Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Σταύρος Κουγιουμτζής, Ο ηλικιωμένος κύριος




Σταύρος Κουγιουμτζής, Μικρές πολιτείες (ορχηστρικό)
Δίσκος: Μικρές πολιτείες (1974)


Ο ηλικιωμένος κύριος


Το λεωφορείο ξεκίνησε για το συνηθισμένο του δρομολόγιο. Από επιβάτες, είχε έναν μόνο˙ έναν ηλικιωμένο κύριο. Η ώρα ήταν περασμένη και δεν είχε κίνηση. Στην πρώτη στάση ανέβηκαν δύο νέοι που κάθισαν απέναντί του. Αυτός γύρισε και τους κοίταξε αδιάφορα. Ξαφνικά όμως το βλέμμα του «κόλλησε» στον ένα από τους δύο.

Εκείνος το πρόσεξε και χαμογέλασε κάπως φιλάρεσκα. Το λεωφορείο περνούσε τις άδειες στάσεις, κόβοντας λίγο την ταχύτητα χωρίς να σταματάει.

Ο ηλικιωμένος κύριος συνέχισε να κοιτάζει προς τον νέο, που άρχισε να ενοχλείται και ήταν σαν να 'λεγε από μέσα του: Δε μας παρατάς, ρε μπάρμπα!

Από τη συζήτηση που είχε με τον άλλο, καταλάβαινες ότι ασχολείται με το μπάσκετ. Καθώς μιλούσε έριχνε και καμιά ματιά στον ηλικιωμένο κύριο.

Κάποια στιγμή εκείνος σηκώθηκε, πέρασε από μπροστά τους και στάθηκε στη μεσαία πόρτα του λεωφορείου στηριζόμενος από μια χειρολαβή.

Τότε ο νέος έσκυψε και ψιθύρισε κάτι στον άλλον. Εκείνος γύρισε και κοίταξε τον ηλικιωμένο κύριο, μ' ένα ειρωνικό χαμόγελο... Αυτός, χαμένος στον δικό του κόσμο, δεν κατάλαβε τίποτα.

Στο σπίτι δεν τον περίμενε κανείς. Μπήκε σ' ένα δωμάτιο και κάθισε σε μια πολυθρόνα. Απέναντί του υπήρχε μια μεγάλη δισκοθήκη με Μπαχ, Μότσαρτ, Μπετόβεν και πολλούς άλλους. Πλάι από την δισκοθήκη, ένα πιάνο. Πόσα χρόνια χαμένα, σκέφτηκε. Τόσο πάθος, τόση αγάπη και τόση δουλειά, σκόνταψαν όλα σ' έναν τοίχο˙ στα ακατάλληλά του χέρια. Με τον καιρό, του 'γινε συνήθεια να κοιτάζει τους ανθρώπους, όχι τόσο στα μάτια, όσο στα χέρια. Και πολλές φορές να τους αναγνωρίζει κιόλας από τα χέρια.

Ένα καλοκαίρι στην πλαζ της Αγίας Τριάδας, πολύ παλιά, καθώς σεργιανούσε περπατώντας στην ακτή, τα μάτια του έπεσαν στα χέρια μιας κοπέλας που ήταν ξαπλωμένη στην άμμο. Το πρόσωπό της το είχε σκεπασμένο με μια άσπρη πετσέτα. Στάθηκε μπροστά της αμφίβολος. Ύστερα πρόφερε το όνομα Καίτη, χαμηλόφωνα και διστακτικά, γιατί δεν ήταν και βέβαιος ότι την αναγνώρισε.

Η κοπέλα ακούγοντας αυτό τ' όνομα, τράβηξε την πετσέτα από το πρόσωπό της: ήταν μια συμμαθήτριά του.

Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και άρχισε να βηματίζει μέσα στο δωμάτιο. Για μια στιγμή σταμάτησε μπροστά στο πιάνο. Ύστερα, αργά και μηχανικά, έπαιξε μια συγχορδία... Αυτό που ακούστηκε, δεν ήταν ήχος˙ μια κραυγή ήταν. Μια κραυγή από μνήμες που σαν τρομαγμένα πουλιά έψαχναν για ένα ανοιχτό παράθυρο.

Ένιωσε να χάνεται και ξανακάθισε στην πολυθρόνα. Όταν ύστερα από λίγο συνήρθε, το μυαλό του πήγε πάλι στον νέο του λεωφορείου, μ' εκείνα τα υπέροχα χέρια. Τα χέρια με τα λεπτά, τα μακριά και ευλύγιστα δάχτυλα, τα γεννημένα για τη μουσική και όχι για τα καλάθια του μπάσκετ.

Σταύρος Κουγιουμτζής

Το διήγημα δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Η λέξη, τ. 181, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2004.   


Δεν υπάρχουν σχόλια: