Ο άνθρωπος είναι ένα πλάσμα καταδικασμένο συνεχώς να εξελίσσεται. Είναι αξιοθαύμαστο σε πόσο μεγάλο βαθμό αυτή η εξέλιξη, αυτό που σταδιακά γινόμαστε, εξαρτάται από το περιβάλλον μας τόσο το φυσικό όσο και το ανθρωπογενές. Αν ο καθένας από εμάς ψάξει βαθιά και ειλικρινά μέσα του, ίσως δει πως ο εαυτός του σμιλεύτηκε και πήρε «σχήμα» από την επίδραση και την επιρροή που άσκησαν πάνω του τόποι και πρόσωπα με τα οποία ήρθε σε άμεση ή έμμεση επαφή, κατ' αναλογία, βέβαια, και με τη δική του ετοιμότητα και δεκτικότητα.
Από την καθημερινή μου επαφή με μικρά παιδιά (αλλά, φευ, και πολλούς ενήλικες) έχω διαπιστώσει την απαρέσκειά τους ως προς το πιο απαιτητικό είδος μουσικής, δηλαδή την κλασική. Μια απαρέσκεια που τις περισσότερες φορές οφείλεται σε άγνοια, η οποία με τη σειρά της συχνά οφείλεται είτε στην παντελή άρνηση να ακούσουν (έστω δειγματοληπτικά) είτε στην προειλημμένη απόφαση πως τάχα «αυτή η μουσική δεν είναι για μένα».
Αν σ' έναν ενήλικα είναι μάλλον αδύνατο ή τουλάχιστον πολύ δύσκολο να αλλάξει μια τέτοια στάση, δεν συμβαίνει το ίδιο με τα μικρά παιδιά, που εκ φύσεως είναι δεκτικά στα ερεθίσματα. Θέλει όμως προσπάθεια και κόπο και γνώση τόσο του είδους της μουσικής όσο και του τρόπου σκέψης και αντίδρασης των παιδιών.
Όλα αυτά τα λέω επειδή έχω κι εγώ τα δικά μου ανεξόφλητα χρέη σε τόπους αλλά κυρίως σε πρόσωπα. Αν έχετε την υπομονή να συνεχίσετε, θα καταλάβετε τι εννοώ από την ιστορία που θα διηγηθώ παρακάτω.
Είμαι μοναχοπαίδι εργαζόμενων γονιών. Τα σχολικά μου χρόνια στην Αθήνα τα σχολεία ήταν διπλής βάρδιας, πρωινά και απογευματινά. Όταν ήμουν απογευματινή, τα πρωινά τα περνούσα ήδη από την ηλικία των επτά χρόνων ολομόναχη στο σπίτι ωσότου έρθει η ώρα για το σχολείο. Κι αφού τα διαβάσματα είχαν τελειώσει, για να περάσω την ώρα μου έπαιζα, όπως κάθε σωστό παιδί. Παιχνίδι μου ήταν ένα φορητό μικρό πικάπ που είχαμε και η συλλογή από τα 45άρια δισκάκια με τα οποία διασκεδάζαμε σε γιορτές και σχόλες. Κάποτε που αλλάξαμε σπίτι (γιατί θα ερχόταν και η γιαγιά να μείνει μαζί μας), στη νέα πολυκατοικία που πήγαμε έμενε στο διπλανό διαμέρισμα ένας (τρελο)Κερκυραίος με την οικογένειά του. Πολύ καλοί άνθρωποι και δέσαν οι οικογένειές μας αμέσως.
Ο καιρός πέρασε. Είχα τελειώσει το δημοτικό, θα ήμουν στην πρώτη γυμνασίου, όταν ένα ανοιξιάτικο απόγευμα που ήμουν μόνη στο σπίτι, έβγαλα ως συνήθως από το ντουλάπι το πικάπ κι άρχισα να παίζω τα δισκάκια μου (είχα τώρα και τα ολόδικά μου, κυρίως του Πασχάλη και των Olympians) σε μια ένταση κάπως μεγαλύτερη από το συνηθισμένο. Δεν πέρασε πολλή ώρα κι ακούω το κουδούνι. Ανοίγω κι ήταν ο γείτονας. «Εσύ τ' ακούς αυτά;» με ρώτησε. «Θα το χαμηλώσω», του είπα, νομίζοντας πως ήταν η ένταση που τον είχε ενοχλήσει. Για να μην τα πολυλογώ, έριξε μια ματιά στα δισκάκια που είχα αραδιασμένα τριγύρω και μετά μου είπε: «Κλασική μουσική έχεις ακούσει ποτέ»; Πάσχισα να μη γελάσω. Κλασική μουσική; Εγώ; Τι δουλειά είχα εγώ μ' εκείνους εκεί που ουρλιάζουν και λένε πράματα που δεν τραγουδιώνται; Θεός φυλάξοι! Τίποτα απ' αυτά δεν είπα, βέβαια. Πήρα μόνο υπάκουα τα κλειδιά και τον ακολούθησα στο διπλανό διαμέρισμα.
Πάντα είχα την απορία γιατί σ' εκείνο το διαμέρισμα το ένα δωμάτιο ήταν μονίμως κλειστό κι εμείς τα παιδιά (εγώ και τα μικρά τα δικά του) δεν είχαμε πρόσβαση. «Είναι το δωμάτιο του Λ.», έλεγε η γυναίκα του, «Είναι του μπαμπά», λέγαν τα παιδιά. Είχε έρθει η ώρα η απορία μου να λυθεί. Η πόρτα ξεκλειδώθηκε και μπαίνοντας είδα ένα γραφείο, μια τεράστια βιβλιοθήκη ασφυκτικά γεμάτη βιβλία και δίσκους, σε περίοπτη θέση το στερεοφωνικό και μια αναπαυτική πολυθρόνα, όπου με έβαλε να κάτσω. Τοποθέτησε ένα δίσκο στο πικάπ και με άφησε μόνη μου στο δωμάτιο για να πάει να κανονίσει με τη γυναίκα του τα κεράσματα. Πρόφαση, βέβαια. Ήθελε να είμαι μόνη μου σ' αυτή την πρώτη επαφή με τη μουσική που αποκαλούσε μουσική του. Επιστρέφοντας με βρήκε με τα δάχτυλα αγκιστρωμένα στα μπράτσα της πολυθρόνας και με τα μάτια υγρά από το κλάμα. Τέτοια επίδραση είχε ασκήσει πάνω μου αυτό που άκουσα. «Αμ, το 'ξερα εγώ», είπε. Άργησα να καταλάβω τι ήξερε εκείνος που δεν ήξερα ακόμη εγώ. Η φοβερή έκπληξη ήρθε όταν μου είπε πως αυτό που είχα ακούσει ήταν η Μαρία Κάλλας (που ως τότε εγώ κορόιδευα, συντασσόμενη με τους συνομηλίκους). Κι ακολούθησε αυτό το απόσπασμα που τώρα εγώ μοιράζομαι μαζί σας.
Από τότε συχνά πυκνά πήγαινα κι ακούγαμε μουσική μαζί. Καθάριζε με ευλάβεια τους δίσκους του κι έβαζε ασταμάτητα ν' ακούμε. Κάπως έτσι άλλαξε η στάση μου γενικότερα απέναντι στα είδη της μουσικής και μορφοποιήθηκε ως ένα μεγάλο βαθμό και η αισθητική μου.
Στον άνθρωπο αυτό χρωστάω κάτι ακόμα: την εξοικείωση με τα μαθηματικά, την άλλη του αγάπη. Ήταν εκείνος που στην πρώτη δυσκολία στο γυμνάσιο μου έδωσε χέρι βοήθειας και όχι μόνο δεν τα μίσησα αλλά τα αγάπησα κιόλας.
Με τον άνθρωπο αυτό και την οικογένειά του είχαμε χαθεί εδώ και χρόνια. Κάτι το διαζύγιό του που τον πήγε σε άλλη συνοικία, κάτι οι μετακομίσεις οι δικές μας που ακολούθησαν, χάσαμε την επαφή. Τυχαία χθες πληροφορήθηκα πως «έφυγε» από ανακοπή της καρδιάς πριν λίγο καιρό. Έτσι το χρέος μου θα μείνει ανεξόφλητο. Δεν του χάρισα ποτέ τίποτα σε ανταπόδοση. Του αφιερώνω, λοιπόν, τούτη την ανάρτηση και το δεύτερο βίντεο που τη συνοδεύει.
(Σημ. : "Nabucco", είναι η σύντμηση του "Ναβουχοδονόσορας" και ο οριστικός τίτλος της ομώνυμης όπερας του Βέρντι, τίτλος ο οποίος δόθηκε για πρώτη φορά και καθιερώθηκε από τότε σε μια παράσταση στην Κέρκυρα το Σεπτέμβριο του 1844.)





