Τ' αγαπώ πάρα πολύ αυτό το τραγούδι. Μ' αρέσουν οι στίχοι του τόσο απλοί και τρυφεροί. Με τρελλαίνει ο υπόκωφος ρυθμός του με μια τόση δα δόση καημού από κάτω και τα τσακίσματα της φωνής του Λιδάκη που τα υπογραμμίζουν.
Προσπαθώ καιρό τώρα να το οπτικοποιήσω και να το ανεβάσω στο ...σωλήνα, ώστε να το αναρτήσω εδώ, αλλά δεν έβρισκα κατάλληλες εικόνες γι' αυτό που είχα στο μυαλό μου. Ε, σήμερα που μου το έστειλε έτοιμο μια ...φίλη του σωλήνα, ορίστε! Ελπίζω να το χαρείτε όσο εγώ.
ΜΟΥΣΙΚΗ-ΣΤΙΧΟΙ: Σόφη Παππά ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Μανώλης Λιδάκης (από το άλμπουμ "Το Κλειδί)
Από πολύ μικρή, βρέφος σχεδόν, μεγάλωσα με το ραδιόφωνο. Αυτό με ηρεμούσε όταν με έπιανε η ακατανίκητη παρόρμηση για γκρίνια, αυτό δρόσιζε τον πυρετό μου όποτε αρρώσταινα, αυτό με νανούριζε όταν αρνιόμουν σαν καλό παιδάκι να πάω για ύπνο, αυτό με παρηγορούσε όταν μ' έπνιγε το παιδιάστικο παράπονο, αυτό συνόδευε τη γλυκιά φωνή της μάνας μου αργότερα, όταν το βραδάκι έπεφτε κι εκείνη μπάλωνε, σιδέρωνε ή ακόμη ετοίμαζε το τραπέζι για να φάμε όλοι μαζί (ωραία που ήταν χωρίς τηλεόραση!). Έτσι μεγάλωνα και μεγάλωσα... ρουφώντας ήχους. Τα δημοτικά που αγαπούσε η γιαγιά, τα τραγούδια του Αττίκ και των άλλων του είδους, που κάποιοι αργότερα ενοχοποίησαν ως «ελαφρά», τις καντάδες, αλλά και αργότερα τα λαϊκά, τα ρεμπέτικα, το λεγόμενο έντεχνο, τις ροκιές της εφηβείας... τέλος δεν έχουν οι αναζητήσεις ως τα σήμερα.
Κατά έναν περίεργο τρόπο πάντα, από μικρό παιδί, με έθελγαν ακούσματα που χτυπούσαν κατευθείαν στην ψυχή, που μ' έκαναν για κάποιον ανεξήγητο λόγο να θέλω να κλάψω. Απορούσαν οι μεγάλοι: «μα εμείς εδώ βάλαμε μουσική να διασκεδάσουμε και το παιδί δακρύζει;» έλεγαν. Ακόμα και στα εφηβικά μου χρόνια της άρνησης, της αναζήτησης, της σκληρής αντιπαράθεσης του άλλοτε με το τώρα.
Ένα από εκείνα τα ακούσματα ήταν και τα αργεντίνικα τανγκό, πολλά από τα οποία (όπως έμαθα αργότερα) είχαν μεταφερθεί στα ελληνικά και ηχογραφηθεί από Έλληνες καλλιτέχνες. Έτσι τα τραγουδούσαν η μαμά κι ο μπαμπάς και τα χόρευαν κιόλας εξαίσια, μ' εμένα να χαζεύω και να μη θέλω να τελειώσει το τραγούδι. Χορό δεν έμαθα ποτέ - υπερβολικά ντροπαλή εκ φύσεως. Κι αν τα πόδια δε με πάνε, έχω όμως χορευταρού ψυχή που δε χάνει βήμα.
Κάποτε έμαθα πως για πολλά από εκείνα τα υπέροχα τραγούδια που απείρως με συγκινούσαν υπεύθυνος ήταν ο κύριος της φωτογραφίας, για τον οποίο θα μιλήσω παρακάτω.
Γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1887 στην Τουλούζη της Γαλλίας από άγνωστο πατέρα και μητέρα τη Berthe Gardes. Σε ηλικία 27 μηνών η μητέρα του τον έφερε στην Αργεντινή, την υπηκοότητα της οποίας απέκτησε το 1923. Μια άλλη θεωρία για τον τόπο γέννησής του λέει πως γεννήθηκε στην Ουρουγουάη, μια και ο ίδιος ισχυρίστηκε πως ήταν Ουρουγουανός στην αίτησή του για την απόκτηση της αργεντίνικης υπηκοότητας και καθώς βρέθηκε στη σορό του μισοκαμένο ουρουγουανό διαβατήριο. Μολονότι τρεις χώρες ερίζουν για την καταγωγή του, εκείνος όταν ρωτούνταν συνήθιζε να λέει πως γεννήθηκε στο Μπουένος Άυρες σε ηλικία δυόμισι ετών, καθώς εκεί μεγάλωσε και τη μουσική της Αργεντινής υπηρέτησε.
Ξεκίνησε την καριέρα του τραγουδώντας σε μπαρ και ιδιωτικά πάρτι αρχικά με τον Francisco Martino κι έπειτα σχηματίζοντας τρίο με τους Martino και Jose Razzano. Θεωρείται ο δημιουργός του τραγουδιού tango από το 1917 που ερμήνευσε το Mi Noche Triste των Pascual Contursi και Samuel Castriota, τραγούδι που πούλησε πάνω από δέκα χιλιάδες αντίτυπα κι έγινε επιτυχία σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική.
Έκανε περιοδείες στην Αργεντινή, την Ουρουγουάη, τη Χιλή, τη Βραζιλία, το Πουέρτο Ρίκο, τη Βενεζουέλα, την Κολομβία κι εμφανίστηκε επίσης στο Παρίσι, τη Νέα Υόρκη, τη Βαρκελώνη και τη Μαδρίτη. Στους πρώτους τρεις μήνες της επίσκεψής του στο Παρίσι το 1928 πούλησε εβδομήντα χιλιάδες δίσκους. Η αυξανόμενη δημοτικότητά του, το εκπληκτικό ταλέντο του στο τραγούδι και τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του που θύμιζαν κινηματογραφικό αστέρα τον οδήγησαν στη δημιουργία ταινιών στη Γαλλία και τις ΗΠΑ για λογαριασμό της Paramount.
Η αλάνθαστη μουσικότητα της ιδιαίτερης βαρύτονης φωνής του και το δραματικό χρώμα που προσέδιδε στις ερμηνείες των στίχων ανέδειξαν σε μικρά αριστουργήματα τις εκατοντάδες ηχογραφήσεις του.
Πέθανε στις 24 Ιουνίου 1935 σε ένα αεροπορικό δυστύχημα στην Κολομβία οδηγώντας σε βαρύ θρήνο τα εκατομμύρια των θαυμαστών του σε όλο τον κόσμο. Ακόμα και σήμερα τιμάται παγκοσμίως κι αποκτά καινούριους θαυμαστές. Στη Λατινική Αμερική μάλιστα λένε «ο Gardel τραγουδά όλο και καλύτερα κάθε μέρα» και σχεδόν πάντα στο άγαλμα που στήθηκε στον τάφο του βλέπει κανείς ένα τσιγάρο αναμμένο ανάμεσα στα δάχτυλά του τοποθετημένο εκεί από κάποιον θαυμαστή.
Ο συγγραφέας Νίκος Α. Κοκάντζης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1927 και πέθανε στις 25 Ιουλίου 2009 σε ηλικία 82 ετών.
Σπούδασε Ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και κατόπιν έφυγε για χρόνια στο Λονδίνο, όπου ειδικεύτηκε στην Ψυχιατρική, με ιδιαίτερη έμφαση στην ψυχανάλυση, και στην Ψυχοθεραπεία. Στην ουσία είναι συγγραφέας του ενός βιβλίου, καθώς δεν άφησε πίσω του πλούσιο έργο. Το 1973 μια αγγλική ποιητική ανθολογία συμπεριέλαβε τέσσερα ποιήματά του. Δυο χρόνια αργότερα, το 1975, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ η "Τζιοκόντα", που έτυχε θερμής υποδοχής από κριτικούς και αναγνώστες στην Ελλάδα και το εξωτερικό, καθώς μεταφράστηκε στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά, τα ιταλικά, τα εβραϊκά και τα ολλανδικά, ενώ επίκειται και η έκδοσή της στα τουρκικά.
Πρόκειται για την αληθινή ιστορία του πρώτου έρωτα δυο δεκαπεντάχρονων νέων, ενός Χριστιανού (είναι ο ίδιος ο συγγραφέας) και μιας Εβραίας, στη Θεσσαλονίκη της γερμανικής κατοχής, που διακόπηκε βίαια όταν πήραν την Τζιοκόντα και την οικογένειά της... "Τους πήρανε αργά ένα ζεστό απόγεμα. Ένα μεγάλο στρατιωτικό φορτηγό έφτασε, με τρεις Γερμανούς στρατιώτες κι έναν νεαρό αξιωματικό που ήσανε λιγομίλητοι, μεθοδικοί και σχεδόν ευγενικοί. Οι γείτονες κοιτάζανε από τα παράθυρά τους, παιδιά είχανε μαζευτεί γύρω απ' τ' αυτοκίνητο παρακολουθώντας με σιωπηλή περιέργεια αυτά που γινότανε."(*)...για να τους οδηγήσουν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Ο συγγραφέας αφηγείται αυτή την τραγική ιστορία μέσα σε μόλις ενενήντα εφτά σελίδες λιτά, απέριττα, χωρίς φλυαρίες και λογοτεχνικά στολίδια. Και συνθέτει έναν ύμνο στην αγάπη ενώ ταυτόχρονα αποτυπώνει την εφιαλτική περιπέτεια των Εβραίων της Θεσσαλονίκης υπαινικτικά, δίχως τις φρικιαστικές περιγραφές του πολέμου.
Το παλιό αρχοντικό των Λένοξ στο Χάμπστεντ στεγάζει την ιστορία μιας οικογένειας, που απλώνεται χρονικά σε σχεδόν ολόκληρο τον εικοστό αιώνα.
Στον ψηλότερο όροφό του κατοικεί η Γιούλια, εκπατρισμένη Γερμανίδα, απόγονος εύπορης, αριστοκρατικής οικογένειας με πατέρα διπλωμάτη και μητέρα μουσικό. Το 1914 η δεκατετράχρονη Γιούλια γνωρίζει τον εικοσιπεντάχρονο Φίλιπ Λένοξ, Άγγλο γραμματέα της πρεσβείας στο Βερολίνο. Οι δυο νέοι ερωτεύονται και συμφωνούν να παντρευτούν μόλις η Γιούλια κλείσει τα δεκάξι της χρόνια. Όμως ο πόλεμος έρχεται ν' ανατρέψει τα σχέδιά τους με την Αγγλία και τη Γερμανία αντιμέτωπες. Ο Φίλιπ πηγαίνει να πολεμήσει, η Γιούλια και η οικογένειά της αντιμετωπίζονται με καχυποψία, αλλά όταν το 1919 ο Φίλιπ αποστρατεύεται, οι δυο ερωτευμένοι παντρεύονται και εγκαθίστανται στο Λονδίνο. Αποκτούν κι ένα παιδί, τον Τζόλιον, ο οποίος αιφνιδίως εγκαταλείπει τις σπουδές του στο Ίτον για να πάει εθελοντής στον Ισπανικό Εμφύλιο ως σύντροφος Τζόνι Λένοξ.
Έχοντας πλήρως ενστερνιστεί τις αρχές του σταλινισμού, ο Τζόνι θεωρεί πως η επανάσταση προηγείται όλων των προσωπικών υποθέσεων και προκειμένου να την υπηρετήσει δε διστάζει να εγκαταλείψει τη σύζυγό του Φράνσις και τους δυο γιους τους Άντριου και Κόλιν. Έτσι στο παλιό αρχοντικό των Λένοξ θα εγκατασταθούν οι τρεις τους κατόπιν προτροπής της Γιούλιας, που δεν αισθάνεται καμιά απολύτως περηφάνεια για το γιο της, την ιδεολογία και τις πράξεις του.
Η Φράνσις αναδεικνύεται σε στοργική μητρική φιγούρα όχι μόνο για τα δικά της παιδιά, αλλά κι όλους τους έφηβους φίλους τους που, χολωμένοι με τις οικογένειές τους, έχουν κάνει σπίτι τους το σπίτι της (προς μεγάλη έκπληξη και δυσαρέσκεια της Γιούλιας) και μαζεύονται γύρω από το διαρκώς επεκτεινόμενο για να τους χωρέσει τραπέζι της κουζίνας της. Έχει ήδη μπει η δεκαετία του εξήντα και το πνεύμα της έχει διαποτίσει τους νέους, που διακαώς επιθυμούν να σπάσουν τους δεσμούς με το παρελθόν και αποζητούν ελευθερία. Κατεστραμμένη γενιά, θεωρεί η Γιούλια και το αποδίδει στους δυο παγκόσμιους πολέμους που προηγήθηκαν. Κι είναι αυτό ακριβώς το τραπέζι, όπου όλοι μαζεύονται τα βράδια για να δειπνήσουν, ν' αστειευτούν, να κομπάσουν για τις επιτυχίες τους στις «απαλλοτριώσεις» (μικροκλοπές βιβλίων και ρούχων από τους «καπιταλιστές» καταστηματάρχες), να συζητήσουν έντονα για τις πολιτικές ιδεολογίες της εποχής που θα οδηγήσουν στον ονειρεμένο καλύτερο κόσμο. Οι σχέσεις των ανθρώπων, έτσι όπως διαμορφώνονται γύρω του, παρέχουν μια κατά πολύ ασφαλέστερη και καλύτερη κατανόηση της ανθρώπινης φύσης απ' όσο θα μπορούσε ποτέ η οποιαδήποτε πολιτική ιδεολογία να προσφέρει.
Η διαρκώς διευρυνόμενη με νέα μέλη «οικογένεια» της Φράνσις θα συμπεριλάβει στους στοργικούς της κόλπους και τη δεκατετράχρονη Τίλυ, προγονή του Τζόνι, κόρη της δεύτερης γυναίκας του από τον πρώτο της γάμο, που είναι ένα ψυχικό ερείπιο. Τη φροντίδα της θ' αναλάβει ο Άντριου αλλά και η Γιούλια που θα εμπλακεί συναισθηματικά σε τέτοιο βαθμό, ώστε να τη θεωρήσει σαν το πραγματικό παιδί της. Είναι η Γιούλια που θα απαλλάξει την κοπέλα από το παιδιάστικο παρατσούκλι της, δίνοντάς της πίσω το πραγματικό της όνομα, Σύλβια, σ' ένα συμβολισμό της «αναγέννησής» της.
Κάποτε οι ονειροπόλοι έφηβοι ενηλικιώνονται. Κάποιοι απ' αυτούς οδηγούνται στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, σπρωγμένοι απ' την ιδεολογία τους. Μολονότι θα ξανασυναντηθούν αργότερα στην αφρικανική ήπειρο, οι συναντήσεις τους δε θα είναι παρά μια παρωδία των αλλοτινών συνευρέσεών τους στο αρχοντικό των Λένοξ. Η δεκαετία του εξήντα με την αθωότητα και τα οράματά της έχει πια παρέλθει και το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό έχει αλλάξει.
Η Ντόρις Λέσινγκ έχει συνθέσει ένα υπέροχο, απολαυστικό μυθιστόρημα με χαρακτήρες αλησμόνητους και με πραγματικό πρωταγωνιστή τη δεκαετία του εξήντα.
Στο σημείωμά της στο βιβλίο γράφει: «Ελπίζω ότι κατάφερα να ανασυνθέσω το πνεύμα της δεκαετίας του εξήντα, κυρίως –εκείνης της αντιφατικής εποχής που, αν την αντιπαραθέσει κανείς με αυτές που ακολούθησαν, φαντάζει εκπληκτικά ανυποψίαστη. Δεν είχε παρά ελάχιστη από την ανηθικότητα της δεκαετίας του εβδομήντα ή την κυνική απληστία της δεκαετίας του ογδόντα».
Ο αναγνώστης με πίκρα διαπιστώνει (ή μάλλον επιβεβαιώνει) πως «αυτός ο κόσμος δε θ' αλλάξει ποτέ». Πώς αλλιώς, αφού με το πέρασμα στην ενηλικίωση προδίδεται και καταρρέει «το πιο γλυκό όνειρο»;
___________________
Σημείωση :Στη συγγραφέα απονεμήθηκε το 2007 το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για τη συνολική της προσφορά στη λογοτεχνία. Άλλα αξιοσημείωτα έργα της είναι : Το χρυσό σημειωματάριο (The Golden Notebook), Το πέμπτο παιδί (The Fifth Child), Τα παιδιά της βίας (Children of Violence), Ο καλός τρομοκράτης (The Good Terrorist), Αναμνήσεις ενός επιζώντος (The Memoirs of a Survivor) και πολλά άλλα, καθώς είναι πολυγραφότατη.
Απόψε βράδυ Αυγούστου οχτώ
Ναυαγισμένο στα ρηχά των άστρων
Το παλιό μου σπίτι με τα σαμιαμίθια
Και το χυμένο το κερί στο κομοδίνο επάνω
Πόρτες παράθυρα ανοιχτά
Το παλιό μου σπίτι αδειάζοντας
Φορτίο της ερημιάς μέσα στη νύχτα˙
Σαστισμένες φωνές κι άλλες που ακόμη
Τρέχοντας μες στις φυλλωσιές αστράφτουν σαν
Μυστικά περάσματα πυγολαμπίδας
Από βάθη ζωής αναστραμμένης
Μες στο κρύο ασπράδι των ματιών
Εκεί που ακινητεί ο Καιρός
Κι η Σελήνη με τ' αλλοιωμένο μάγουλο
Απελπιστικά σιμώνει το δικό μου˙
Ένα θρόισμα σαν από χαμένης
Που ξανάρχεται αγάπης σκοτεινό αρχινούν:
«Μη». Κι ύστερα πάλι «Μη». «Μωρό μου».
«Τι σου 'μελλε». «Μια μέρα θα το θυμηθείς».
«Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά».
«Εγώ που σ' αγαπώ». «Πες πάντα». «Πάντα».
Κι όπως μέσα στην απληστία του μαύρου
Που ανοίγεται στα δύο περιβολιού
Σβηστό απανθρακωμένο
Πάει και καταποντίζεται όλο το έχει σου
Ανεβαίνει απ' της ψυχής τ' απόνερα ένα
Κύμα θολό που οι φυσαλίδες του είναι
Άλλα τόσα παλιά ηλιοβασιλέματα
Παράθυρα τρεμάμενα στο φως του εσπερινού
Μια στιγμή που προσπέρασες την ευτυχία
Σαν τραγούδι όπου κρύφτηκε μήπως το δεις
Δακρυσμένο για σένα ένα κορίτσι—
Όλα της αγκαλιάς τα ιερά και του όρκου
Τίποτα τίποτα δεν πήε χαμένο
Απόψε βράδυ Αυγούστου οχτώ
Μέσ' απ' τη χλώρη του βυθού και πάλι
Το ίδιο εκείνο ατέρμονο ανατρίχιασμα
Μονοθροεί και συνθροεί τα φύλλα
Μονολογεί στην αραμαϊκή του απόκοσμου:
«Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά
Σου 'μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά».
«Σου 'μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά».
Κι άξαφνα σαν τα πριν και τα μετά ιδωμένα˙
Βατές όλες οι θάλασσες με τα λουλούδια
Μόνος αλλ' όχι μόνος˙ όπως πάντα˙
Όπως τότε νέος που προχωρούσα
Με κενή τη θέση στα δεξιά μου
Και ψηλά μ' ακολουθούσε ο Βέγας
Των ερώτων μου όλων ο Πολιούχος.
1965._
Από τη συλλογή «Τα ετεροθαλή»του Οδυσσέα Ελύτη, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1980.
Ένα καλοκαιριάτικο πρωινό ο επτάχρονος Κορεάτης Σανγκ-Γου επιβιβάζεται με τη μητέρα του στο λεωφορείο που θα τους οδηγήσει σ' ένα μικρό χωριό της επαρχίας, όπου κατοικεί η σχεδόν ογδοντάχρονη μουγκή και ταλαιπωρημένη από την οστεοπόρωση γιαγιά του. Ο μικρός προορίζεται να φιλοξενηθεί εκεί, ωσότου η άνεργη μητέρα του βρει δουλειά κι επιστρέψει να τον πάρει.
Μαθημένος σ' ένα καθαρά αστικό περιβάλλον και με τον εγωκεντρισμό της ηλικίας του, δε δείχνει κανέναν απολύτως σεβασμό στη γιαγιά και δε χάνει ευκαιρία να φανερώνει την αποστροφή του
για τον παραδοσιακό τρόπο ζωής στο χωριό με τις φτωχικές καλύβες που στερούνται στοιχειώδεις ανέσεις όπως ηλεκτρισμό και τρεχούμενο νερό.
Παρά τον μόνιμο θυμό και την άρνηση του μικρού η γιαγιά τον αντιμετωπίζει με υπομονή, κατανόηση και αγάπη. Το μόνο που ζητά απ' αυτόν είναι να της περνά την κλωστή στη βελόνα που ράβει.
Αυτή η άνευ όρων αγάπη που απλόχερα χαρίζει η γιαγιά θα διαπεράσει τη σκληρότητα του παιδιού και θα βρει τον τρόπο ν' αγγίξει την ψυχή του.
Όταν έρθει η ώρα να επιστρέψει στη Σεούλ με τη μητέρα του, το παιδί θα αποχαιρετήσει με δάκρυα τη γιαγιά έχοντας πάρει ένα πολύτιμο μάθημα ζωής.
Την ταινία σκηνοθέτησε η Lee Jeong-Hyang. Η Kim Eul-Boon, που υποδύεται τη γιαγιά, δεν είναι επαγγελματίας ηθοποιός. Η ταινία γυρίστηκε το 2002, απέσπασε το βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν και κυκλοφόρησε σε dvd το 2003 από την Paramount. Κυκλοφορεί και με ελληνικούς υπότιτλους από την Προοπτική. Αφιερωμένη σε όλες τις γιαγιάδες του κόσμου, βαθιά ανθρώπινη, αξίζει να την αναζητήσετε και να τη δείτε. Μην παραλείψετε όμως να εφοδιαστείτε με κουτί χαρτομάντιλα--θα σας χρειαστούν οπωσδήποτε.