης του άλλοτε με το τώρα.
Ένα από εκείνα τα ακούσματα ήταν και τα αργεντίνικα τανγκό, πολλά από τα οποία (όπως έμαθα αργότερα) είχαν μεταφερθεί στα ελληνικά και ηχογραφηθεί από Έλληνες καλλιτέχνες. Έτσι τα τραγουδούσαν η μαμά κι ο μπαμπάς και τα χόρευαν κιόλας εξαίσια, μ' εμένα να χαζεύω και να μη θέλω να τελειώσει το τραγούδι. Χορό δεν έμαθα ποτέ - υπερβολικά ντροπαλή εκ φύσεως. Κι αν τα πόδια δε με πάνε, έχω όμως χορευταρού ψυχή που δε χάνει βήμα.
Κάποτε έμαθα πως για πολλά από εκείνα τα υπέροχα τραγούδια που απείρως με συγκινούσαν υπεύθυνος ήταν ο κύριος της φωτογραφίας, για τον οποίο θα μιλήσω παρακάτω.
Γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1887 στην Τουλούζη της Γαλλίας από άγνωστο πατέρα και μητέρα τη Berthe Gardes. Σε ηλικία 27 μηνών η μητέρα του τον έφερε στην Αργεντινή, την υπηκοότητα της οποίας απέκτησε το 1923. Μια άλλη θεωρία για τον τόπο γέννησής του λέει πως γεννήθηκε στην Ουρουγουάη, μια και ο ίδιος ισχυρίστηκε πως ήταν Ουρουγουανός στην αίτησή του για την απόκτηση της αργεντίνικης υπηκοότητας και καθώς βρέθηκε στη σορό του μισοκαμένο ουρουγουανό διαβατήριο. Μολονότι τρεις χώρες ερίζουν για την καταγωγή του, εκείνος όταν ρωτούνταν συνήθιζε να λέει πως γεννήθηκε στο Μπουένος Άυρες σε ηλικία δυόμισι ετών, καθώς εκεί μεγάλωσε και τη μουσική της Αργεντινής υπηρέτησε.
Ξεκίνησε την καριέρα του τραγουδώντας σε μπαρ και ιδιωτικά πάρτι αρχικά με τον Francisco Martino κι έπειτα σχηματίζοντας τρίο με τους Martino και Jose Razzano. Θεωρείται ο δημιουργός του τραγουδιού tango από το 1917 που ερμήνευσε το Mi Noche Triste των Pascual Contursi και Samuel Castriota, τραγούδι που πούλησε πάνω από δέκα χιλιάδες αντίτυπα κι έγινε επιτυχία σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική.
Έκανε περιοδείες στην Αργεντινή, την Ουρουγουάη, τη Χιλή, τη Βραζιλία, το Πουέρτο Ρίκο, τη Βενεζουέλα, την Κολομβία κι εμφανίστηκε επίσης στο Παρίσι, τη Νέα Υόρκη, τη Βαρκελώνη και τη Μαδρίτη. Στους πρώτους τρεις μήνες της επίσκεψής του στο Παρίσι το 1928 πούλησε εβδομήντα χιλιάδες δίσκους. Η αυξανόμενη δημοτικότητά του, το εκπληκτικό ταλέντο του στο τραγούδι και τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του που θύμιζαν κινηματογραφικό αστέρα τον οδήγησαν στη δημιουργία ταινιών στη Γαλλία και τις ΗΠΑ για λογαριασμό της Paramount.
Η αλάνθαστη μουσικότητα της ιδιαίτερης βαρύτονης φωνής του και το δραματικό χρώμα που προσέδιδε στις ερμηνείες των στίχων ανέδειξαν σε μικρά αριστουργήματα τις εκατοντάδες ηχογραφήσεις του.
Πέθανε στις 24 Ιουνίου 1935 σε ένα αεροπορικό δυστύχημα στην Κολομβία οδηγώντας σε βαρύ θρήνο τα εκατομμύρια των θαυμαστών του σε όλο τον κόσμο. Ακόμα και σήμερα τιμάται παγκοσμίως κι αποκτά καινούριους θαυμαστές. Στη Λατινική Αμερική μάλιστα λένε "ο Gardel τραγουδά όλο και καλύτερα κάθε μέρα" και σχεδόν πάντα στο άγαλμα που στήθηκε στον τάφο του βλέπει κανείς ένα τσιγάρο αναμμένο ανάμεσα στα δάχτυλά του τοποθετημένο εκεί από κάποιον θαυμαστή.
Ο συγγραφέας Νίκος Α. Κοκάντζης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1927 και πέθανε στις 25 Ιουλίου 2009 σε ηλικία 82 ετών.
Σπούδασε Ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και κατόπιν έφυγε για χρόνια στο Λονδίνο, όπου ειδικεύτηκε στην Ψυχιατρική, με ιδιαίτερη έμφαση στην ψυχανάλυση, και στην Ψυχοθεραπεία. Στην ουσία είναι συγγραφέας του ενός βιβλίου, καθώς δεν άφησε πίσω του πλούσιο έργο. Το 1973 μια αγγλική ποιητική ανθολογία συμπεριέλαβε τέσσερα ποιήματά του. Δυο χρόνια αργότερα, το 1975, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ η "Τζιοκόντα", που έτυχε θερμής υποδοχής από κριτικούς και αναγνώστες στην Ελλάδα και το εξωτερικό, καθώς μεταφράστηκε στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά, τα ιταλικά, τα εβραϊκά και τα ολλανδικά, ενώ επίκειται και η έκδοσή της στα τουρκικά.
Πρόκειται για την αληθινή ιστορία του πρώτου έρωτα δυο δεκαπεντάχρονων νέων, ενός Χριστιανού (είναι ο ίδιος ο συγγραφέας) και μιας Εβραίας, στη Θεσσαλονίκη της γερμανικής κατοχής, που διακόπηκε βίαια όταν πήραν την Τζιοκόντα και την οικογένειά της... "Τους πήρανε αργά ένα ζεστό απόγεμα. Ένα μεγάλο στρατιωτικό φορτηγό έφτασε, με τρεις Γερμανούς στρατιώτες κι έναν νεαρό αξιωματικό που ήσανε λιγομίλητοι, μεθοδικοί και σχεδόν ευγενικοί. Οι γείτονες κοιτάζανε από τα παράθυρά τους, παιδιά είχανε μαζευτεί γύρω απ' τ' αυτοκίνητο παρακολουθώντας με σιωπηλή περιέργεια αυτά που γινότανε."(*)...για να τους οδηγήσουν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Ο συγγραφέας αφηγείται αυτή την τραγική ιστορία μέσα σε μόλις ενενήντα εφτά σελίδες λιτά, απέριττα, χωρίς φλυαρίες και λογοτεχνικά στολίδια. Και συνθέτει έναν ύμνο στην αγάπη ενώ ταυτόχρονα αποτυπώνει την εφιαλτική περιπέτεια των Εβραίων της Θεσσαλονίκης υπαινικτικά, δίχως τις φρικιαστικές περιγραφές του πολέμου.
Το παλιό αρχοντικό των Λένοξ στο Χάμπστεντ στεγάζει την ιστορία μιας οικογένειας, που απλώνεται χρονικά σε σχεδόν ολόκληρο τον εικοστό αιώνα.
Στον ψηλότερο όροφό του κατοικεί η Γιούλια, εκπατρισμένη Γερμανίδα, απόγονος εύπορης, αριστοκρατικής οικογένειας με πατέρα διπλωμάτη και μητέρα μουσικό. Το 1914 η δεκατετράχρονη Γιούλια γνωρίζει τον εικοσιπεντάχρονο Φίλιπ Λένοξ, Άγγλο γραμματέα της πρεσβείας στο Βερολίνο. Οι δυο νέοι ερωτεύονται και συμφωνούν να παντρευτούν μόλις η Γιούλια κλείσει τα δεκάξι της χρόνια. Όμως ο πόλεμος έρχεται ν' ανατρέψει τα σχέδιά τους με την Αγγλία και τη Γερμανία αντιμέτωπες. Ο Φίλιπ πηγαίνει να πολεμήσει, η Γιούλια και η οικογένειά της αντιμετωπίζονται με καχυποψία, αλλά όταν το 1919 ο Φίλιπ αποστρατεύεται, οι δυο ερωτευμένοι παντρεύονται και εγκαθίστανται στο Λονδίνο. Αποκτούν κι ένα παιδί, τον Τζόλιον, ο οποίος αιφνιδίως εγκαταλείπει τις σπουδές του στο Ίτον για να πάει εθελοντής στον Ισπανικό Εμφύλιο ως σύντροφος Τζόνι Λένοξ.
Έχοντας πλήρως ενστερνιστεί τις αρχές του σταλινισμού, ο Τζόνι θεωρεί πως η επανάσταση προηγείται όλων των προσωπικών υποθέσεων και προκειμένου να την υπηρετήσει δε διστάζει να εγκαταλείψει τη σύζυγό του Φράνσις και τους δυο γιους τους Άντριου και Κόλιν. Έτσι στο παλιό αρχοντικό των Λένοξ θα εγκατασταθούν οι τρεις τους κατόπιν προτροπής της Γιούλιας, που δεν αισθάνεται καμιά απολύτως περηφάνεια για το γιο της, την ιδεολογία και τις πράξεις του.
Η Φράνσις αναδεικνύεται σε στοργική μητρική φιγούρα όχι μόνο για τα δικά της παιδιά, αλλά κι όλους τους έφηβους φίλους τους που, χολωμένοι με τις οικογένειές τους, έχουν κάνει σπίτι τους το σπίτι της (προς μεγάλη έκπληξη και δυσαρέσκεια της Γιούλιας) και μαζεύονται γύρω από το διαρκώς επεκτεινόμενο για να τους χωρέσει τραπέζι της κουζίνας της. Έχει ήδη μπει η δεκαετία του εξήντα και το πνεύμα της έχει διαποτίσει τους νέους, που διακαώς επιθυμούν να σπάσουν τους δεσμούς με το παρελθόν και αποζητούν ελευθερία. Κατεστραμμένη γενιά, θεωρεί η Γιούλια και το αποδίδει στους δυο παγκόσμιους πολέμους που προηγήθηκαν. Κι είναι αυτό ακριβώς το τραπέζι, όπου όλοι μαζεύονται τα βράδια για να δειπνήσουν, ν' αστειευτούν, να κομπάσουν για τις επιτυχίες τους στις "απαλλοτριώσεις" (μικροκλοπές βιβλίων και ρούχων από τους "καπιταλιστές" κατστηματάρχες), να συζητήσουν έντονα για τις πολιτικές ιδεολογίες της εποχής που θα οδηγήσουν στον ονειρεμένο καλύτερο κόσμο. Οι σχέσεις των ανθρώπων, έτσι όπως διαμορφώνονται γύρω του, παρέχουν μια κατά πολύ ασφαλέστερη και καλύτερη κατανόηση της ανθρώπινης φύσης απ' όσο θα μπορούσε ποτέ η οποιαδήποτε πολιτική ιδεολογία να προσφέρει.
Η διαρκώς διευρυνόμενη με νέα μέλη "οικογένεια" της Φράνσις θα συμπεριλάβει στους στοργικούς της κόλπους και τη δεκατετράχρονη Τίλυ, προγονή του Τζόνι, κόρη της δεύτερης γυναίκας του από τον πρώτο της γάμο, που είναι ένα ψυχικό ερείπιο. Τη φροντίδα της θ' αναλάβει ο Άντριου αλλά και η Γιούλια που θα εμπλακεί συναισθηματικά σε τέτοιο βαθμό, ώστε να τη θεωρήσει σαν το πραγματικό παιδί της. Είναι η Γιούλια που θα απαλλάξει την κοπέλα από το παιδιάστικο παρατσούκλι της, δίνοντάς της πίσω το πραγματικό της όνομα, Σύλβια, σ' ένα συμβολισμό της "αναγέννησής" της.
Κάποτε οι ονειροπόλοι έφηβοι ενηλικιώνονται. Κάποιοι απ' αυτούς οδηγούνται στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, σπρωγμένοι απ' την ιδεολογία τους. Μολονότι θα ξανασυναντηθούν αργότερα στην αφρικανική ήπειρο, οι συναντήσεις τους δε θα είναι παρά μια παρωδία των αλλοτινών συνευρέσεών τους στο αρχοντικό των Λένοξ. Η δεκαετία του εξήντα με την αθωότητα και τα οράματά της έχει πια παρέλθει και το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό έχει αλλάξει.
Η Ντόρις Λέσινγκ έχει συνθέσει ένα υπέροχο, απολαυστικό μυθιστόρημα με χαρακτήρες αλησμόνητους και με πραγματικό πρωταγωνιστή τη δεκαετία του εξήντα.
Στο σημείωμά της στο βιβλίο γράφει: "Ελπίζω ότι κατάφερα να ανασυνθέσω το πνεύμα της δεκαετίας του εξήντα, κυρίως -- εκείνης της αντιφατικής εποχής που, αν την αντιπαραθέσει κανείς με αυτές που ακολούθησαν, φαντάζει εκπληκτικά ανυποψίαστη. Δεν είχε παρά ελάχιστη από την ανηθικότητα της δεκαετίας του εβδομήντα ή την κυνική απληστία της δεκαετίας του ογδόντα".
Ο αναγνώστης με πίκρα διαπιστώνει (ή μάλλον επιβεβαιώνει) πως "αυτός ο κόσμος δε θ' αλλάξει ποτέ". Πώς αλλιώς, αφού με το πέρασμα στην ενηλικίωση προδίδεται και καταρρέει "το πιο γλυκό όνειρο";
Σημείωση :Στη συγγραφέα απονεμήθηκε το 2007 το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για τη συνολική της προσφορά στη λογοτεχνία. Άλλα αξιοσημείωτα έργα της είναι : "Το χρυσό σημειωματάριο" ("The Golden Notebook"), "Το πέμπτο παιδί" ("The Fifth Child"), "Τα παιδιά της βίας" ("Children of Violence"), "Ο καλός τρομοκράτης" ("The Good Terrorist"), "Αναμνήσεις ενός επιζώντος" ("The Memoirs of a Survivor") και πολλά άλλα, καθώς είναι πολυγραφότατη.
Ένα καλοκαιριάτικο πρωινό ο επτάχρονος Κορεάτης Σανγκ-Γου επιβιβάζεται με τη μητέρα του στο λεωφορείο που θα τους οδηγήσει σ' ένα μικρό χωριό της επαρχίας, όπου κατοικεί η σχεδόν ογδοντάχρονη μουγκή και ταλαιπωρημένη από την οστεοπόρωση γιαγιά του. Ο μικρός προορίζεται να φιλοξενηθεί εκεί, ωσότου η άνεργη μητέρα του βρει δουλειά κι επιστρέψει να τον πάρει.
Μαθημένος σ' ένα καθαρά αστικό περιβάλλον και με τον εγωκεντρισμό της ηλικίας του, δε δείχνει κανέναν απολύτως σεβασμό στη γιαγιά και δε χάνει ευκαιρία να φανερώνει την αποστροφή του
για τον παραδοσιακό τρόπο ζωής στο χωριό με τις φτωχικές καλύβες που στερούνται στοιχειώδεις ανέσεις όπως ηλεκτρισμό και τρεχούμενο νερό.
Παρά τον μόνιμο θυμό και την άρνηση του μικρού η γιαγιά τον αντιμετωπίζει με υπομονή, κατανόηση και αγάπη. Το μόνο που ζητά απ' αυτόν είναι να της περνά την κλωστή στη βελόνα που ράβει.
Αυτή η άνευ όρων αγάπη που απλόχερα χαρίζει η γιαγιά θα διαπεράσει τη σκληρότητα του παιδιού και θα βρει τον τρόπο ν' αγγίξει την ψυχή του.
Όταν έρθει η ώρα να επιστρέψει στη Σεούλ με τη μητέρα του, το παιδί θα αποχαιρετήσει με δάκρυα τη γιαγιά έχοντας πάρει ένα πολύτιμο μάθημα ζωής.
Την ταινία σκηνοθέτησε η Lee Jeong-Hyang. Η Kim Eul-Boon, που υποδύεται τη γιαγιά, δεν είναι επαγγελματίας ηθοποιός. Η ταινία γυρίστηκε το 2002, απέσπασε το βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν και κυκλοφόρησε σε dvd το 2003 από την Paramount. Κυκλοφορεί και με ελληνικούς υπότιτλους από την Προοπτική. Αφιερωμένη σε όλες τις γιαγιάδες του κόσμου, βαθιά ανθρώπινη, αξίζει να την αναζητήσετε και να τη δείτε. Μην παραλείψετε όμως να εφοδιαστείτε με κουτί χαρτομάντιλα--θα σας χρειαστούν οπωσδήποτε.
Η ζεστή βελούδινη φωνή της Maria del Mar Bonet για περισσότερα από σαράντα χρόνια ξελογιάζει το κοινό όπου κι αν έχει τραγουδήσει.
Γεννημένη στη Μαγιόρκα της Ισπανίας το 1947, από τα παιδικά της χρόνια έμαθε τα τραγούδια των Βαλεαρίδων Νήσων. Μολονότι σπούδασε στην Σχολή Καλών Τεχνών, τελικά αφιερώθηκε στο τραγούδι. Το 1967 με την άφιξή της στη Βαρκελώνη, άρχισε να τραγουδά με τους Els Setze Jutges, ένα σημαντικό γκρουπ Καταλανών συνθετών και τραγουδιστών. Εδώ γνώρισε την παραδοσιακή μουσική της Καταλωνίας και ηχογράφησε τον πρώτο της δίσκο με τέσσερα λαϊκά τραγούδια της Μινόρκα.
Το 1968 χτυπήθηκε από τη λογοκρισία του καθεστώτος του Φράνκο και της απαγορεύτηκε να τραγουδά ένα από τα πιο δημοφιλή τραγούδια της, το Que volen aquesta gent? (What do these people want?), ωστόσο κατάφερε να προστεθεί το όνομά της στους εκπροσώπους του μεσογειακού τραγουδιού.
Στις αρχές της δεκαετίας του '70 ξεκίνησε τις εμφανίσεις της στο εξωτερικό σε χώρες όπως η Γαλλία, η Αγγλία και η Δανία αλλά στη μετέπειτα πορεία της καριέρας της επισκέφθηκε ακόμη την Ελβετία, τη Βενεζουέλα, το Μεξικό, την Πορτογαλία, την Πολωνία, την Ιταλία, τη Σουηδία, τη Γερμανία, την Τυνησία, την Τουρκία, τη Βραζιλία, την Ολλανδία, το Βέλγιο, την πρώην ΕΣΣΔ, τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία.
Το 1992 της απονεμήθηκε από την κυβέρνηση της Καταλωνίας το Εθνικό Βραβείο, γιατί κατέστησε δημοφιλή την καταλανική λαϊκή μουσική.
Το 1993 παρουσίασε την "Ελλάδα του Θεοδωράκη (La Grecia de Theodorakis)", που ηχογραφήθηκε υπό τον τίτλο El-Las, Maria del Mar Bonet canta Theodorakis κι έγινε η αφετηρία μιας σταθερής φιλίας και σποραδικής συνεργασίας των δύο μέχρι σήμερα.
Έχει εμφανιστεί σε ζωντανές συναυλίες στην Ισπανία με τη Μαρία Φαραντούρη και τη Νένα Βενετσάνου. Στην Ελλάδα εμφανίστηκε το 2001 στο φεστιβάλ Woomad και το 2003 στο φεστιβάλ Νάξου.
Ο John Weldon Cale γεννήθηκε στην Οκλαχόμα στις 5 Δεκεμβρίου 1938. Ολόκληρη η ζωή του είναι αφιερωμένη στη μουσική. Για περισσότερα από πενήντα χρόνια ασχολείται μ' αυτήν παίζοντας όργανα (κιθάρα, πιάνο, μπάσο, πλήκτρα, ντραμς), γράφοντας στίχους και μελωδίες, τραγουδώντας αλλά και εργαζόμενος ως μηχανικός ήχου και παραγωγός.
Είναι ένας από τους δημιουργούς του Tulsa Sound, ενός χαλαρού είδους με επιρροές blues, jazz, country και rockabilly. Το προσωπικό του στυλ παιξίματος χαρακτηρίζεται από μίξεις ρυθμών, απλές εναλλαγές συγχορδιών, υποτονισμένα φωνητικά και έξυπνους, οξείς στίχους.
Για να ξεχωρίσει από τον άλλο διάσημο John Cale της εποχής, αυτόν των Velvet Underground, ο ιδιοκτήτης ενός κλαμπ (στο οποίο τραγουδούσε όταν είχε ρεπό ο βασικός τραγουδιστής) τον ονόμασε J.J.
Μεταξύ των καλλιτεχνών που παραδέχονται την επίδραση που άσκησε η μουσική του σ' αυτούς βρίσκουμε ηχηρά ονόματα όπως : Neil Young, Eric Clapton, Mark Knopfler, Bryan Ferry, Wilco, κ.ά.
Αν και συμπλήρωσε πια τα 70 του χρόνια, πριν μερικούς μήνες και συγκεκριμένα στις 24 Φεβρουαρίου 2009 κυκλοφόρησε το 16ο του άλμπουμ με τίτλο "Roll On" (δείγμα εδώ). Από τις προηγούμενες δισκογραφικές δουλειές του εκτός από διάφορες συλλογές με τα best of ξεχωρίζουν:
Naturally (1971) με τα After Midnight, Call Me The Breeze, Magnolia, κ.ά.
Troubadour(1976) με τα Hey Baby, Cocaine, κ.ά.
5 (1979) με τα Don't Cry Sister, Thirteen Days, Sensitive Kind, κ.ά.
Grasshopper (1982) με τα City Girls, You Keep Me Hangin' On, κ.ά.
Travel-log (1990) με τα Tijuana, Shanghaid, Lean On Me, κ.ά.
To Tulsa And Back (2004)
Road To Escondido (2006) σε συνεργασία με τον Eric Clapton
Rewind (2007) με ανέκδοτες ηχογραφήσεις
Δεν είναι άλλος από τον χαμηλού προφίλ αντι-ήρωα της ροκ μουσικής, που απεχθανόταν τόσο τη δημοσιότητα, ώστε για πολλά χρόνια αρνιόταν να μπει πραγματική φωτογραφία του στα εξώφυλλα των δίσκων του, γνωστό ως J.J. Cale.
Ένα χειμωνιάτικο απομεσήμερο εκεί γύρω στις αρχές της δεκαετίας του '90 είμαι προσκεκλημένη στο σπίτι μιας φίλης για ν' ακούσουμε μαζί τα πρόσφατα αποκτήματά της. Πλάι στο πικάπ ένας διόλου ευκαταφρόνητος σωρός από βινύλια. Οι καφέδες ετοιμάστηκαν στα γρήγορα και πήραμε θέση στο μικρό αλλά τόσο ζεστό σαλονάκι. Εγώ με προσμονή (η φίλη μου ήταν τότε ψαχτήρι από τα λίγα με καμία απολύτως προκατάληψη ως προς τα είδη της μουσικής -- άκουγε τα πάντα) χάζευα τα εξώφυλλα των δίσκων και με την άκρη του ματιού την παρακολουθούσα καθώς έβαζε τον πρώτο στο πικάπ. Θα πέρασαν δεν ξέρω πόσες ώρες έτσι. Κάποιοι απ' αυτούς έμειναν να περιμένουν την επόμενη μέρα που ανανεώσαμε το ραντεβού. Μεταξύ αυτών κι ένας που μου είχε αρέσει το ασπρόμαυρο εξώφυλλό του και με είχε εντυπωσιάσει ο τίτλος του: "A bucketful of minds". Της τον ζήτησα να τον πάρω μαζί μου στο σπίτι και για καλή μου τύχη δέχτηκε (μοιραζόμασταν την ίδια ιδιοτροπία να μη δανείζουμε δίσκους μας από φόβο μην τους κακομεταχειριστούν, αλλά μεταξύ μας κάναμε εξαίρεση).
Το βράδυ στο σπίτι όταν οι γονείς μου αποσύρθηκαν για ύπνο, έβαλα τ' ακουστικά κι έκατσα να τον ακούσω. Επρόκειτο για συλλογή από κομμάτια διαφόρων καλλιτεχνών. Με το που η βελόνα διάβασε το πρώτο τραγούδι, έμεινα μαγεμένη. Το άκουσα ξανά και ξανά, πάλι και πάλι. Για να μην τα πολυλογώ, δεν άκουσα τον υπόλοιπο δίσκο παρά μόνο δειγματοληπτικά. Αλλά τίποτε άλλο δεν κατάφερε να με εντυπωσιάσει τόσο όσο εκείνο το τραγούδι. Μπορεί να ήταν η στιγμή, δεν ξέρω.
Αυτές τις μέρες το θυμήθηκα, αναζήτησα το δίσκο στο διαδίκτυο, δεν τον βρήκα πουθενά (είναι και οι γνώσεις μου περιορισμένες στο ψάξιμο...). Βρήκα όμως το τραγούδι, αλλά σε μια αρκετά χαμηλότερη ποιοτικά ενορχήστρωση. Ακούστε το!
Gypsy Rider
Crank her over once again Put your face into the wind Find another road where you've never been Sing that 2-wheeled melody The highway symphony You know she'll never understand.
Gypsy Rider sing Your 2-wheeled symphony You know there's nothing to explain She should have known by now You're just a vagabond You may never pass this way again.
All the writings on the wall The paper all must fall You're only as good as your word remains You can take it out if you Decide to follow through Just take what you earn and leave what remains.
Το τραγούδι είναι δημιουργία του Gene Clark των The Byrds και περιλαμβάνεται στα άλμπουμς Gypsy Angel (2001, συλλογή πρώην ακυκλοφόρητου υλικού) και So Rebellious a Lover (1987, με την Carla Olson).
...Αύριο πρωί πρωί λύνω κάβους με πρίμο χαμόγελο και όρτσα ψυχή. Όχι για ταξίδι διαφυγής, ταξίδι επιστροφής. Πίσω στην άγια Θάλασσα, την παντάνασσα, τη Μεγάλη Μητέρα, το ρόδο το αμάραντο. Αποσκευές λιγοστές. Να υπάρχει χώρος μετά για τους ιριδισμούς και τους ήχους, τα χρώματα και τ' αρώματα, τα βότσαλα και τα κοχύλια.
Διαβάζοντας σήμερα αυτό από την Ελευθεροτυπία πολύ θα ήθελα να έμπαινα στη ...μηχανή του χρόνου, να γινόμουν πάλι εκείνη η ανήσυχη έφηβη και να ...διακτινιζόμουν στη συγκεκριμένη κατασκήνωση.
Το έλαβα σήμερα από έναν διαδικτυακό φίλο στο you tube. Με συγκίνησε πολύ. Πιστεύω κι εσάς. Υπάρχουν στ' αλήθεια πλάσματα που προσφέρουν ανυστερόβουλα και με πιότερη ανθρωπιά κι απ' τους ανθρώπους.
Το βίντεο συνοδεύεται κι από ένα ενδιαφέρον ποιηματάκι, γι' αυτό έβαλα και τον σύνδεσμο για όσους θελήσουν να το διαβάσουν. Ένα κλικ στον τίτλο της ανάρτησης χρειάζεται.
Η Virginia Patterson Hensey γεννήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 1932 στο Winchester της Virginia. Ήταν το μεγαλύτερο από τα τρία παιδιά ενός σιδηρουργού και μιας μοδίστρας. Μεγάλωσε φτωχικά αλλά ευτυχισμένα, μολονότι στα 15 της χρόνια ο πατέρας της εγκατέλειψε την οικογένειά του.
Από μικρό παιδί έλεγε πως κάποια μέρα θα γινόταν διάσημη και θαύμαζε την Judy Garland και τη Shirley Temple. Συχνά τραγουδούσε με τη μητέρα της στην εκκλησία. Έπαιζε πιάνο "με το αυτί" και τραγουδούσε με τέλεια τονικότητα. Στα χρόνια της εφηβείας και μετά την εγκατάλειψη από τον πατέρα της, για να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά της, άφησε το γυμνάσιο κι εργαζόταν τα πρωινά ως σερβιτόρα, ενώ τα βράδια τραγουδούσε σε τοπικά μαγαζιά ντυμένη με τις διάσημες κροσσωτές καουμπόικες φορεσιές της, που σχεδίαζε η ίδια κι έραβε η μητέρα της.
Στις αρχές της 2ης δεκαετίας της ζωής της γνώρισε δύο άνδρες που θα ασκούσαν καθοριστική επίδραση για τη μετέπειτα πορεία της στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Ο πρώτος ήταν ο εργολάβος Gerald Cline με τον οποίο παντρεύτηκε το 1953 και χώρισε το 1957, καθώς η διαφορά ηλικίας μεταξύ τους και η έλλειψη υποστήριξης εκ μέρους του στην προσπάθειά της για ανέλιξη την οδήγησε στην απιστία με τον καινούργιο της μάνατζερ. Ο τελευταίος ήταν εκείνος που της έδωσε το όνομα Patsy και το ειδύλλιό τους κράτησε μέχρι τη γνωριμία της με τον Charlie Dick, το δεύτερο σύζυγό της.
Μεταξύ 1955 και 1957 η Patsy Cline ηχογράφησε 51 τραγούδια έχοντας υπογράψει συμβόλαιο με την Four Star Records, κανένα όμως δεν έγινε επιτυχία. Η μεγάλη αλλαγή στη ζωή αλλά και στην καριέρα της ήρθε το 1957, καθώς τότε πέτυχε την εθνική αναγνώριση και γνώρισε το δεύτερο σύζυγό της, τον οποίο πρόσεξε για τη χαρισματική προσωπικότητά του και το θαυμασμό που έδειχνε στο ταλέντο της. Η μεγάλη επιτυχία ήρθε με το "Walking After Midnight", ένα τραγούδι που στην ίδια δεν άρεσε. Όταν έγινε δεκτή να συμμετάσχει σε μια εκπομπή αναζήτησης ταλέντων του τηλεοπτικού δικτύου CBS-TV, επρόκειτο να τραγουδήσει το "A Poor Man's Roses (Or a Rich Man's Gold)", οι παραγωγοί όμως επέμεναν να πει το "Walking After Midnight". Όχι μόνο νίκησε στο διαγωνισμό αλλά κυκλοφόρησε και το τραγούδι, που έγινε μεγάλη επιτυχία (έφτασε στη δεύτερη θέση των country charts και στη δωδέκατη των pop charts). Το 1959 γνώρισε τον Randy Hughes, που έγινε μάνατζέρ της. Με τη δική του προώθηση κι ένα νέο συμβόλαιο με τη Decca Records-Nashville άρχισε η άνοδός της προς την κορυφή. Ο θρυλικός παραγωγός της εταιρίας, Owen Bradley, ήταν εκείνος που παρά τη δυσαρέσκεια και τις αντιρρήσεις της την καθοδήγησε σε ένα ρεπερτόριο που γεφύρωνε τη μουσική country με την pop και δημιουργούσε ένα νέο πιο εκλεπτυσμένο ορχηστρικό στυλ, που έμεινε γνωστό ως "The Nashville Sound". Ακόμη ήταν εκείνος που τη βοήθησε να δώσει αυτή την απαλή μεταξένια χροιά στη φωνή, για την οποία έγινε διάσημη. Πρώτη μεγάλη επιτυχία της σ' αυτή την εταιρία ήταν το "I Fall to Pieces".
Με την πεποίθηση πως "υπάρχει χώρος για όλους" κι έχοντας εμπιστοσύνη στις ικανότητές της, συνδέθηκε φιλικά και ενθάρρυνε αρκετές τραγουδίστριες που κάναν το ξεκίνημά τους στη μουσική country, μεταξύ των οποίων η Loretta Lynn και η Brenda Lee, οι οποίες τη μνημονεύουν ως τη μεγάλη επίδραση στην καριέρα τους.
Στις 14 Ιουνίου 1961 το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε με τον αδελφό της συγκρούστηκε μετωπικά με ένα άλλο. Η σύγκρουση ήταν τόσο σφοδρή που παραλίγο να τη σκοτώσει. Ήταν το δεύτερο και σοβαρότερο τροχαίο ατύχημα της ζωής της, το οποίο την κράτησε στο νοσοκομείο ένα μήνα. Έκτοτε φορούσε πάντα περούκες και βαρύ μακιγιάζ στο μέτωπο, ώστε να κρύβει τη μόνιμη ουλή που της έμεινε από το ατύχημα.
Η πρώτη ηχογράφηση του "Crazy", της μεγαλύτερης από τις επιτυχίες της, ήταν καταστροφική. Ισχυριζόταν πως ήταν δύσκολο να το τραγουδήσει, επειδή είχε ψηλές νότες που δεν μπορούσε να πιάσει εξαιτίας των τραυματισμένων της πλευρών από το ατύχημα. Ολόκληρη η μέρα στο στούντιο δεν ήταν παρά ένας καυγάς της με τον Owen Bradley. Ωστόσο την επόμενη εβδομάδα ηχογράφησε το τραγούδι και μάλιστα με μία και μόνη λήψη αλλά σε μια εκδοχή εντελώς διαφορετική από το demo του συνθέτη. Η αλλαγή αυτή έκανε το κομμάτι κλασικό κι εκείνο για το οποίο έγινε περισσότερο γνωστή.
Στα τέλη του 1962 ηχογράφησε το τρίτο στη σειρά και τελευταίο της άλμπουμ με τίτλο "Sentimentally Yours". Όταν ρωτήθηκε σε κάποια συνέντευξη για το ερμηνευτικό στυλ της απάντησε "τραγουδώ σαν να πονώ μέσα μου".
Στις αρχές του 1963 μπήκε στο στούντιο για την ηχογράφηση του τέταρτου άλμπουμ της, "Faded Love". Περιείχε ένα συνδυασμό country και κλασικών ποπ κομματιών, παιγμένων χωρίς καθόλου όργανα της country μουσικής και εισάγοντας ορχήστρα εγχόρδων. Αναφέρεται πως έκλαιγε κατά τη διάρκεια αυτών που επρόκειτο να ήταν οι τελευταίες ηχογραφήσεις της, γιατί επηρεαζόταν πολύ από τις ιστορίες που αφηγούνταν οι στίχοι των τραγουδιών. Αυτό το συναίσθημα γίνεται ιδιαίτερα αντιληπτό στα κομμάτια "Sweet Dreams" και "Faded Love". Η ολοκλήρωσή του και η κυκλοφορία του δεν έγινε ποτέ.
Στις 3 Μαρτίου 1963, μετά από μια φιλανθρωπική παράσταση στο Κάνσας, στην οποία συμμετείχε παρ' ό,τι είχε γρίππη, από τη βιασύνη της να επιστρέψει στα παιδιά της προτίμησε να μην ταξιδέψει οδικώς παρά με το αεροπλάνο που οδηγούσε ο μάνατζέρ της, Randy Hughes. Μετά από μια στάση για ανεφοδιασμό στο Tennessee και παρά τις προειδοποιήσεις από τον πύργο ελέγχου για κακοκαιρία, ο Hughes αγνόησε τις προτροπές για διανυκτέρευση εκεί και απογείωσε το αεροπλάνο λέγοντας πως είχαν κάνει το μεγαλύτερο μέρος του ταξιδιού και πως θα έφταναν πριν το καταλάβουν. Δεν τα κατάφεραν. Δεκατρία λεπτά αργότερα το αεροπλάνο συνετρίβη μόλις 90 μίλια πριν φτάσει στον προορισμό του. Δεν επέζησε κανείς. Όπως αναφέρεται στη βιογραφία της, οι φίλες της τη θυμόντουσαν να λέει λίγους μήνες πριν το θάνατό της πως είχε μια αίσθηση επικείμενου θανάτου και πως δεν περίμενε να ζήσει για πολύ ακόμα. Είχε κιόλας αρχίσει να μοιράζει προσωπικά της αντικείμενα στους φίλους της, να συντάσσει τη διαθήκη της και να ζητά από τους φίλους της να φροντίσουν τα παιδιά της σε περίπτωση που της συνέβαινε κάτι. Μια βδομάδα πριν το θάνατό της είχε πει σ' έναν τραγουδιστή που της έκανε φωνητικά : "Είχα ήδη δυο άσχημα ατυχήματα. Το τρίτο ή θα με μαγέψει ή θα με σκοτώσει".
...even the weariest river winds somewhere safe to sea!
Έφερα τη ζωή μου ως εδώ Στο σημάδι ετούτο που παλεύει Πάντα κοντά στη θάλασσα Νιάτα στα βράχια επάνω, στήθος Με στήθος προς τον άνεμο Πού να πηγαίνει ένας άνθρωπος Που δεν είναι άλλο από άνθρωπος Λογαριάζοντας με τις δροσιές τις πράσινες Στιγμές του, με νερά τα οράματα Της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του Α, Ζωή Παιδιού που γίνεται άντρας Πάντα κοντά στη θάλασσα όταν ο ήλιος Τον μαθαίνει ν' ανασαίνει κατά κει που σβήνεται Η σκιά ενός γλάρου.
Έφερα τη ζωή μου ως εδώ Άσπρο μέτρημα μελανό άθροισμα Λίγα δέντρα και λίγα Βρεμένα χαλίκια Δάχτυλα ελαφρά για να χαϊδέψουν ένα μέτωπο Ποιο μέτωπο Κλάψαν όλη τη νύχτα οι προσδοκίες και δεν είναι πια Κανείς δεν είναι Ν' ακουστεί ένα βήμα ελεύθερο Ν' ανατείλει μια φωνή ξεκούραστη Στο μουράγιο οι πρύμνες να παφλάσουν γράφοντας Όνομα πιο γλαυκό μες στον ορίζοντά τους Λίγα χρόνια λίγα κύματα Κωπηλασία ευαίσθητη Στους όρμους γύρω απ' την αγάπη.
Έφερα τη ζωή μου ως εδώ Χαρακιά πικρή στην άμμο που θα σβήσει --Όποιος είδε δυο μάτια ν' αγγίζουν τη σιωπή του Κι έσμιξε τη λιακάδα τους κλείνοντας χίλιους κόσμους Ας θυμίσει το αίμα του στους άλλους ήλιους Πιο κοντά στο φως Υπάρχει ένα χαμόγελο που πληρώνει τη φλόγα-- Μα εδώ στο ανήξερο τοπίο που χάνεται Σε μια θάλασσα ανοιχτή κι ανέλεη Μαδά η επιτυχία Στρόβιλοι φτερών Και στιγμών που δέθηκαν στο χώμα Χώμα σκληρό κάτω από τ' ανυπόμονα Πέλματα, χώμα καμωμένο για ίλιγγο Ηφαίστειο νεκρό.
Έφερα τη ζωή μου ως εδώ Πέτρα ταμένη στο υγρό στοιχείο Πιο πέρα απ' τα νησιά Πιο χαμηλά απ' το κύμα Γειτονιά στις άγκυρες --Όταν περνάν καρίνες σκίζοντας με πάθος Ένα καινούριο εμπόδιο και το νικάνε Και μ' όλα τα δελφίνια της αυγάζ' η ελπίδα Κέρδος του ήλιου σε μι' ανθρώπινη καρδιά-- Τα δίχτυα της αμφιβολίας τραβάνε Μια μορφή από αλάτι Λαξεμένη με κόπο Αδιάφορη άσπρη Που γυρνάει προς το πέλαγος τα κενά των ματιών της Στηρίζοντας το άπειρο.
Γεννήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου του 1922 στο Περού, στο Ichocan, ένα μικρό χωριό σκαρφαλωμένο στην πλαγιά του όρους Cumbemayta των Άνδεων. Έκτο και τελευταίο παιδί μιας Ινδιάνας μητέρας και ενός πατέρα με καταγωγή μισό ισπανική, μισό ινδιάνικη, ανατράφηκε σαν μια αληθινή πριγκίπισσα, εκπαιδεύτηκε σε μοναστήρι και περνούσε τον ελεύθερο χρόνο της στα δάση μελετώντας τους περίεργους εξωτικούς ήχους των πουλιών και των ζώων της ζούγκλας.
Διέθετε μια φυσική αίσθηση της μουσικής, που συνδυαζόταν με μια αξιοσημείωτη πνευμονική χωρητικότητα, την οποία χρωστούσε στο λεπτό αέρα των ψηλών βουνών όπου μεγάλωσε. Έτσι πέτυχε έναν εξαιρετικό έλεγχο στην αναπνοή και δημιούργησε έναν μοναδικό ήχο, που μεταμόρφωσε τα απλά παραδοσιακά τραγούδια του Περού σε μερικές από τις πολυπλοκότερες και πιο ενδιαφέρουσες συνθέσεις που ακούστηκαν ποτέ.
Στα πρώτα εφηβικά της χρόνια την ανακάλυψε ο Περουβιανός μουσικολόγος Moises Vivanco, ο οποίος είχε ακούσει για το κορίτσι με "τη φωνή των πουλιών και του σεισμού". Μολονότι οι γονείς της την προόριζαν για δικηγόρο και αντιτάχθηκαν σθεναρά σε μια καλλιτεχνική καριέρα, υπερίσχυσε ο Vivanco και στα 13 της χρόνια έγινε η κύρια τραγουδίστρια σ' ένα φεστιβάλ που οργανώθηκε προς τιμήν του San Juan, κυριώτερου αγίου των Ινδιάνων.
Σε ηλικία 15 ετών παντρεύτηκε τον μέντορά της που άρχισε να γράφει τραγούδια ειδικά γι' αυτήν βασισμένα σε μουσικούς τρόπους που χρησιμοποιούσαν στην παραδοσιακή μουσική τους οι Ίνκας και άλλες φυλές της Λατινικής Αμερικής. Μαζί περιόδευσαν στην Αμερική, όπου κατά τη δεκαετία του '50 γνώρισαν μεγάλη επιτυχία.
Στις 12 Αυγούστου του 1950 έκανε το ντεμπούτο της στο Hollywood Bowl, με μια παράσταση που συζητιέται ακόμα και σήμερα. "Oι 6.000 ακροατές δεν πίστευαν στ' αυτιά τους", έγραφε το Time Magazine και συνέχιζε: "Για τα πρώτα λίγα μέτρα του "Ataypura" (High Andes), ενός παραδοσιακού περουβιανού τραγουδιού, το καλοσχηματισμένο κοριτσόπουλο επί σκηνής παρήγαγε καθαρούς βροντώδεις ήχους στα χαμηλά της κοντράλτο περιοχής. Κατόπιν, προς έκπληξή τους, χωρίς καμία προσπάθεια ανέβηκε τέσσερις ολόκληρες οκτάβες και άρχισε τις τρίλιες σαν καναρίνι. Στο τέλος του πρώτου τραγουδιού το κοινό ήταν πολύ έκπληκτο κι αντέδρασε μ' ένα θερμό χειροκρότημα. Το δεύτερο τραγούδι, το "Tumpa" (Earthquake), έφερε επευφημίες. Μετά και το τρίτο, το "Hymn to the sun", τα χειροκροτήματα και οι επευφημίες κλιμακώθηκαν σε ουρλιαχτά για ανκόρ. Ο διευθυντής ορχήστρας αναγκάστηκε να διακόψει τη ...διαδήλωση οδηγώντας την ορχήστρα να παίξει το θορυβώδες "March Slav." του Tchaikovsky."
Τα τέλη του '50 τη βρήκαν εξαντλημένη από το κουραστικό της πρόγραμμα. Ο κόσμος της μουσικής άλλαζε, κυριαρχούσε τώρα το ροκ, ο γάμος της διαλύθηκε κι εκείνη αποσύρθηκε στο σπίτι και την οικογένειά της στο Περού.
Όμως οι ίδιοι οι ροκ αστέρες που προσωρινά την είχαν αντικαταστήσει, ανακάλυψαν τις ηχογραφήσεις της και μια καινούρια γενιά θαυμαστών την έκαναν το πρώτο αληθινό cult αστέρι.
Έτσι, οι αρχές του '60 τη βρήκαν ξεκούραστη κι έτοιμη να ξαναρχίσει την καριέρα της. Έκανε περιοδείες σ' όλο τον κόσμο συμπεριλαμβανομένης και της Σοβιετικής Ένωσης, όπου έδωσε 186 συναυλίες με τη Συμφωνική Ορχήστρα των Μπολσόι, 10 στη Λυρική Σκηνή της Μόσχας των 10.000 θέσεων, και μια σειρά 30 εμφανίσεων στο Στάδιο Λένιν με κάθε παράσταση να την παρακολουθούν 80.000 θεατές κάθε βράδυ.
Άλλη μια περίοδο ξεκούρασης διαδέχθηκε μια ακόμη νέα γενιά θαυμαστών και το 1975 κατέκτησε το Δημαρχείο της Νέας Υόρκης.
Το 1987 εμφανίστηκε στο Παρίσι, τις Βρυξέλες και το Βερολίνο και συμμετείχε μαζί με τους Bonnie Raitt, Sinead O' Connor, James Taylor και Ringo Starr σε ένα άλμπουμ με επιλογές τραγουδιών του Disney, το "Stay Awake", όπου τραγούδησε το "I wonder" από την ταινία "The Sleeping Beauty".
Το 1996 επανεκδόθηκαν όλα τα άλμπουμς της από τη δεκαετία του '50 σε δίσκους ακτίνας. Νέοι που ήταν αγέννητοι όταν ηχογραφούσε αυτά τα άλμπουμς έκαναν ουρά για να τους τα υπογράψει γύρω από το τετράγωνο της Tower Records.
Πέθανε την 1 Νοεμβρίου 2008, στο Los Angeles σε ηλικία 86 χρόνων.
Πρόκειται για την "Πριγκίπισσα των Ίνκας", την τραγουδίστρια των τεσσερισήμισι οκτάβων, την Zoila Augusta Emperatriz Chavarri del Castillo, τη μεγάλη ντίβα Yma Sumac.
ΠΗΓΕΣ: Για την ανάρτηση χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία:
από το εσώφυλλο του CD "The Ultimate Yma Sumac Collection" σε μετάφραση δική μου
ΜΟΥΣΙΚΗ: Δημήτρης Ζαχαριουδάκης/Γιώργος Μανωλάκης ΣΤΙΧΟΙ: Δημήτρης Αποστολάκης ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Μαρία Κώτη (από το άλμπουμ των Χαΐνηδων "Ο γητευτής και το δρακοδόντι")
Από μικρή της άρεσε μες στην κουζίνα μόνη τις ώρες να σκοτώνει με τη μαγειρική και πέφτανε τα δάκρυα θυμώντας τη ζωή της και δίναν στο φαΐ της μια γεύση μαγική.
Κύμινο, μοσχοκάρυδο και κόκκινο πιπέρι ποτέ δεν είχε ταίρι ν' αλλάξει μιαν ευχή. Να χαμηλώσεις τη φωτιά μετά την πρώτη βράση να γίνονταν η πλάση ξανά από την αρχή!
Ψιλοκομμένος μαϊντανός και σκόρδο μια σκελίδα να 'φεγγε μια ελπίδα στα μάτια τα μελιά! Και προς το τέλος πρόσθεσε ένα ποτήρι λάδι να 'νιωθε ένα χάδι μια μέρα στα μαλλιά!
Μια νύχτα έπιασε φωτιά μέσα στο μαγερειό της που 'κανε το φευγιό της να μοιάζει με γιορτή τέτοια που γύρω φύτρωσαν άσπρα του γάμου κρίνα ολόιδια μ' εκείνα που είχε ονειρευτεί.
Πόσες καρδιές που γίνανε αναλαμπή κι αθάλη μας κάνανε μεγάλη κάποια μικρή στιγμή κι αθόρυβα διαβήκανε απ' της ζωής την άκρη χωρίς ν' αφήσει δάκρυ σε μάγουλο γραμμή!
Να θέλεις πάντα να ξεπεράσεις τον εαυτό σου, ανοίγοντας, κάθε μέρα, και περισσότερες στροφές, παλεύοντας, κάθε μέρα, με πιο σφοδρούς τυφώνες, μηχανή που βιάζεται να υπερβάλει τις προδιαγραφές της, ήρωας, εύκολο θήραμα για τις ενέδρες της φθοράς.
Κι απέναντι στο λυσσασμένο βογγητό σου, το γέλιο των ψαράδων. Τα κορμιά τους ψημένα στις πυρκαγιές των ηλιαχτίνων, τα παραγάδια τους φουνταρισμένα με τις άγκυρες της υπομονής, οι ψαροπούλες τους αραγμένες τεμπέλικα, στο ίδιο μουράγιο.
Απέναντι στο λυσσασμένο βογγητό σου, η γόνιμη εγκαρτέρηση της φύσης.
Τάσος Κόρφης, Ποιήματα, ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ, Αθήνα 1983
Δυο λόγια για τον ποιητή
Ο Τάσος Κόρφης γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1929. Το πραγματικό του όνομα είναι Τάσος Ρομποτής. Καταγόταν από οικογένεια μουσικών, που συνεισέφερε στην ελληνική καλλιτεχνική αφύπνιση. Τελείωσε το γυμνάσιο στην Πάτρα και από το 1947 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, φτάνοντας στην ανώτατη βαθμίδα της ιεραρχίας. Από το 1951, που αποφοίτησε από τη Ναυτική Σχολή Δοκίμων, ως το 1982, που αποστρατεύθηκε, υπηρέτησε σε όλους σχεδόν τους τύπους πολεμικών πλοίων, με εξαίρεση τα υποβρύχια, ως αξιωματικός διευθυντής επιστασίας, Ύπαρχος και Κυβερνήτης. Επίσης σε καίριες θέσεις ξηράς, όπως Διευθυντής προσωπικού, πυροβολικού και γραφείου παραλαβής νέων μονάδων. Τέλειωσε επίσης επιτυχώς τη Ναυτική Σχολή Πολέμου, τις αμερικανικές σχολές πυροβολικού και τη Σχολή Αμύνης του ΝΑΤΟ στη Ρώμη. Όλα αυτά τα προσόντα του σε συνδυασμό με τη γλωσσομάθειά του τον οδήγησαν στην αντιπροσώπευση της Ελλάδας σε νατοϊκά επιτελεία στις Βρυξέλλες και στη Νάπολη της Ιταλίας.
Εμφανίστηκε στα γράμματα όντας ακόμα μαθητής με δημοσιεύσεις στις φιλολογικές σελίδες της "Αυγής" του Πύργου και στο περιοδικό "Χαραυγή". Υπήρξε ένας πολυδιάστατος πνευματικός άνθρωπος. Ασχολήθηκε με την πεζογραφία, την ποίηση, τη βιογραφία, τη μετάφραση, έγραψε μελέτες και δοκίμια και τέλος συνέταξε ανθολογίες αποθησαυρίζοντας το έργο κυρίως ποιητών του Μεσοπολέμου. Ακόμη προχώρησε στην έκδοση περιοδικού και την ίδρυση εκδοτικού οίκου.
Έργα του (ενδεικτικά) :
α) Πεζογραφία
Ταξίδι χωρίς πολικό
Ένα έρημο σπίτι
Δελτίο συμβάντων
β) Ποίηση
Ημερολόγιο
Εργόχειρα
Παυσίλυπα
153 Graffiti
Εγκώμια
γ) Μονογραφίες - Δοκίμια - Μεταφράσεις
Ματιές σε ποιητές του Μεσοπολέμου
Ναπολέων Λαπαθιώτης
Νίκος Καββαδίας
Ρώμος Φιλύρας
ΠΗΓΗ : Γιολάντα Πεγκλή, "Τάσος Κόρφης - Ρομποτής, Ένας πολυδιάστατος πνευματικός άνθρωπος", περ. "Η Λέξη", τεύχ. 125, σελ. 81-85.
Γεννήθηκε στο Σαν Χοακίν ντε Φλόρες της Κοσταρίκα στις 17 Απριλίου του 1919. Μόλις 14 ετών εγκατέλειψε τη γενέτειρά της που δεν πρόσφερε ευκαιρίες για μια μουσική καριέρα κι αναζήτησε καταφύγιο στο Μεξικό, όπου ανθούσε η καλλιτεχνική βιομηχανία. Για πολλά χρόνια τραγουδούσε στους δρόμους αλλά στα τριάντα της έγινε επαγγελματίας τραγουδίστρια. Στα νεανικά της χρόνια ντυνόταν αντρικά, κάπνιζε πούρο, οπλοφορούσε, έπινε πολύ κι ήταν γνωστή για το χαρακτηριστικό κόκκινο πόντσο που φορούσε (κι εξακολουθεί να φορά) στις εμφανίσεις της.
Το πρώτο της άλμπουμ (Noche de Bohemia) κυκλοφόρησε το 1961 με την υποστήριξη του Jose Alfredo Jimenez, ενός από τους σπουδαιότερους Μεξικάνους τραγουδοποιούς. Στη συνέχεια ηχογράφησε πάνω από ογδόντα άλμπουμς. Γνώρισε μεγάλη επιτυχία κατά τις δεκαετίες του '50, του '60 και το πρώτο μισό της δεκαετίας του '70 περιοδεύοντας στο Μεξικό, τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και την Ισπανία. Είχε στενές σχέσεις με τους πλέον διακεκριμένους καλλιτέχνες και διανοούμενους της εποχής μεταξύ των οποίων η Frida Kahlo, ο Diego Rivera, ο Agustin Lara, ο Jose Alfredo Jimenez, κ.ά.
Κατά τα τέλη της δεκαετίας του '70 αποσύρθηκε για λίγο λόγω της δεκαπεντάχρονης μάχης της με τον αλκοολισμό, διάστημα το οποίο στην αυτοβιογραφία της περιγράφει ως "τα δεκαπέντε χρόνια μου στην κόλαση".
Επέστρεψε στη σκηνή το 1991, ενώ το 2003 και σε ηλικία 83 ετών πραγματοποίησε την πρώτη της εμφάνιση στο Carnegie Hall, την προώθηση της οποίας έκανε ο από χρόνια θαυμαστής και προσωπικός της φίλος Ισπανός σκηνοθέτης Pedro Almodovar.
Μολονότι δεν είχε ποτέ κινηματογραφικές φιλοδοξίες, εμφανίστηκε σε ταινίες κυρίως του Pedro Almodovar, στη Φρίντα της Julie Taymor, όπου τραγούδησε τα "La Llorona" (The Weeping Woman) και "Paloma Negra" (The Black Dove), καθώς και στη Βαβέλ του Alejandro Gonzalez Inarritu, όπου τραγούδησε το "Tu Me Acostumbraste" (You Made Me Comfortable).
Μερικά σημαντικά άλμπουμς : Piensa en mi (1991), Boleros (1991), Volver (1996), Para toda la vida (2002), κ.ά.
Στα 81 της χρόνια παραδέχτηκε ανοιχτά την ομοφυλοφιλία της, ενώ στα νιάτα της φερόταν πως είχε δεσμό με τη ζωγράφο Frida Kahlo, κατά τη διάρκεια του γάμου της τελευταίας με τον Diego Rivera.
Ο λόγος για την Isabel Vargas Lizano περισσότερο γνωστή ως Chavela Vargas.
Κάποιοι άνθρωποι ακόμα και μετά την αναχώρησή τους έχουν τον τρόπο τους να μας συντροφεύουν. Γιατί μας χάρισαν τη λάμψη της σκέψης, του έργου τους και μας άνοιξαν νέους δρόμους πολιτισμού. Ένας απ' αυτούς είναι κι ο Μεγάλος Ερωτικός, ο Μάνος Χατζιδάκις.
Δε θα μιλήσω γι' αυτόν. Ούτε θα πω πόσα (εξακολουθεί να) σημαίνει για μένα. Δύσκολο να εκφράσω τόσο βαθιά συναισθήματα. Αν μπορούσα θα του χάριζα ένα μικρό ροζ κοχυλάκι να κάνει παρέα με τη μικρή λευκή αχιβάδα του - αλλά δεν μπορώ.
Όμως θ' αφήσω αυτόν να μιλήσει. Μέσα από ένα δικό του κείμενο με τίτλο "Η σημασία μιας παράδοσης στον καιρό μας", το οποίο αποτέλεσε την εναρκτήρια ομιλία του στη συζήτηση που έγινε στα Ανώγεια για την παράδοση στις 13, 14 και 15 Αυγούσιου 1979. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Αντί" και συμπεριλήφθηκε στη συλλογή κειμένων του Μάνου Χατζιδάκι με τίτλο "Ο Καθρέφτης και το Μαχαίρι" που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ και από όπου το αντιγράφω κι εγώ. Όπως εύκολα διαπιστώνει κανείς, το κείμενο διατηρεί τον επικαιρικό του χαρακτήρα ακόμα και σήμερα, 30 ολόκληρα χρόνια αφότου πρωτογράφτηκε.
"Και πρώτ' απ' όλα,τι θα πει παράδοση; Είν' τα παιδιά, είναι οι πρόγονοι, είναι συνήθεια, γιά υποχρέωση; Είναι κάτι που μας παρέχει ασφάλεια, ταυτότητα και σιγουριά, ή εμπόδια, αναστολές κι αποθάρρυνση για μια προς τ' άστρα εκτόξευσή μας; Πώς είμαστε τοποθετημένοι απέναντί της, είναι Κυρία, παρθένα ή γριά; Και πώς μας φανερώνεται εντός μας; Με μια εσωτερική διεργασία, από ανάγκη που πολλές φορές μας οδηγεί στο βάθος των πηγών μας, ή από διάθεση νά 'μαστε κάτι διαφορετικό, να ξεχωρίζουμε απ' τους άλλους; Είναι παράδοση οι συνήθειες των πατέρων μας, οι παλιές φωτογραφίες των συγγενών μας, που σκονισμένες χάνονται στα συρτάρια, ή εκείνο το φως που μας αποκαλύπτει, το αποτύπωμα των δακτύλων μας, το περίγραμμα του σώματός μας, η σκιά μας;
Ιδιαίτερα τούτο τον χρόνο που τη γιορτάζουμε κι επίσημα, μας ήρθε ο πειρασμός να θέσουμε το ερώτημα: Τι πάει να πει παράδοση;
Στις μέρες μας πολύ γιορτάζονται τα "παραδοσιακά" και προστατεύονται όχι μόνο απ' τις αρχές, αλλά κι από τους συλλόγους, κι από τα γυμναστήρια, κι από τα κόμματα και τις πολιτικές παρατάξεις. Θά 'χετε ακούσει πως όλοι σκίζονται να μη χαθεί το πρόσωπό μας, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μας, και δίχως νά 'χουμε δραχμή αποφασίζουμε τη διατήρηση κάθε σπιτιού και κάθε χώρου, μες στον οποίο κάποιος πρόγονος έζησε, σκέφτηκε ή τέλος πάντων έφτιαξε κάτι. Χώρια που υπάρχουν εκπομπές στην τηλεόραση, όπου καλοδιατηρημένες Κυρίες με οδοντιατρική άρθρωση και συνεχώς δακρύζοντα μάτια, προσπαθούν να μας πείσουν πως κάθε πρόγονος, όλοι οι πρόγονοι, αρκεί να μην είναι κάποιος ζωντανός, υπήρξαν όλοι τους υπέροχοι, γενναίοι και εθνικοί. Και δεν χωράνε αυτά αμφισβήτηση και κριτική.Αποτελούν παράδοση εθνική. Όμως έχουμε και μια διαφορετική παράδοση, πιο προοδευτική. Μες στην οποία ο συμπαθής μας Μουφλουζέλης κάνει περίπατο με τον στρατηγό Μακρυγιάννη, σε ώρες απογευματινές. Ο πατήρ ημών Βαμβακάρης μελοποιεί σε ήχο πλάγιο τη "Γυναίκα της Ζάκυνθος" του Διονυσίου Σολωμού. Και η Μαντώ Μαυρογένους χορεύει βαρύ ζεϊμπέκικο με την Ρόζα Λούξεμπουργκ, την Πασιονάρια ή την Πηνελόπη Δέλτα, ενισχύοντας έτσι το κίνημα για την απελευθέρωση των γυναικών.
Και όλ' αυτά μάς συντηρούν τα τελευταία δέκα χρόνια, σ' ένα εκτυφλωτικό πανόραμα με μολυσμένο αγέρα, μες στον οποίο κινούμεθα όλοι μας, ανώνυμοι κι επώνυμοι, για να συνθέσουμε τελικά μια καινούρια και συγχρονισμένη εθνική φυσιογνωμία, κατάλληλη για αφίσες και γι' αναγνωστικά σχολείων κατωτάτης εκπαιδεύσεως. Έτσι, λέμε, θα μπούμε στην αιωνία Ευρώπη. Ενώ άλλοι φωνάζουν πως έτσι θα εξαφανιστούμε μες στην μεγάλη Ευρώπη. Σημασία έχει πως είτε χαθούμε, είτε χωθούμε, θά 'μαστε μέσα στην Ευρώπη. Κι όσο για την φυσιογνωμία, ας αρκεστούμε στην απλή Μεσογειακή. Η ημιμαθής προσήλωση των νέων μας στα "παραδοσιακά" και η χρήση των στοιχείων τους ανεξέλεγκτα, μαζί με τις "φιλότιμες προσπάθειες" των "ειδικών καλλιτεχνών του σήμερα" να συνυπάρξει ο Μάρκος Μπότσαρης με τον Γκεβάρα, περιέχουν, αν όχι κίνδυνο, τουλάχιστο κάτι σαν γελοιοποίηση και μια καχυποψία για την εύκολη παρουσία της παράδοσης στα πόδια μας. Συγχρόνως δε, αποτελεί κι αναστολή για κάθε σοβαρότερη προσπάθειά μας να βγούμε απ' τ' αδιέξοδο των καιρών, σαν σύνολο, σαν έθνος και σαν άτομα.
Γιατί, να πούμε την αλήθεια, η αφελής υπενθύμιση της εκ παραδόσεως αρετής μας και της παραδοσιακής γραφικής ιδιοτυπίας μας, αν δεν προκαλεί θυμηδία, τουλάχιστον ενισχύει τον τουρισμό, είναι εμπορεύσιμη, που λένε, και στοχεύει στο να ενισχύσει το εθνικό μας φρόνημα. Άλλο, αν με το εμπόριο του γραφικού εκπορνεύεται η εθνική μας ευαισθησία και με τη συνεχή πλύση εγκεφάλου περί του εθνικού, διαβρώνεται η ψυχικότητά μας και η πνευματική αντοχή μας.
Αλλά τι γίνεται με την αυθαιρεσία των ασυμβίβαστων και επαναστατημένων νεολαίων, που ανακαλύπτουν απαίδευτες προεκτάσεις ηρώων και γεγονότων του καιρού μας μέσα στην τοπική παράδοση; Πώς ν' αντιδράσει κανείς στις αφελείς δια λόγου ερμηνείες των ποιητικών κειμένων, και στην ακόμη αφελέστερη μουσική τους κάλυψη; Στ' αλήθεια, είναι παιδεία σήμερα να ερμηνεύει η Ρόζα Εσκενάζυ καθυστερημένα και λυπητερά τους προπολεμικούς και ανώνυμους ρεμπέτες, πλάι σε μεγαλοφάνταστα κι ακόμη αφελέστερα μελωδικά ντυσίματα των λόγων του Μακρυγιάννη ή του Σεφέρη ή του Καβάφη; Κι αυτό είναι παράδοση! Και στ' όνομά της φυσικά λειτουργεί μια καλοστημένη μηχανή που μας εξουθενώνει. Κι όμως όποιος σκέπτεται και όποιος έχει τουλάχιστον την πρόσφατη συνέχεια του τόπου μέσα του, είναι σε θέση ν' αντιληφθεί πως το μόνο που δε μας χρειάζεται πια είναι το γραφικό, η παράσταση, οι αλλοτινές συνήθειες. Γιατί όλ' αυτά δεν μας ενώνουν με τους προγόνους μας, αν δεν τους έχουμε ήδη μέσα μας, τοποθετημένους ανεξίτηλα. Και γεννιέται πάλι ένα άλλο ερώτημα. Πόσο μάς είναι η παρουσία τους χρήσιμη εντός μας; Και ιδιαίτερα σε τούτους τους καιρούς; Γιατί οι νεκροί, ως γνωστόν, μας συγκρατούν από το κακό, αλλά και μας κρατάνε δέσμιους στη Γη, δεν μας αφήνουν να πετάμε αν δεν τους αρνηθούμε. Χωρίς πάλι αυτό να σημαίνει πως έχουμε ανάγκη από μια χωρίς όρια παρουσία τους. Όταν μετά τον πόλεμο ο Πικιώνης με μαθητές του τοποθετούσε με περίσσεια προσοχή το ένα πετραδάκι πλάι στο άλλο στου Λουμπαρδιάρη, ο Ελύτης είχε κιόλας ανακαλύψει, με τη βοήθεια της Μαρίνας και της Ελένης του, το Αιγαίο, ο Εγγονόπουλος τα σπίτια των Ιωαννίνων κι ο Μόραλης με τον Νικολάου τις πόρτες και τα παραθύρια της Αίγινας και του Πόρου. Ο Σικελιανός έκανε παρέα με τον Σωτήρη τον Σπαθάρη στην Κηφισιά κι ο Καζαντζάκης έγραφε την "Ασκητική" του απομονωμένος στην Αίγινα. Τότες κι εγώ, γνήσιο παιδί εκείνου του καιρού, πρωτοανακάλυπτα χωρίς μεθύσια και ναρκωτικά, μονάχα με βαρύ γλυκό, τον Μάρκο, τον Τσιτσάνη και τον Δασκαλάκη. Πριν τριανταπέντε χρόνια...
Να μην ξεχνάμε επίσης πως η χώρα ήταν κατεστραμμένη απ' τον πόλεμο, την κατοχή και τους Γερμανούς και το επίσημο ελληνικό κράτος εκείνου του καιρού χτυπούσε κάθε τόσο ένα τεράστιο γκονγκ από το ραδιόφωνο για να μας θυμίζει, με βροντερή φωνή, πως είμαστε τριών χιλιάδων χρόνων γέροι, λες κι ήταν φάρμακο ή συνταγή για ανοικοδόμηση. Έτσι λοιπόν γεννήθηκε η ανάγκη για ό,τι μικρό, αληθινό και ταπεινό: αντίδραση υγιής, των φωτισμένων, στον φανφαρονισμό και στον επίσημο και προγονόπληκτο σκοταδισμό. Το γραφικό υπήρξεν απαραίτητο. Με μόνη διαφορά, πως δεν επρόφθασε να γίνει ουσία και να ξεπεραστεί μέσ' από διεργασίες πνευματικές. Άρχισε ο τουρισμός, η καλοπέραση και το εμπόριο. Υποχρεωθήκαμε να φορέσουμε τις εθνικές στολές και να χορέψουμε τον καλαματιανό για Γάλλους, Άγγλους και Γερμανούς. Να φωτογραφηθούμε με σπασμένες κολώνες και να μιλήσουμε αρχαία σε αγγλική μετάφραση. Έτσι σήμερα ζούμε την τόσο συγκεχυμένη σχέση μας με την παράδοση. Όλα τα θεωρούμε απαραίτητα, για να μπορέσουμε στο μέλλον να συμπληρώσουμε πιστοποιητικά καταγωγής. Κι ακούγεται παντού το κάπως φαρισαϊκό μας αίτημα. Η Ταυτότητα. Να μην χάσουμε την εθνική μας ταυτότητα. Αλλά κανείς δεν επιχειρεί να διευκρινίσει ποια στοιχεία ακριβώς συνθέτουν την ταυτότητά μας, για να φροντίσουμε να τα μαζέψουμε και να τα προφυλάξουμε επιμελώς μέσα σε πλαστική ή δερμάτινη θήκη. Και τέλος, μας είναι πράγματι απαραίτητη, με τα στοιχεία του παρελθόντος; Αρχίζω επίσης ν' αμφιβάλλω.
Κείνο που νιώθω σίγουρα μέσα μου είναι μια φυσική απέχθεια σ' ό,τι χρειάζεται παράσταση, σε ό,τι γραφικό. Δεν με ενδιαφέρουν οι συνήθειες του πατέρα μου και των λοιπών συγγενών, παρά μόνο στο ποσοστό που συντηρούνται μέσα μου και μ' εξυπηρετούν στο σήμερα. Κι αν αυτό που περιέχω είναι μια ένδειξη ελληνικής παράδοσης, τότε καλώς να υπάρξει. Γιατί δεν μ' αρέσει να παριστάνω τον πολύ Έλληνα. Θέλω να είμαι όσο είμαι. Καιρός είναι η έννοια Έλληνας να δώσει τη θέση της στην έννοια άνθρωπος. Και τότες πιστεύω πως θα συνδεθούμε με μια πιο βαθιά παράδοση που, κατά σύμπτωση, είναι κι αυτή γνησίως ελληνική.
Με δυο λόγια το θέμα μας είναι: Υπάρχει στον καιρό μας μια υπερβολική και αυθαίρετη χρήση της έννοιας παράδοση. Δημιουργούμε παραστάσεις και αποτυπώνουμε τις έγχρωμες φωτογραφίες στην μνήμη των προγόνων μας. Μπερδεύουμε τους Ήρωες και το περιεχόμενό τους και τους κάνουμε να ζουν δισδιάστατα όπως στον Καραγκιόζη ο Μέγας Αλέξανδρος με τον Βεζύρη. Και οι δυο μεγαλόπρεποι και συμπαθείς. Μας εκστασιάζει ο τσάμικος μέσα σε ντισκοτέκ. Είμαστε σε θέση λοιπόν να βρούμε την αληθινή ροή μας μες στους καιρούς που έρχονται, για να δεχθούμε κάποτε μια οδυνηρή πραγματικότητα σαν την μόνη αλήθεια; Ποια είναι τα ηθικά στοιχεία μέσα απ' την παράδοση για να τα συλλέξουμε και πώς θα επιτευχθεί η απόρριψη του γραφικού;
Σας τα παραδίδω και συγχωρέστε μου που δεν υπήρξα πιο μεθοδικός στην τοποθέτηση του θέματος. Διαθέτω βλέπετε ποιητική ιδιοσυγκρασία που μου απαγορεύει την ομαλή δομή".
Σαν σήμερα, στις 5 Ιουνίου του 1898, στο χωριό Φουέντε Βακέρος της Γρανάδα γεννήθηκε ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, ο Ισπανός ποιητής που μολονότι έζησε σε ένα περιβάλλον πουριτανικό, σεμνότυφο και βαθιά υποκριτικό, παρέμεινε καθαρός, πηγαίος και ουσιαστικός χωρίς ν' απαρνηθεί τις ιδέες και τις αξίες του.
Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
Ήταν γιος του Φεδερίκο Γκαρθία Ροντρίγκεθ, πλούσιου αγροκτηματία, και της Βιθέντα Λόρκα Μορένο, δασκάλας. Το 1907 αρρώστησε σοβαρά και η ασθένεια αυτή του άφησε κατάλοιπο μια μικρή χωλότητα. Το 1909 η οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Γρανάδα, τον τόπο που σημάδεψε συναισθηματικά το μικρό Φεντερίκο. Το πρόβλημα στο αριστερό του πόδι τον εμπόδιζε να συμμετέχει στα παιχνίδια, ωστόσο δεν υπήρξε μοναχικό παιδί. Του άρεσε να δίνει διαταγές και οδηγίες και να παίζει τη "λειτουργία" στην αυλή του σπιτιού του, μια προσομοίωση του καθολικού εκκλησιαστικού τελετουργικού. Σταμάτησε το παιχνίδι αυτό, όταν εντυπωσιάστηκε από έναν θίασο κουκλοθέατρου που επισκέφτηκε το χωριό. Οι γονείς του του αγόρασαν ένα κανονικό κουκλοθέατρο κι άρχισε να δίνει αυτοσχέδιες παραστάσεις.
Το 1913 τέλειωσε τη φοίτηση κι έδωσε απολυτήριες εξετάσεις στο Κολέγιο της Ιερής Καρδιάς του Ιησού της Γρανάδας. Τα γεγονότα που χαράχτηκαν βαθιά στη μνήμη του αυτά τα χρόνια ήταν η θέα του πτώματος ενός υποτακτικού της οικογένειας και η ζωή του στο σχολείο, καθώς οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν για τη θηλυπρέπειά του.
Το 1915 εγγράφηκε στό Πανεπιστήμιο της Γρανάδας, όπου σπούδασε νομικά και φιλοσοφία. Παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα κιθάρας και πιάνου από τον Μανουέλ ντε Φάλλια και δημιούργησε τις πρώτες μουσικές του συνθέσεις. Κατά την περίοδο 1916-17 έγραψε τα πρώτα του ποιήματα και δημοσίευσε την πρώτη του φιλολογική εργασία. Στα 1918, μετά από πολυήμερη εκδρομή με συμφοιτητές του στην Ανδαλουσία, έγραψε το πρώτο του βιβλίο Εντυπώσεις και τοπία.
Την άνοιξη του 1919 μετακόμισε κι εγκαταστάθηκε στη Μαδρίτη, στη φοιτητική εστία, όπου έμεινε ως το 1928. Εκεί γνωρίστηκε με τον κινηματογραφιστή Λουίς Μπουνιουέλ, το ζωγράφο Σαλβαδόρ Νταλί καθώς και με ποιητές μεταξύ των οποίων οι Ραφαέλ Αλμπέρτι, Πέδρο Σαλίνας, Νταμάσο Αλόνσο και Χουάν Ραμόν Χιμένεθ.
Το 1922 έδωσε διάλεξη στη Γρανάδα για το κάντε χόντο (cante jondo), το αρχαίο λαϊκό τραγούδι της Ανδαλουσίας που τραγουδιέται από τσιγγάνους με συνοδεία κιθάρας. Πίστευε ότι στις παραδόσεις της λαϊκής και τσιγγάνικης μουσικής βρισκόταν η βάση των πνευματικών του ενορμήσεων. Αργότερα την ίδια χρονιά μαζί με το Μανουέλ ντε Φάλλια διοργάνωσαν το πρώτο φεστιβάλ του κάντε χόντο στη Γρανάδα.
Την περίοδο 1929-30 αναζητώντας νέες πηγές έμπνευσης ταξίδεψε στις ΗΠΑ και την Κούβα. Στη Νέα Υόρκη, σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, γνωρίστηκε με τον Αντρές Σεγκόβια κι ανανέωσε τους φιλικούς δεσμούς του με τον ταυρομάχο Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, που εκείνη την εποχή βρισκόταν στη Νέα Υόρκη. Γαλουχημένος με τις αυστηρές αξίες της ισπανικής παράδοσης έπαθε σοκ από το θόρυβο και το χάος της μεγαλούπολης, της "πολιτείας χωρίς ύπνο" με "τα πλήθη που κατουράνε". Εντυπωσιασμένος από τα θέατρα, τα παράνομα μπαρ της εποχής της ποτοαπαγόρευσης, το Μπρονξ των μαύρων και τη Γουόλ Στρητ, έγραψε το Ποιητής στη Νέα Υόρκη. Έδωσε διαλέξεις στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και σε άλλα κολλέγια των ΗΠΑ, καθώς και στην Κούβα, όπου έμεινε δυο μήνες. Μερικοί τίτλοι : "Φαντασία, έμπνευση και φυγή στην ποίηση", "Θεωρία και πράξη του Ντουέντε", "Τα παιδικά νανουρίσματα", κ.ά.
Επέστρεψε στην Ισπανία το καλοκαίρι του 1930. Μετά την παραίτηση από το θρόνο του βασιλιά της Ισπανίας Αλφόνσου ΙΓ΄ και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, ο υπουργός παιδείας του ανέθεσε τη διεύθυνση μαζί με τον Εδουάρδο Ουγκάρτε ενός περιοδεύοντος πανεπιστημιακού θιάσου με τίτλο Η Παράγκα (La Baracca), που είχε στόχο να κάνει γνωστά στο κοινό των απομακρυσμένων πόλεων και χωριών της ισπανικής υπαίθρου τα έργα του κλασικού ισπανικού θεάτρου. Έτσι ταξίδεψε σ' όλη την Ισπανία κι ανέβασε έργα των Καλντερόν, Λόπε ντε Βέγκα, Τίρσο ντε Μολίνα, Θερβάντες, κ.ά. Ο θίασος ταξίδεψε και στη Νότια Αμερική (Αργεντινή, Βραζιλία, Ουρουγουάη), όπου γνώρισε θριαμβευτική επιτυχία.
Παράλληλα ο Λόρκα ολοκλήρωσε και εξέδωσε τις κορυφαίες του δημιουργίες Ματωμένος γάμος, Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα, Γέρμα, Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας. Έργα που μετά το θάνατό του το 1936 εκδόθηκαν και ανέβηκαν όχι μόνο στην Ισπανία αλλά και αλλού (Νέα Υόρκη, Μπουένος Άιρες, Παρίσι, Στουτγάρδη, Βερολίνο).
Ο ίδιος στο βιβλίο του Εκλογή ποιημάτων λέει για την ποίηση :
"Μα τι να σου πω για την Ποίηση; Τι να σου πω γι' αυτά τα σύννεφα, γι' αυτόν τον ουρανό; Να τα κοιτάζω, να τα κοιτάζω, να τα κοιτάζω και τίποτ' άλλο. Καταλαβαίνεις πως ένας ποιητής δεν μπορεί να πει τίποτα για την Ποίηση -- ας τ' αφήσουμε αυτά στους κριτικούς και τους δασκάλους. Μα ούτε εσύ ούτε εγώ ούτε κανένας ποιητής, δεν ξέρουμε τι είναι Ποίηση. Είναι εκεί! Κοίταξε! Έχω τη φωτιά μέσα στα χέρια μου, το ξέρω και δουλεύω τέλεια μαζί της, μα δεν μπορώ να μιλήσω γι' αυτή χωρίς να κάνω φιλολογία. Καταλαβαίνω όλες τις ποιητικές τέχνες. Θα μπορούσα να μιλήσω γι' αυτές, αν δεν άλλαζα γνώμη κάθε πέντε λεπτά. Δεν ξέρω. Ίσως μια μέρα αγαπήσω πολύ την κακή ποίηση, όπως αγαπώ σήμερα την κακή μουσική, παράφορα. Θα κάψω ένα βράδυ τον Παρθενώνα για ν' αρχίσω να τον χτίζω το πρωί και να μην τον τελειώσω ποτέ. Στις διαλέξεις μου μίλησα κάποτε για την Ποίηση, αλλά το μόνο για το οποίο δεν μπορώ να μιλήσω είναι η ποίησή μου. Όχι γιατί δεν έχω συνείδηση του τι κάνω. Αντίθετα, αν είναι αλήθεια πως είμαι ποιητής από χάρη του Θεού --ή του δαίμονα-- είναι εξίσου αλήθεια ότι είμαι ποιητής χάρη στην τεχνική και την προσπάθεια, και γιατί κατέχω απόλυτα το τι είναι ποίημα".
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ
Εκτός από το σπουδαίο έργο του ο Λόρκα έμεινε γνωστός και για το μυθικό θάνατό του. Ο Λόρκα, αν και ποτέ δεν ανέλαβε ενεργό δράση στην πολιτική, ήταν γνωστός για το πάθος του για ελευθερία. Έτσι, για τους ακροδεξιούς ήταν κομμουνιστής, εχθρός της εκκλησίας και ομοφυλόφιλος. Είχε συχνά αντιμετωπίσει τραμπουκισμούς και υποστεί λοιδορίες από ακροδεξιά έντυπα, που υπογράμμιζαν την ομοφυλοφιλία του. Το 1936 σε δείπνο προς τιμήν του ποιητή Ραφαέλ Αλμπέρτι, διάβασε ένα μανιφέστο των Ισπανών συγγραφέων κατά του φασισμού. Έτσι, όταν η πολιτική κατάσταση στην Ισπανία οδηγήθηκε στα άκρα και εκδηλώθηκε το πραξικόπημα του Φράνκο, μετά την εκτέλεση στις 3 Αυγούστου από τους φαλαγγίτες του κουνιάδου του και δημάρχου της Γρανάδας, κατέφυγε φοβούμενος τη σύλληψη στο σπίτι του φίλου του Λουίς Ροσάλες, που ήταν φιλικά διακείμενος προς τους επαναστάτες. Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες του φίλου του να τον προστατέψει, συνελήφθη από τους φαλαγγίτες τη νύχτα της 17ης προς 18η Αυγούστου. Κρατήθηκε στο κυβερνείο και την ίδια μέρα μεταφέρθηκε στο Βιθνάρ όπου παραδόθηκε στην Guardia Civil. Στις 19 Αυγούστου την αυγή εκτελέστηκε στο Βιθνάρ. Ήταν μόλις 38 χρονών. Το πτώμα του δε βρέθηκε ποτέ.
Ακολουθούν :
1) ένα απόσπασμα από το έργο "Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας" σε μελοποίηση Σταύρου Ξαρχάκου, απόδοση Νίκου Γκάτσου, απαγγελία Μάνου Κατράκη και ερμηνεία Κώστα Πασχάλη
2) ένα αγαπημένο τραγούδι με τίτλο "Από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά" σε μουσική Γιάννη Γλέζου, απόδοση των στίχων του Λόρκα του Λευτέρη Παπαδόπουλου κι ερμηνεία Γιάννη Πουλόπουλου από το άλμπουμ "12 τραγούδια του F. G. Lorca" ( Lyra 3564)
Ένα χρόνο πριν, τα επεισόδια που εκτυλίχτηκαν στη Μανωλάδα της Ηλείας μεταξύ των παραγωγών φράουλας και των αλλοδαπών εργατών που απεργούσαν καταγγέλοντας εξευτελιστικά μεροκάματα και άθλιες συνθήκες διαβίωσης, μας γνωστοποίησαν με τον πιο εύγλωττο και ηχηρό τρόπο ότι στην Ελλάδα του 21ου αιώνα αναβιώνει ένα σύγχρονο δουλεμπόριο, που καταρρακώνει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και ντροπιάζει τη χώρα.
Η Υπουργός Απασχόλησης κ. Φάνη Πετραλιά δήλωνε τότε: "Ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η κατοχύρωση όρων για ποιοτική και ασφαλή εργασία για όλους είναι αδιαπραγμάτευτη αρχή. Δεν θα υπάρξει καμιά ανοχή.Θα εξαντλήσουμε κάθε αυστηρότητα σε όσους κερδοσκοπούν παραβιάζοντας τους νόμους και τα δικαιώματα οποιουδήποτε εργάζεται στην Ελλάδα".
Θα περίμενε λοιπόν κανείς ένα χρόνο αργότερα να έχει εξαλειφθεί η εκμετάλλευση των σύγχρονων μπαρμπα-Θωμάδων και να έχουν παταχθεί οι εκμεταλλευτές κερδοσκόποι. Δεν είναι δύσκολο --για ένα ευνομούμενο κράτος-- να ερευνήσει και να επιλύσει ένα τέτοιο θέμα με συνοπτικές διαδικασίες.
Αλλά το ελληνικό κράτος υπηρετείται από ανθρώπους εύκολους κι αποτελεσματικούς στα λόγια, τις υποσχέσεις και τις αποφάσεις, αλλά με μια νοσηρή δυσκινησία στην εφαρμογή μέτρων. Έτσι σήμερα διαβάζουμε πάλι (αντιγράφω από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 4 Ιουνίου 2009):
"Παρά τις εισαγγελικές διώξεις και την πανελλήνια κατακραυγή, ντόπιοι τσιφλικάδες, παραβλέποντας προκλητικά τους νόμους, εξακολουθούν να εκμεταλλεύονται με τον πλέον άθλιο τρόπο τους αλλοδαπούς εργάτες, αποκομίζοντας τεράστια οικονομικά οφέλη με τη σιωπηλή ανοχή των αρμοδίων υπηρεσιών της Νομαρχίας Ηλείας και της Αστυνομίας.
Χθες το απόγευμα, ένα από τα παραπήγματα της ντροπής που βρίσκεται στο κέντρο της Νέας Μανωλάδας φιλοξενώντας πάνω από δέκα Βούλγαρους εργάτες, τυλίχτηκε ξαφνικά στις φλόγες προκαλώντας πανικό και αναστάτωση στην περιοχή. Μετά την παρέμβαση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Λεχαινών, η πυρκαγιά τέθηκε υπό πλήρη έλεγχο, αφού κατέστρεψε ολοσχερώς το παράπηγμα μαζί με τα φτωχικά υπάρχοντα των αλλοδαπών εργατών". (Η υπογράμμιση δική μου)
Δηλαδή, η μηδενική ανοχή και η αυστηρότητα για την οποία έκανε λόγο η υπουργός ποιους είχε υποκείμενα; Και ποια μέτρα πήρε το ελληνικό κράτος δια των αρμοδίων φορέων του να ανακουφίσει τους σύγχρονους αυτούς είλωτες, προσφέροντάς τους τουλάχιστον ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης; Αλλά οι άνθρωποι αυτοί δεν ψηφίζουν...
Απόγευμα Σαββάτου καθ' οδόν προς το Νομιτσί, μικρό χωριό της μεσσηνιακής Μάνης. Μικρή στάση στην Καρδαμύλη, στο παντοπωλείο, απ' όπου προμηθευόμαστε τα χρειώδη του Σαββατοκύριακου και νερό (ως γνωστόν ήταν και συχνά παραμένει "ακριβό" στη Μάνη). Τα ψώνια τελειώνουν και περιμένω υπομονετικά στο ταμείο τη σειρά μου να πληρώσω. Απ' έξω ακούγεται η γκρίνια ενός πιτσιρικά που θέλει να μείνει λίγο ακόμα να παίξει με το φίλο του. Ακούγεται και η φωνή της μαμάς του που επιτακτικά του ζητά να μπει αμέσως στο αυτοκίνητο για να φύγουν. Ο μικρός δεν παραδίνεται αμαχητί. Επιστρατεύει τα μεγάλα μέσα: συνεχίζει να μουρμουρίζει μ' ένα ίχνος παράπονου στη φωνή, ελπίζοντας να τη μεταπείσει. Μάταια. Η μητέρα αποφασιστικά υψώνει τον τόνο της φωνής της και λέει : "Μπες μέσα στ' αμάξι αμέσως, να μη γίνει της π...νας το κάγκελο!". Εμβρόντητη ρίχνω έξω μια ματιά. Η γλυκομιλούσα, στοργική μήτηρ έχει ανοίξει την πόρτα, σπρώχνει το παιδί μέσα και κατόπιν κάθεται στο τιμόνι του απαστράπτοντος μαύρου SUV.
Το Μάρτιο του 2004 κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το άλμπουμ "Γη των Απουσιών". Πρόκειται για μια εξαιρετική δουλειά του Κυριάκου Σφέτσα που ανθολογεί και μελοποιεί ποιήματα της Κικής Δημουλά. Η ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε από το Μάρτιο έως τον Ιούνιο του 2003. Την ερμηνεία των ποιημάτων ανέλαβε η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου. Παίζουν : Ορχήστρα Νυκτών Εγχόρδων Δήμου Πατρέων υπό τη διεύθυνση του Θανάση Τσιπινάκη. Συμπράττουν : Γεράσιμος Σκληρός, τρομπέτα, Renato Rippo, βιολοντσέλο, Νάσος Γκρόζας, πιάνο, Γιάννης Σταυρόπουλος, τύμπανα και Βαγγέλης Ζωγράφος, μπάσο. Τέλος, συμμετέχει το φωνητικό σύνολο Ηχώμε τη διδασκαλία της Λένας Σουρμελή.
Ιδού ένα μικρό δείγμα αυτής της ατμοσφαιρικής δουλειάς (οι στίχοι παρατίθενται παρακάτω):
Because these wings are no longer wings to fly T. S. ELIOT
Περπατώ και νυχτώνει. Αποφασίζω και νυχτώνει. Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Υπήρξα περίεργη και μελετηρή. Ξέρω απ' όλα. Λίγο απ' όλα. Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται, πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε. Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων μ' ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς. Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Πέρασα μέρες με βροχή, εντάθηκα πίσω απ' αυτό το συρματόπλεγμα το υδάτινο υπομονετικά κι απαρατήρητα, όπως ο πόνος των δέντρων όταν το ύστατο φύλλο τούς φεύγει κι όπως ο φόβος των γενναίων. Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν σε αθέατα αίτια χαράς. Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες. Τα τεντωμένα τόξα τους βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα. Είδα πολλά και ωραία όνειρα και είδα να ξεχνιέμαι. Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Περπάτησα πολύ στα αισθήματα, τα δικά μου και των άλλων, κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους να περάσει ο πλατύς χρόνος. Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα. Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα. Έλαβα κάρτες σύντομες: εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα και κάτι χαιρετίσματα από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει. Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.
Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους, στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες. Και πολύ στις αλυσίδες. Έμαθα να διαβάζω χέρια και να χάνω χέρια. Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Ταξίδεψα μάλιστα. Πήγα κι από δω, πήγα κι από κει... Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος. Έχασα κι από δω, έχασα κι από κει. Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα κι απ' την απροσεξία μου. Πήγα και στη θάλασσα. Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα. Φοβήθηκα τη μοναξιά και φαντάστηκα ανθρώπους. Τους είδα να πέφτουν απ' το χέρι μιας ήσυχης σκόνης, που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης. Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες ορθόδοξης ερημίας. Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα. Και δεν μού 'λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα. Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια, σκοτεινή, με ακόνισε. Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Όσο μπόρεσα έφερ' αντίσταση σ' αυτό το ποτάμι όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει, κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό στα ξεροπόταμα και παρασύρθηκα.
Ο Petru Guelfucci γεννήθηκε το 1955 στο Sermanu της Κορσικής και από τα πρώτα παιδικά του χρόνια παθιάστηκε με το κορσικάνικο τραγούδι. Στην εφηβεία του συμμετείχε στο λαϊκό συγκρότημα "A manella". Το 1973 γνωρίζεται με τον Ghjuvan Paulu Poletti, έναν από τους κυριότερους ηθοποιούς της πολιτιστικής κίνησης της Κορσικής κατά τη δεκαετία του '70.
Λίγο αργότερα οι δυο τους μαζί με άλλους σχημάτισαν ένα συγκρότημα από νέους μουσικούς, από το οποίο μετέπειτα προέκυψε το πολύ γνωστό κορσικάνικο συγκρότημα Canta U Populu Corsu που αναζωπύρωσε την εθνικιστική φλόγα μιας ολόκληρης γενιάς.
Μετά από 15χρόνια επιτυχίας, το Canta U Populu Corsu εξαφανίστηκε και ο Petru Guelfucci ακολούθησε σόλο καριέρα ηχογραφώντας άλμπουμς όπως τα "Isula" , "Memoria" και "Corsica", του οποίου το ομώνυμο κομμάτι γίνεται τεράστια επιτυχία. Ο καλλιτέχνης αφιερώνει επίσης το χρόνο του στο άλλο του πολυφωνικό συγκρότημα Voce di Corsica.
Το "Σαν τη βροχή πριν πέσει" είναι ένα συγκινητικό μυθιστόρημα του Βρεττανού συγγραφέα Τζόναθαν Κόου.
Μια γηραιά κυρία, η Ρόζαμοντ, περιγράφει λεπτομερώς είκοσι ξεθωριασμένες φωτογραφίες. Μέσα από τις περιγραφές αυτές, τις οποίες και μαγνητοφωνεί, ξεδιπλώνεται μια οικογενειακή ιστορία τριών γενεών γυναικών, εγκλωβισμένων στην ίδια τραγική μοίρα, καθώς το φορτίο του πόνου μεταφέρεται ηθελημένα ή αθέλητα από γενιά σε γενιά.
Μυθιστόρημα με πρωτοτυπία και δύναμη στην αφήγηση, βαθιά ανθρώπινο και συγκινητικό.
[...Πήγα να τις βρω, αλλά η Ρεμπέκα δεν στράφηκε όταν άκουσε τα βήματά μου πάνω στα βότσαλα. Σκίασε με το χέρι τα μάτια της, κοίταξε προς τα βουνά και είπε: "Κοίτα αυτά τα σύννεφα. Θα έχουμε καταιγίδα, αν έρθουν προς τα εδώ". Η Τέα άκουσε το σχόλιο. Πάντα αντιλαμβανόταν αμέσως τις μεταβολές της διάθεσης -- δεν έπαυε ποτέ να με εκπλήσσει το πόσο ευαίσθητο παιδί ήταν, πόσο τέλεια συντονισμένο με τα συναισθήματα των μεγάλων. Αυτό την έκανε να ρωτήσει: "Γι' αυτό φαίνεσαι λυπημένη;" "Λυπημένη;" είπε η Ρεμπέκα και στράφηκε. "Εγώ; Όχι, δεν με πειράζει η καλοκαιρινή βροχή. Για την ακρίβεια, μου αρέσει. Είναι το αγαπημένο μου είδος". "Το αγαπημένο σου είδος βροχής;" είπε η Τέα. Θυμάμαι πως ήταν συνοφρυωμένη, πως αναλογιζόταν αυτό που είχε ακούσει, κι έπειτα ανακοίνωσε: "Ε λοιπόν, εμένα μου αρέσει η βροχή πριν πέσει". Η Ρεμπέκα χαμογέλασε ακούγοντάς το. Εγώ όμως είπα (με μάλλον υπερβολικό σχολαστικισμό): "Ναι, αγάπη μου, αλλά πριν πέσει δεν είναι πραγματικά βροχή". Είπε η Τέα: "Και τι είναι;" Κι εγώ της εξήγησα: "Στην ουσία, είναι υγρασία. Υγρασία μέσα στα σύννεφα". Η Τέα χαμήλωσε το βλέμμα και φάνηκε να την απορροφά ξανά η τακτοποίηση των βότσαλων στην όχθη: έπιασε δύο κι άρχισε να τα χτυπά μεταξύ τους. Ο ήχος και η αίσθηση φαινόταν να την ευχαριστεί. Εγώ συνέχισα: "Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, δηλαδή, η βροχή πριν πέσει. Πρέπει να πέσει, αλλιώς δεν είναι βροχή". Ήταν ανόητο να λες κάτι τέτοιο σε ένα μικρό παιδί. Έχω μετανιώσει που το ξεκίνησα. Αλλά η Τέα δεν φάνηκε να δυσκολεύεται να συλλάβει το νόημα. Κάθε άλλο, μάλιστα -- γιατί ύστερα από λίγες στιγμές με κοίταξε και κούνησε το κεφάλι με οίκτο, σαν να δοκίμαζε την υπομονή της συζητώντας τέτοια θέματα με μια χαζή. "Και βέβαια δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα", είπε. "Γι' αυτό είναι το αγαπημένο μου είδος. Μπορεί κάτι να σε κάνει χαρούμενη ακόμα κι αν δεν είναι αληθινό, έτσι δεν είναι;" Έπειτα έτρεξε προς το νερό, χαμογελώντας πονηρά, ευτυχής που η λογική της τής είχε χαρίσει μια τόσο εντυπωσιακή νίκη...]
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, σε μετάφραση Μαργαρίτας Ζαχαριάδου.
Εκπορεύονταν απ' το στήθος μου έρωτες για όλα όσα έβλεπα κι όσα η ψυχή μου συλλάβαινε πίσω απ' τα πράγματα που έβλεπα. Και σου χάιδευα το νερό και σου μιλούσε η ψυχή μου πολύ τρυφερά κ' αισθανόμουνα λύπη. Ο ουρανός σε αγκάλιαζε ενώ εγώ δε μπορούσα.
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, Συνάντηση με τη Θάλασσα
Για Μένα
Νερένια
Καλαμάτα, Μεσσηνία, Greece
Γεννήθηκα, έζησα τα παιδικά μου χρόνια και σπούδασα δασκάλα στην Αθήνα. Ζω κι εργάζομαι από το 1991 στην Καλαμάτα, την ολόφωτη πόλη του νότου κι αρχόντισσα του Μεσσηνιακού.
Αγαπώ τη θάλασσα, τα ταξίδια, τη λογοτεχνία, τη μουσική, τον κινηματογράφο, τη φωτογραφία και τη δουλειά μου, που τα εμπεριέχει.
Ambrose Bierce - A Cold Greeting
-
This is a story told by the late Benson Foley of San Francisco:
"In the summer of 1881 I met a man named James H. Conway, a resident of
Franklin, Tennessee...
..picture...
-
Κάθε ένας και μια άλλη άποψη..,
μια άλλη διαφορετική σκέψη,
μια εντελώς άλλη πινελιά στον καμβά της ζωής..
Σας αφήνω με ένα αγαπημένο κομμάτι και βίντεο
.....
Εικόνες από το Βόλο
-
Λοιπόν, αυτήν την ανάρτηση τη σκεφτόμουν εδώ και πολύ καιρό, ειδικά μάλιστα
επειδή 2 φίλοι, ο Σαλτατέμπο και ο Kostaslogh συχνά-πυκνά μου τον αναφέρουν,
στ...
Επανεκδόσεις δίσκων. Το κυνήγι του χαμένου θυσαυρού
-
.
*Ελληνικοί δίσκοι που για χρόνια απουσίαζαν από τα ράφια των δισκοπωλείων,
επιστρέφουν για να μας θυμίσουν αξιόλογες δουλειές που αφορούν κυρίως το
ελλη...
Όταν σου λέω πορτοκάλι να βγαίνεις
-
Η πρώτη τους κασέτα μου ήρθε στη Γαλλία μέσα στο παραδοσιακό μηνιαίο πακέτο
της μαμάς, που το περίμενα όπως οι άλλοι το Πάχα (που 'λεγε κι'ο παλιός
καλός ν...
O Tempo(ra), o mores!
-
Μάιος του ‘65 … Η εταιρία που εισάγει στην Ελλάδα τα χαρτομάνδηλα Tempo
ξεκινά μια επιθετική , εικονογραφημένη αλλά και φλύαρη διαφήμιση, μέσα από
τις σελί...
Περί μαθησιακών δυσκολιών
-
Πρόσφατα έπεσα πάνω στο ιστολόγιο Περί μαθησιακών δυσκολιών της Σοφίας. Εξαιρετικό. Η Σοφία δηλώνει στο προφίλ της ειδική παιδαγωγός και από ό,τι φαίνεται δο...
ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟΥ
-
*Τα άλογα του ιπποδρόμου*
Διαβάζοντας τη συνέντευξη του Διονύση Σαββόπουλου στην Ελευθεροτυπία
(15-11-09) στάθηκα στη διαπίστωσή του ότι υπάρχει «μια βου...
SING CITY: ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ!
-
Το κείμενο μου για το κοινό άλμπουμ της Σωτηρίας Λεονάρδου, του Βασίλη
Γισδάκη και του Στέλιου Μποτωνάκη. Τίτλος του, *Sing City*, ο ίδιος δηλαδή
μ' αυτόν...
Agua pasada - Joaquín Sabina
-
Είναι εκπληκτικό το πως ακόμα και σήμερα ο *Joaquín Sabina* έχει την
ικανότητα να γράφει τέτοιους στίχους και να μετατρέπει δυο λέξεις και δυο
νότες σε τ...
Μια...διαφορετική ξενάγηση
-
(οι ομάδες ξεναγών και τουριστών ενώνονται και γνωρίζονται)
Τι σχέση έχουν το Παλατάκι Χαϊδαρίου, το πικ νικ στο πάρκο, τα δευτεράκια, η
υγιεινή διατροφ...
One !
-
Αρχές του '90 και τους U2 συνοδεύοουν φήμες περί διάλυσης του
συγκροτήματος. Όμως εκείνοι έχουν εξαφανιστεί για λίγο , προετοιμάζοντας τον
έβδομο δίσκο τ...
Με αρέσανε και με ψιλοκολλήσανε...
-
Το "Θα πάω όταν γουστάρω" το πρωτοάκουσα νομίζω πριν ένα - ενάμιση μήνα στον
Μελωδία ή στον Freedom (δεν θυμάμαι ακριβώς) και είναι από εκείνα τα
τραγούδια...
Πικ νικ...τη σήμερον ημέραν,σημαίνει αγώνας..!
-
*Τα στέκια του ουρανού, καλούν επειγόντως τα στέκια της γής,
για ένα φανταστικό, θαυματουργό, ιαματικό πικ νικ..!
*
*Σήμερα λέω εν όψει Σαββατοκύριακου, να σ...
Αδιατάραχτος πολιτισμός, ταριχευμένες κοινωνίες
-
Η Αθήνα; Μα κοιτάξτε την Αθήνα. Μια πόλη με τους ανθρώπους της, με κατάφωτα
σικάτα καταστήματα, με ωραίους καφενέδες και κουλτουριάρικα μπαράκια. Με
οικοδο...
Δημήτρης Βαρβαρήγος – "Ό,τι αγαπήσαμε πίσω έμεινε"
-
Οι εκδόσεις *ΑΓΚΥΡΑ*
και ο *ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ*
σας προσκαλούν στην παρουσίαση
του βιβλίου του με τίτλο:
Πίνοντας κόκκινο κρασί κι ακούγοντας
μέσα α...
Το Βόρειο Νησί
-
*λίμνη Taupo, Νέα Ζηλανδία, Βόρειο Νησί (αρχείο National Geographic)*
*Ήταν μια από αυτές τις μέρες…τόσο σιωπηλή, τόσο γαλήνια, σχεδόν ένιωθες την
Γη να έ...
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
-
[image: Rouk]
Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ είναι από τις αγαπημένες μου σύγχρονες Ελληνίδες
ποιήτριες. Πριν λίγες μέρες η κρατική τηλεόραση της έκανε ένα ...
Η συνέντευξη στο Πανδοχείο
-
Απόσπασμα από τη συνέντευξη στο Αίθριο του Πανδοχείου
Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Η συλλογή «Μεσημβρινές Συνευρέσεις» αποτε...
“ΛΑΜΠΡΑ”-KISS ME
-
Πρίν λίγες ημέρες , βρέθηκα για λίγο στην Θεσσαλονίκη , την γλυκειά “μάνα” ,
που με κανάκεψε , με φρόντισε , με γλύκανε και με πίκρανε , μου ξετυλίχτηκε
κα...
Αριάγνη
-
Στρατής Τσίρκας, εκδ. Κέδρος(2005), επιμ. Χ. Προκοπάκη.
Από την Ιερουσαλήμ της "Λέσχης" στο Κάιρο της "Αριάγνης", όπου βρίσκονται
τώρα τα αρχηγεία των ...
Ζυγιάσου
-
Μ’ εφτάψυχες πληγές μη παραβγείς. Θα σε σαπίσουν.
Σ’ ετοιμοθάνατο σκυλί δώσε νερό
με οδοιπόρο πιες κρασί τη μάννα του να συγχωρέσεις
χωρίς ελπίδα χορτασμού ...
ΤΕΛΟΣ
-
Η αλήθεια είναι ότι η απόφαση αυτή δεν ήταν και πολύ εύκολη.
Εδώ πάνω απο αυτα τα πλήκτρα αγάπησε και αγαπήθηκε το πειρατικό.
Εδώ πάνω απο αυτα τ...
Εκατό*
-
Ο Λευτέρης χαιρέτησε τους τελευταίους καλεσμένους και έκλεισε με ανακούφιση
τη πόρτα. Ώρες περίμενε τούτη τη στιγμή, την ονειρευόταν από το πρώτο λεπτό
πο...
"Δακρύων εγκώμιο", του Γκαζμέντ Καπλάνι
-
"Μια πρόσφατη μελέτη, εκεί στις ΗΠΑ, αποκαλύπτει ότι κάθε γυναίκα περνάει
κατά μέσον όρον 16 μήνες της ζωής της κλαίγοντας. Η έρευνα λέει ακόμη ότι τα
δάκρ...
Η κόρη της (άλλης) Άννας
-
Η εκπομπή απόψε είναι αφιερωμένη στο κοριτσάκι που γεννήθηκε την περασμένη Παρασκευή το οποίο μέχρι να του βρουν όνομα θα το λέμε Η κόρη της Άννας για να κλα...
Επίλογος...
-
Μία φορά κι έναν καιρό ήταν μία μηλιά... και αγαπούσε ένα Αγοράκι.
Και κάθε μέρα το αγοράκι πήγαινε και μάζευε τα φύλλα της και τα έπλεκε
στεφάνι κι έπαιζ...
Μαργκαρέτα Έκστρομ: Ταξίδι στην Κοπεγχάγη
-
Τότε εκείνος τόλμησε να πάει στο ξενοδοχείο όπου έβαλε την καμαριέρα να
χτυπήσει την πόρτα και να ρωτήσει την δεσποινίδα Ίντα αν θα ήθελε να φάει
μαζί του...
Μου εκόμπασε...
-
** Gustav Klimt, *Der Kuß*, (*To Φιλί*), Österreichische Galerie Belvedere,
Βιέννη
Επικοινώνησα χτες με τρεις παλιούς μου εραστές. Ο ένας τους μάλιστα (αυτ...
Ισπανικό πακετάρισμα λαθρομετανάστη
-
Μέσα στα πλαίσια της συνεργασίας “για την ειρήνη και την ασφάλεια στην
Μεσόγειο” οι Ισπανοί συνάδελφοι της ΕΛΑΣ παραδίδουν δωρεάν μαθήματα
ντελίβερι λαθρ...
94 ~ Βιρτζίνια Γουλφ: Στην Ελλάδα, τον Μάη
-
Virginia Woolf (1882-1941)
*"στην Ελλάδα είμαι ήρεμη
κι ευτυχισμένη"*
*19 Απριλίου 1932
*«Να 'μαστε λοιπόν παραπλέοντες τας ελληνικάς νήσους. Η θάλασσα εί...
Είπαν και ελάλησαν... (μέρος 2ον)
-
Πριν από 8 μήνες περίπου είχα δημοσιεύσει ένα ποστ με λέξεις και σκέψεις που
αφορούσαν την εκπαίδευση , τη μόρφωση , τη διδασκαλία τη μάθηση και όλα τα
σχε...