Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Γιώργος Ιωάννου, Μαδέρια στο πέλαγος


Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «ΑΝΤΙ» (τεύχος 142, σελίδα 12). Πρόκειται για συμβολή του Γιώργου Ιωάννου στο αφιέρωμα του περιοδικού στον Νίκο Καββαδία.

Τώρα που ο φίλος Στρατής Τσίρκας ζωντανεύει κάθε τόσο στο «ΑΝΤΙ» στιγμές από τη φιλία του με το Νίκο Καββαδία, νιώθω κι εγώ ζωηρά την ανάγκη να μιλήσω για τη γνωριμία μου με τον χαμένο ποιητή, μα διστάζω κάπως, γιατί τα όσα έχω να πω είναι φτωχικά, δεν είναι τίποτε σχεδόν, δεν μπορούν να αποτελέσουν καμιά ιδιαίτερη συμβολή για τη συμπλήρωση της εικόνας του και μάλλον θα καταλήξω, φοβάμαι, να μιλήσω πιο πολύ για τον εαυτό μου παρά για κείνον. Ωστόσο επειδή θέλω οπωσδήποτε να κάνω λόγο για τον αγαπημένο μου ποιητή, θα συμμαζέψω εδώ ό,τι έχω και δεν έχω σχετικά μ' αυτόν και θα το εκθέσω με τον τρόπο μου.

Ποιήματα του Νίκου Καββαδία πρωτοδιάβασα στην Ανθολογία του Αποστολίδη τρία τέσσερα χρόνια μετά τον πόλεμο. Ο τόνος και η ποιότητά τους με συνάρπασε αμέσως. Ήμουν φοιτητής της Φιλολογίας στη Θεσσαλονίκη —φοιτητής χωρίς ούτε ένα δικό μου βιβλίο στο σπίτι μου— και ανακάλυψα την Ανθολογία τρυπωμένη στο λεγόμενο φοιτητικό αναγνωστήριο, ένα μακρόστενο αχούρι, όπου διάβαζαν αντικριστά εκατοντάδες φοιτητές απ' όλες τις Σχολές, στριμωγμένοι ελεεινά και τρισάθλια. Πάντως, έστω και εκεί, μπορούσες, αν εξασφάλιζες την εμπιστοσύνη του ταλαίπωρου βιβλιοθηκάριου, ψάχνοντας στα υψηλά ράφια της βαρυσκονισμένης βιβλιοθήκης να ανακαλύψεις ενδιαφέροντα βιβλία, όχι βέβαια από αυτά που είχαν οριστεί για τις εξετάσεις —αυτά γίνονταν συνεχώς ανάρπαστα μια και ελάχιστοι φοιτητές είχαν στα σπίτια τους βιβλιοθήκες. Η Ανθολογία, ευτυχώς, για τις εξετάσεις δεν ήτανε. Ούτε η εγκληματολογία του Λομπρόζο ήτανε, ούτε η Βιολογία του Λυσένκο, ούτε το Έγκλημα και Τιμωρία, ούτε το Συμπόσιο του Πλάτωνος, ούτε οι κωμωδίες του Αριστοφάνη. Όλα αυτά ανακατωμένα, και όπως πρόφταινα, τα διάβαζα και τα ξαναδιάβαζα με φοβερή όρεξη. Άφηνα το ένα κι έπιανα τ' άλλο, τα συνέπλεκα μέσα μου. Κι ακόμα, διάβαζα ό,τι μπορούσα για τον υπαρξισμό και τους υπαρξιστές, που τα δόγματά τους και τα καμώματά τους πολύ με μεθούσαν. Κι ακόμα με μεθούν, εδώ που τα λέμε.

Αλλά τα ποιήματα του Καββαδία που υπήρχαν στην ισχνή ακόμα Ανθολογία ήταν εξαιρετικά λιγοστά, όπως ακόμα και του Καβάφη και του Σεφέρη. Γι' αυτούς όμως ήξερα πολλά πράγματα, παρακολουθούσα από την αρχή της την «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», που υπηρετούσε τη γενιά του Τριάντα και τους αγαπημένους της συγγραφείς, ενώ για τον θαυμάσιο Καββαδία κανένας δεν βρισκόταν να μας πει μια κουβέντα.

Από τον ποιητή Χριστιανόπουλο έμαθα, νομίζω, πως τα βιβλία του Καββαδία «Μαραμπού» και «Πούσι» υπήρχαν στη Δημοτική Βιβλιοθήκη, αυτήν που είχε οργανώσει περίφημα ο ποιητής Βαφόπουλος. Έτρεξα, λοιπόν, για τα βιβλία, μα άδικα το τρέξιμο. Τα έβρισκες κι εδώ πολύ εύκολα, το φοιτηταριό δεν τα ζητούσε. Και ήταν κάτι υπέροχες εκδόσεις, προπολεμικές, κατάστικτες από διακόσμηση σαν τίποτε τατουάζ. Πήρα ένα τετράδιο και αντέγραψα τα ποιήματα, που χωρίς καλά καλά να το καταλάβω τα έμαθα απέξω. Το ίδιο έγινε και με τη μετάφραση του Σεφέρη στην «Έρημη Χώρα» του Θ.Σ. Έλιοτ.

Έλεγα και ξανάλεγα με κρυφή απόλαυση τους στίχους του Καββαδία κι ένιωθα την πραγματικότητα —την πολύ σκληρή τότε πραγματικότητα— κάπως να υποφέρνεται. Εκείνο που μ' έθελγε περισσότερο ήταν αυτή η τόσο ταιριαστή με τον κόσμο των ποιημάτων του μουσικότητα, ο ρεμπέτικος κάπως τόνος που αναδίνεται, θαρρείς, μέσα από τα ίδια τα πράγματα, τοπωνύμια και καράβια και λιμάνια και απλά μα δυνατά μεράκια των ναυτικών. Ούτε που πήγαινε ο νους μου στην επιδίωξη καμιάς παρόμοιας ζωής, μολονότι μια συμφοιτήτριά μου, κόρη καπετάνιου και πιθανώς τσιμπημένη μαζί μου —όλα συμβαίνουν καμιά φορά— μου τριβέλιζε συχνά το μυαλό με κουβέντες σαν αυτές: «Θα σε πάρει ο μπαμπάς μου στο καράβι και θα σε κάνει δεύτερο καπετάνιο του». «Με το πτυχίο της φιλολογίας;», της έλεγα. «Αμέ, γιατί όχι;», επέμενε εκείνη. «Δεν είσαι καλά, κοπέλα μου», της είπα στο τέλος και το 'κοψε.

Δεν είχα τάσεις φυγής, ούτε και μπορούσα να έχω, όπως δεν παρουσιάζει τέτοιες τάσεις ούτε και ο Καββαδίας. Αυτά, πως είναι ποιητής της φυγής, και μάλιστα σε τόπους εξωτικούς, είναι ακρισίες των διαφόρων τζιτζιφιόγκων της φιλολογίας, που με το μυαλό τους «χτίζουν ανώγεια και κατώγεια» και οι οποίοι τον περιφρονούν, τον περιφρονούσαν μάλλον, αγρίως, γιατί δεν έχει, λέει, πνευματικές ανησυχίες. Οι μπουρμπουλίθρες αυτές, που μπερδεύουν τη θολούρα με τις πνευματικές ανησυχίες, θέλουν όλους να τους κάνουν όμοιους με τον εαυτό τους και τους υποταχτικούς των.

Ο Καββαδίας εμπνεόταν από την ίδια τη ζωή του. Αυτή ήταν η ζωή του, η δουλειά και η διασκέδαση του ναυτικού στα λιμάνια και στις θάλασσες. Δεν έγραψε ο Καββαδίας για πράγματα που από το κρεβάτι του ονειρευόταν —γιατί αυτό είναι φυγή. Άλλο τώρα, αν η αγάπη του προς τη θάλασσα και τη λιμανίσια περιπέτεια τον έσπρωχνε με τη φαντασία και σε άλλα μέρη, άγνωστα και πιο εξωτικά, όπου με το σώμα του δεν είχε φτάσει. Αλλά τουλάχιστο ήξερε τις αναλογίες τους. Ο Καββαδίας αν μπορεί να χαρακτηρισθεί για τάσεις φυγής, μόνο για φυγή, για τρύπωμα, προς την Αθήνα, όπου το σπίτι του και οι φίλοι του, μπορεί να χαρατηρισθεί.

... Οι μαθήτριες σχόλασαν του Ωδείου.
Φωτεινές ρεκλάμες της οδού Σταδίου.
Γέφυρα βρεγμένη σκοτεινή.

Δεν είναι, λοιπόν, ξαναλέω, ο Καββαδίας ποιητής της φυγής, μα ποιητής της σκληρής ζωής του, που την αγαπούσε όμως παράφορα. Κι ούτε έκαμνε αυτή τη ζωή για να φύγει, να ξεφύγει από κάποιαν άλλη, όπου είχε δήθεν περιπέσει σε αδιέξοδο. Αυτό ήθελε ο άνθρωπος να κάνει και αυτό έκανε. Έγινε ναυτικός, ασυρματιστής στα καράβια: Μαρκόνης. Και έγινε λατρευτής, προσκυνητής στα λιμάνια, όπου με απόλαυση κάθε φορά έφτανε. Δυστυχώς, ακόμα κι ο καλός πεζογράφος Βασίλης Λούλης, ο άλλος ναυτικός της λογοτεχνίας μας, δεν μπόρεσε τον Καββαδία να τον καταλάβει —αυτή τη μέθη του από τη ναυτική ζωή. Και τον κατηγορεί πως παραποιεί το σκληρό ναυτικό επάγγελμα και τη στερημένη ζωή του ναύτη. Ο καθένας από την εσωτερική σκοπιά του, αυτό είναι κι εδώ το μυστικό.

Είναι βαριά ερωτική η ποίηση του Καββαδία, σαν μοσκοβολιά απόκρυφων μελών νεανικού κορμιού. Και ναρκώνει.

Με τα ποιήματα, τα διαβάσματα και τα τρανέματα, ο καιρός μας περνούσε, και ο εμφύλιος φούντωνε. Μέρα τη μέρα περιμέναμε να ντυθούμε φαντάροι. Όταν τελικά ντυθήκαμε, ο εμφύλιος ευτυχώς είχε λήξει, μα βέβαια το πνεύμα του ζούσε και βασίλευε. Τότε, στη διάρκεια της βασικής εκπαίδευσης, έγινε —τι έγινε; δημιούργησα— μια ιστορία σχετική με την ποίηση του Καββαδία, που ποτέ μου, όταν αργότερα τον γνώρισα, δεν κατάφερα να του την αφηγηθώ, μολονότι πολύ το ήθελα.

Από την Κόρινθο, όπου εκπαιδευόμασταν, μας φέρνανε τμηματικά στο Χαϊδάρι κι από κει πάλι μας προωθούσαν κάπου στη Γλυφάδα, σ' ένα κέντρο επιλογής αξιωματικών. Στη Γλυφάδα μάς έντυναν αμέσως, με μια φόρμα, που είχε μπρος και πίσω ένα μεγάλο νούμερο, που αυτό πια ήταν το όνομά μας, και μας κρατούσαν εκεί δυο μέρες υπό παρακολούθηση. Εγώ ποτέ, σε καμιά στιγμή, δεν θέλησα να γίνω αξιωματικός, γι' αυτό έκαμνα το κέφι μου μη λογαριάζοντας τίποτε. Αλλά έλα που ήμουν ο μοναδικός πανεπιστημιακός πτυχιούχος από όλη εκείνη την ογδοντάδα... Γι' αυτό προσπαθούσανε, ντε και καλά, παρά τα ξεγλιστρήματά μου, να με κάνουν.

Ανάμεσα στ' άλλα κατορθώματα που έπρεπε να πραγματοποιήσουμε, κάποια στιγμή είχαμε να κάνουμε και μια ομιλία, έτσι εκ του προχείρου. Αυτό κρινόταν απ' όλους, ιδίως από εκείνους που σκαρφάλωναν στα σκοινιά και έκαμναν το ασύλληπτο για μένα μονόζυγο, ως το πιο δύσκολο αγώνισμα. Η εκ του προχείρου ομιλία επλανάτο από πάνω μας σαν απειλή και γινόταν ακόμα τρομερότερη, καθώς δεν ξέραμε ποια ακριβώς στιγμή θα μας τη ζητήσουν. Τι να πεις; για ποιο πράμα να πεις; τι έχουμε εμείς να πούμε; λέγανε οι πιο νταβραντισμένοι. Εγώ φυσικά χαιρόμουνα. Ανήκα σε μια μικρή ομάδα με τρεις τέσσερις ακόμα φαντάρους και ένα λοχαγό. Μέσα σ' ένα τολ ήρθε ξαφνικά και η σειρά της περίφημης ομιλίας. Λέγει ο λοχαγός σ' έναν κωμικό στην εμφάνιση φαντάρο: «Πες μας κάτι, εσύ, μίλησέ μας για ένα θέμα, σαν να είμαστε μια μεγάλη ομάδα και σε ακούμε». Αυτός κάτωχρος ψέλλισε κάτι ασυναρτησίες και σώπασε. Ήταν φανερό πως θεωρούσε κατόρθωμα αυτό που είχε κάνει. Στο μεταξύ εμένα ο νους μου είχε κολλήσει στα ποιήματα του Καββαδία και δεν ξεκολλούσε με τίποτε. Τα θυμόμουν ένα προς ένα πολύ καλά και ήθελα μέσα σε κείνη την ελαφρώς ανεκδιήγητη κατάσταση να μιλήσω γι' αυτά και τον ποιητή τους. Μου λέει σε μια στιγμή ο λοχαγός: «Πες μας τώρα κι εσύ κάτι». Αρχινάω, λοιπόν, για τον Καββαδία και δεν έλεγα να σταματήσω. Τι βιογραφικά, τι στίχους, τι αναπτύξεις, τι συσχετισμούς! Με κοίταζαν οι άλλοι κατάπληκτοι μα και τρομοκρατημένοι. «Τι λέει αυτός ο παλαβός;» Γιατί εγώ δεν έκαμνα οικονομία στα λόγια μου, ούτε και απέφευγα στίχους του Καββαδία που θα μπορούσαν να παρθούν κατά λέξη από εκείνο το άμαθο στα λογοτεχνικά —και μόνο στα λογοτεχνικά;— κοινό... Άρχισα από το ποίημα «Μαραμπού»:

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί,
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο...

Τα μάτια του λοχαγού άστραψαν, σαν να άκουσε κάτι που το έβαζε κιόλας με τον νου του. Δεν είπε όμως τίποτε˙ με άφησε να συνεχίσω.

Ακόμη, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό...

Εδώ , στα μάτια του λοχαγού πέρασε ένα βαθύ γέλασμα. Κατάλαβε πως δεν αποτελούσαν έμμεση ομολογία αυτοί οι στίχοι. Εγώ ένα καλόπαιδο, κατάλευκο και αφράτο, δεν έμοιαζα καθόλου για άνθρωπο ικανό να τραβάει χασίσι και κοκό. Αλλά ο προλαλήσας συνάδελφός μου, ο ευφραδέστατος εκείνος σκουράντζος, είχε σκύψει και δεν με κοίταζε. Το σκύψιμό του ήταν, η γη να τον καταπιεί. Όταν πια ξεστόμισα και τ' άλλο:

Το πειρατικό του Captain Jimmy,
που μ' αυτό θα φύγετε κι εσείς,
είναι φορτωμένο με χασίς
κι έχει τα φανάρια του στην πρύμη...

Οι φαντάροι είχαν χαθεί ολότελα στους πάγκους των. Παιδιά από χωριά άγρια τσαλαπατημένα από καταβολής ελληνικού κράτους, νόμιζαν πως όπου να 'ναι θα διαταχτεί η εκτέλεσή μου και θα πάρει η μπάλα άδικα κι αυτούς. Κι όχι τίποτε άλλο, αλλά δεν θα γινόντουσαν και αξιωματικοί, πράγμα για το οποίο τους έπιανε ίλιγγος μεγαλείου. Όμως ο λοχαγός, ένας συμπαθέστατος τριαντάρης, ψημένος από τις επιχειρήσεις μα κατά βάθος αβρός, με τα μάτια χαμηλά αλλά κάπως σαν φωτισμένα, δεν έκανε κανένα απολύτως σχόλιο. Προχώρησε στους άλλους περίτρομους, που δεν θυμάμαι, αν είπαν ή δεν είπαν κάτι.

Όσο για μένα ήμουν πανευτυχής. Είχα κάνει την πρώτη μου ομιλία από στήθους —και μάλιστα για την ποίηση αγαπημένου ποιητή— ντυμένος με μια φόρμα που έφερνε τον αριθμό 76, με υπόκρουση το βουητό των αεροπλάνων από το κοντινό Ελληνικό και ακροατήριο όχι και τόσο ευκαταφρόνητο, όσο θα νόμιζε κανείς. «Εἷς, ἐμοί μύριοι», λέει το παλιό ρητό. Και αυτός ο «Εἷς» υπήρχε. Όταν συνέβαιναν αυτά ο Καββαδίας πρέπει να ήτανε 41 χρονώ.

Εξακολουθούσα να μην γνωρίζομαι μαζί του, μα ολοένα μάθαινα νεότερα γι' αυτόν. Γράφοντας το «Φιλότιμο» έβαλα σε κάποιο από τα πεζά ως τίτλο έναν στίχο του: «Κάτω στις ακτές της Αφρικής». Ζούσα πραγματικά πια στις ακτές της Αφρικής, στη Βεγκάζη της Λιβύης... Ανάμεσα σε ναυτικούς και λιμενιάρηδες. Μόνο που εγώ ήμουν κι εκεί ένας δασκαλάκος, καθηγητάκος έστω. Το ίδιο κάνει.

Τον πρωτοείδα το 1968, μέσα στη δικτατορία, όταν κατέβηκα στην Αθήνα να διαβάσω ανέκδοτα πεζά μου στο Ινστιτούτο «Γκαίτε». Μας μάζευε τότε εκεί ο αναντικατάστατος Γιοχάννες Βάισερτ, σφοδρός αντιφασίστας. Με παρουσίασε ο Γιώργος Σαββίδης και με έγνεφε από κάτω ενθαρρυντικά ο Στρατής Τσίρκας. Ήτανε πάρα πολλοί φίλοι στην αίθουσα. Ο Καββαδίας ήρθε στο διάλειμμα, ανάμεσα στην ανάγνωση και τη συζήτηση, και με φίλησε σταυρωτά. Ήταν πιο κοντός από μένα. Και γενικά, όσο κι αν ήμουν προειδοποιημένος από τις περιγραφές και τις φωτογραφίες, διεπίστωσα πως κάθε άλλο παρά με τύπο σκληρού ναυτικού έμοιαζε. Είχε κάτι το κάπως στρογγυλό ο Καββαδίας, που έδειχνε οπωσδήποτε συναισθηματικό άνθρωπο. Το πρόσωπό του και ιδιαίτερα τα μάτια του είχαν κάτι το γελαστό, το ζωηρά χαμογελαστό μάλλον, και η φωνή του ήταν γλυκιά, χαμογελαστή κι αυτή, θα έλεγα. Φαίνεται πως ήταν άνθρωπος που έκαμνε πολλά αστεία και είχε να πει πάντοτε πολλά τα νόστιμα. Σε μια μαγνητοταινία που έχω ακούσει στο σπίτι της οικογένειας Καραγάτση και όπου διηγούνται διάφορα ευτράπελα ο Καραγάτσης, ο Τσαρούχης και ο Καββαδίας, ο τελευταίος διακρίνεται για το κέφι του και τις διάφορες μιμήσεις φωνών και προσώπων. Χάρηκα τότε στο «Γκαίτε» πολύ περισσότερο την παρουσία του Καββαδία απ' ό,τι λυπήθηκα για την απουσία του Σεφέρη, που μας είχε ειδοποιήσει ότι θα έρθει αλλά δεν ήρθε. Τον Σεφέρη, άλλωστε, τον ήξερα και με ήξερε, ενώ τον Καββαδία όχι.

Μετά από τη συζήτηση πάνω στα κείμενά μου, όπου από την τρομάρα μου ήμουν απελπιστικά ολιγόλογος πήγαμε, μας πήγε μάλλον ο γαλαντόμος Γιώργος Σαββίδης, σε ένα εστιατόριο, δεν ξέρω πού ακριβώς, για να συμφάγουμε. Ερχόταν και ο Καββαδίας μαζί μας. Με βαθιά ευχαρίστηση βάδιζα κοντά του και άγγιζα τον ώμο του με το σώμα μου. Πρέπει να το ένιωθε. Κατά τη διάρκεια του δείπνου, μου άλλαζαν κάθε τόσο θέση, για να βρεθώ με όλους για λίγο από κοντά. Ήμουν δα το τιμώμενο πρόσωπο. Αθηναϊκά τερτίπια, υπέροχα... Όταν κάθισα δίπλα στον Καββαδία, κάποια στιγμή μου λέει: «Είσαι παντρεμένος;». «Όχι», του απαντώ. «Βάστα γερά», μου κάνει, «αγάντα!». «Δεν χρειάζομαι παροτρύνσεις», του λέγω. Και του διηγήθηκα την ιστορία με τη συμφοιτήτρια, την κόρη του καπετάνιου. Γέλαγε με ευχαρίστηση. «Γλίτωσε η ναυτιλία μας από ένα σίγουρο ναυάγιο», είπα. Γέλαγε αλλά δεν σχολίαζε. Ήταν τρυφερός.

Όταν το '71 εγκαταστάθηκα μόνιμα στην Αθήνα, με πήρε σε λίγο ένας φίλος της παρέας του στο τηλέφωνο και μου είπε, όταν θέλω, να πηγαίνω να τους βρίσκω. Αυτό ήταν, βέβαια, μια πολύ τιμητική πρόσκληση, μια και αυτοί δεν σήκωναν ψευτοδιανοούμενους. Εγώ όμως υπηρετούσα τότε σε εσπερινό σχολείο και δεν μου ήταν εύκολο να ανταποκριθώ. Ύστερα το λησμόνησα, καθώς υποφέρω, όταν χάσω έστω και μια νύχτα από τη μοναξιά μου.

Βρήκα ένα μεσημέρι τον Καββαδία πίσω απ' την Ακαδημία, εκεί στα λεωφορεία. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς είπαμε. Μάλλον τον μάλωσα που δεν κάθεται να γράψει περισσότερα. Μου είπε να πηγαίνω μαζί τους και ότι όπου να 'ναι μπαρκάρει. Δεν πήγα, κι εγώ είμαι που έχασα. Έτσι με κυνηγούσε κάποτε κι ο Θέμελης στη Θεσσαλονίκη, αλλά εκείνος στο τέλος με γράπωσε και μ' έκανε θαμώνα του «Αχιλλέα».

Ξαναείδα τον Καββαδία μετά τη μεταπολίτευση, μια μέρα που υπογράφαμε σ' ένα δικηγορικό γραφείο για να μην επανέλθουν οι Γλύξμπουργκ. Ήταν πιο μπροστά στη σειρά από μένα. Χαιρετηθήκαμε από μακριά. Φεύγοντας αυτός, μιλήσαμε. Ήτανε μια χαρά, στα κέφια του. Δεν τον ξαναείδα. Τον άκουσα όμως λίγες μέρες προτού πεθάνει.

Μια νύχτα κατά η ώρα μιάμιση χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ήταν ένας παλιός μαθητής μου από την Κασσάνδρα, που βρισκόταν εδώ στην Αθήνα και θυμήθηκε η ώρα μιάμιση τη νύχτα να με πάρει. Καθώς είχα παιδευτεί ώσπου να πιάσω στα σκοτεινά το τηλέφωνο, μιλούσα και ήμουν μες στα νεύρα. Μου λέγει ο μαθητής: «Μαζί μας είναι και ο Νίκος Καββαδίας. Θέλει να σας μιλήσει». Αμέσως ξεθύμωσα. Κατάλαβα γιατί με πήρε το παιδί. Είχε γίνει λόγος για μένα, είπε ο νεαρός ότι με είχε καθηγητή, και αποφάσισαν να με πάρουν. Λέω του Καββαδία, έτσι για να δώσω κάποιο έναυσμα: «Πότε θα βγάλεις άλλα ποιήματα;». Και ήμουν βέβαιος πως θα έλεγε ότι θ' αργήσει ακόμα. «Τυπώνω», μου λέει, «στον Κέδρο. "Τραβέρσο" είναι ο τίτλος». «Σε παρακαλώ», του λέω, «να βάλεις κι εκείνο το ποίημα που είχες στα "Ελεύθερα Γράμματα" το 1945. Είναι καλό, να το βάλεις. Αν θέλεις να σου το στείλω, έχω το περιοδικό». «Ναι», μου απαντάει, «θα το βάλω. Στο υπόσχομαι. Δεν το έχω περιλάβει στο "Τραβέρσο", αλλά θα το δώσω».

Είναι ένα ποίημα με τίτλο «Αντίσταση», χαρισμένο στη Μέλπω Αξιώτη. Πολύ δυνατό, νομίζω. Αντιγράφω την πρώτη στροφή:

Στο παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οι στεριές.
Πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβηούν κι εκείνα.
Θάλασσα τρώει το βράχο απ' όλες τις μεριές.
Μάτια λοξά και τ' αγαπάς: Κόκκινη Κίνα.

Σε λίγες μέρες ο Νίκος Καββαδίας ξαφνικά πέθανε. Στην κηδεία του ήταν κόσμος πολύς, συγκινημένος, κι ένας ωραίος νεαρός επίσκοπος, ντυμένος με τα χρυσά μα πολύ γήινος. Ταίριαζε η βυζαντινή πολυτέλειά του και τα φυλακισμένα νιάτα του με τη ρομαντική αμαρτωλή ποίηση του Νίκου Καββαδία, την οποία μάλλον θα είχε υπόψη του. Φαινόταν ταραγμένος.

Όσο για το ποίημα δεν το 'βαλε. Δεν πρόλαβε, δεν θέλησε —δεν ξέρω. Έχω την εντύπωση πως το φοβόταν. Το «Τραβέρσο» κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του. Εγώ, πάντως, μόλις πέθανε, πήγα και είπα για τη συνομιλία μας, όπου έπρεπε. Τους ανάφερα και τη στιχομυθία, αλλά δεν έγινε τίποτε. Είναι πολλοί οι παράγοντες σ' αυτές τις περιπτώσεις και απόλυτη η σιωπή από την άλλη μπάντα.
Σε μια εποχή ποιητικού πληθωρισμού και βαρεμάρας, ο Νίκος Καββαδίας ήταν ένας από τους αληθινούς ποιητές, από τους ελάχιστους γνήσιους που έχω γνωρίσει.


Από τη συλλογή κειμένων με τίτλο «Επτά κείμενα για τον Νίκο Καββαδία» που επιμελήθηκε η Άντεια Φραντζή και εκδόθηκε στην Αθήνα το 1982 από τις εκδόσεις Πολύτυπο. Τα κείμενα της συλλογής έγραψαν ο Αλέξανδρος Αργυρίου, ο Γιώργος Ιωάννου, ο Στρατής Τσίρκας και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.




Δεν υπάρχουν σχόλια: